Εκτύπωση του άρθρου

ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ


                                  Αδελφέ  μου… αγαπημένε μου…  

 

Είναι ήδη παλιός ο λιλιπούτειος τόμος των εκδόσεων Γαβριηλίδη (2003) με τους Ερωτικούς Διαλόγους ανωνύμου ποιητή, (1200- 1169 π. Χ.),  που σώθηκαν πάνω σε αιγυπτιακό πάπυρο. Είναι έργο σε μετάφραση δίγλωσση, αγγλική του Έζρα Πάουντ και ελληνική του Βαγγέλη Κάσσου. ΄

 Στο «Προλόγισμά» του ο Κάσσος μας πληροφορεί ότι ο Πάουντ θεωρούσε το κείμενο αυτό σταθμό στην παγκόσμια ποίηση. Το παρουσίασε στην παγκόσμια ανθολογία ποίησης, από τον Κομφούκιο ως τον Κάμμιγκς  (1964), την οποία ήθελε να λειτουργεί ως υπερ-Οδηγός και να «δείχνει πώς πορεύτηκε η ποίηση…» από την εποχή του  Σολομώντα έως τον Θεόκριτο και τον Καλλίμαχο. Το ποίημα αυτό προηγείται του ποιήματος Άσμα Ασμάτων, διασώθηκε σε κύλινδρο, από συγκολλημένα φύλλα παπύρου,  με την ονομασία «Κύκλος του παπύρου ChesterBeattyI», ο οποίος ανήκε σε οικογένεια αντιγραφέων ως κειμήλιο και περνούσε από γενιά σε γενιά στα μέλη της από την εποχή του Ραμσή ΙΙ μέχρι την εποχή της βασιλείας του Ραμσή ΙΧ, από τον 13ο μέχρι τον 11ο αι. π. Χ. Το ποίημα λοιπόν, αξίζει διπλά· και ως έργο ποιητικό και ως αρχαιολογικό εύρημα. Στην εποχή του ήταν ευρέως γνωστό τόσο ώστε να το ξέρει και η κόρη του Φαραώ και η σύζυγος του Σολομώντος. Ο Σολομών, βέβαια, το ξεπέρασε σε ποιητική δύναμη, χωρίς όμως να παραγνωρίζεται η αξία του πρωτοτύπου. Άλλωστε, λέει ο Κάσσος, εκείνη την εποχή δεν υπάρχει η έννοια της λογοτεχνικής ατομικότητας, οπότε είναι δικαιολογημένη η ανωνυμία. Τέλος, παρατηρεί ο μεταφραστής το φιλολογικό δάνειο του Σολομώντος έχει mutatis mutandis τον ίδιο χαρακτήρα με τα δάνεια του Ουγκώ από τα ελληνικά δημοτικά τραγούδια  και κανείς δεν διανοείται να αμφισβητήσει την αξία του ενός ούτε να αποκρύψει τον δανεισμό.  Και αυτό πρέπει να ισχύει και για το Άσμα Ασμάτων.                                                  *

Οι Ερωτικοί Διάλογοι στην ουσία είναι ένας παράλληλος μονόλογος. Μιλάει «Εκείνος» για «Εκείνην» και «Εκείνη» για «Εκείνον» περιγράφοντας, ο ένας της άλλης τα χαρίσματα ψυχής και μορφής, και αντίστροφα, όπως και στο Άσμα Ασμάτων. Σε σχέση με τη μετάφραση που έχει ο αναγνώστης στη διάθεσή του, θα έλεγα πως ο Έλληνας είναι τυχερότερος από τον αγγλόφωνο που διαβάζει την τετριμμένη «darling»,  εκεί που ο Έλληνας διαβάζει: «αγαπημένη».

Πρώτος μιλάει «Εκείνος» και μας δίνει το εγκώμιο για την κόρη: η «ματιά», τα «χείλη», ο «λαιμός, ο «κόρφος»,  τα «μαλλιά», τα «χέρια», τα «δάχτυλα», το «βάδισμα». Μετά προχωρεί στην εκτίμηση του κοινού που επίσης την βλέπει και «Ισόθεον δοκεί μοι είναι», λέει ο μεταφραστής, μεταφέροντας στα αρχαία ελληνικά τη λατινική φράση του Πάουντ «deo MI paresse» (φαίνεταί μοι κήνος ίσος θεοίσιν έμμεν’, όπως παρεμφερώς λέει, η Σαπφώ, προσθέτουμε εμείς).

Οι Διάλογοι, περιλαμβάνουν τρία  ποιήματα «Εκείνου» και έξι «Εκείνης», και μια μικρή παρεμβολή της «μάνας» και την απάντηση της «κόρης». Στην ουσία υπάρχει μια ισοδυναμία ανάμεσα στο τι λέει Εκείνος και τι Εκείνη και όσον αφορά το είδος και την έκταση του λόγου. Εκείνο που θα ήθελα να σχολιάσω είναι η προσφώνηση «αδελφέ», «αδελφή», η οποία πέρα από τον δεσμό αίματος περιλαμβάνει και τους ερωτικούς συντρόφους. Στο Άσμα Ασμάτων συναντάμε, εκ μέρους της κόρης, τις προσφωνήσεις : «αδελφιδός»,  «Ιδού ει καλός, αδελφιδός μου», «φωνή του αδελφιδού μου»,  ενώ εκείνος προτιμά τον επιρρηματικό τρόπο: «η πλησίον μου», «Ως κρίνον εν μέσω ακανθών,/ ούτως η πλησίον μου ανά μέσον των θυγατέρων» , «Ιδού ει καλή πλησίον μου» αλλά και «αδελφή μου νύμφη».

Μας ενδιαφέρει εδώ ο «αδελφός» και η «αδελφή», την οποία  ο Πάουντ, λέει ο Κάσσος, μεταφράζει έτσι ώστε το ποίημα να φανεί σύγχρονο και όχι ως «φιλολογική ανασκαφή», οπότε χρησιμοποιεί τη λέξη «darling».   

                                                   *

Φεύγοντας από τα κείμενα αυτά και, με «άλμα πιο γρήγορο από τη φθορά», που λέει ο Οδυσσέας Ελύτης,  φτάνω στον 8ο -9ο μ. Χ. αιώνα και μελετώ την παραλογή «Του νεκρού αδελφού», όπου η σχέση αδελφού-αδελφής, νομίζω πως μπορεί να εκληφθεί και ως ερωτική. Το θέμα με απασχόλησε πριν από πολλά χρόνια και το έθιξα τότε, σοκάροντας κάπως τους αμύητους (Τα ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΑ, Φθινόπωρο 1989, τ. 16) αν και ο Κάρολος Μητσάκης έχει μιλήσει επ’ αυτού, αναφερόμενος στο αγγλικό ποίημα «The miracle of Suffolk» (Πορεία στο Χρόνο, Ι «Μελέτες για το δημοτικό τραγούδι», εκδ. Γνώση 1985). Τα δύο κείμενα – η παραλογή και το «θαύμα»- έχουν το ίδιο θέμα, με τη διαφορά ότι  στο αγγλικό κείμενο το ζευγάρι είναι φανερά ερωτικό, ενώ στο ελληνικό είναι αδέλφια. Εκείνη είναι μια κόρη που απομακρύνεται από το οικογενειακό της περιβάλλον. Εκεί μακριά που έχει εξοριστεί εύχεται να έρθει ο καλός της  να την πάρει. Ο καλός της όμως έχει πεθάνει πριν από εννέα μήνες κι εκείνη δεν το ξέρει. Ωστόσο, σηκώνεται από τον τάφο (εδώ είναι το «θαύμα»), έρχεται, την παίρνει και ταξιδεύει όλη τη νύχτα για να την φέρνει στο πατρικό της σπίτι. Αποδεικτικό στοιχείο αυτής της συνάντησης  είναι το μαντήλι της με το οποίο του δένει το κεφάλι του που πονάει και το οποίο – ω του θαύματος- βρίσκεται την άλλη μέρα στον τάφο του.  Η κοπέλα πεθαίνει αμέσως και το ζευγάρι ενώνεται παντοτινά. Ο έρωτας, λοιπόν, είναι αυτός που σηκώνει τον νέο από τον τάφο και φέρνει την κόρη πίσω.

Στο ελληνικό ποίημα οι μελετητές επιμένουν πως είναι ο όρκος, που έχει δώσει ο νέος στη μάνα.  Η λιτότητα του είδους δεν επιτρέπει να πούμε πολλά πέρα από την αδελφική αγάπη, ωστόσο, υπάρχουν στοιχεία μέσα στο ποίημα που υπαινίσσονται κάτι πέρα από αυτήν.

Η Αρετή είναι όμορφη και μοναχοκόρη, καμάρι για την «μάνα» της και τα εννιά της αδέλφια. Όταν «προξενητάδες ήρθανε από τη Βαβυλώνα να πάρουνε την Αρετή πολύ μακριά στα ξένα» η μητέρα και οι οχτώ αδελφοί δεν θέλουνε. Μόνο ο Κωνσταντίνος επιμένει:

 μάνα μου κι ας την δώσουμε την Αρετή στα ξένα,
 στα ξένα εκεί που περπατώ, στα ξένα που πηγαίνω
αν πάμ' εμείς στην ξενιτιά, ξένοι να μην περνούμε. 

Η αιτιολογία της απομάκρυνσης της κόρης είναι ιδιοτελής, διότι εκείνος ούτως ή άλλως ταξιδεύει και θα την βλέπει. Αυτό ίσως είναι μικρής σημασίας. Το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στη συμπεριφορά του Κωνσταντή, όταν μετά  το «θανατικό» και τις κατάρες της μάνας βγαίνει από το μνήμα για να τηρήσει τον όρκο του.  

Από το μυριανάθεμα και τη βαριά κατάρα
η γης αναταράχτηκε κι ο Κωνστανής εβγήκε
Κάνει το σύννεφο άλογο και  άστρο χαλινάρι
Και το φεγγάρι συντροφιά και πάει να της την φέρει.

Το ερώτημα που προκύπτει είναι οι κατάρες της μάνας και η δύναμη του όρκου; Αυτός είναι ο μόνος λόγος που τον σηκώνει από το μνήμα; Βεβαίως οι μελετητές εδώ βλέπουν τη συνέπεια του νεκρού στον όρκο του, μερικοί μάλιστα μιλούν και για οικονομική ρήτρα, οπότε ο Κωνσταντής τηρεί το λόγο του ως έμπορος, ας πούμε, και όχι ως «αδελφός». Τα στοιχεία όμως από εδώ και κάτω παρέχουν νύξεις για κάτι πάρα πέρα: 

                 Βρίσκει την κι εχτενίζουνταν όξου στο φεγγαράκι… 

Έχει περάσει καιρός. Η νεόνυμφη κόρη πρέπει να είναι ή στο νυφικό κρεβάτι της ή πλάι σε μια κούνια νεογέννητου. Άρα το να χτενίζεται στο φεγγαράκι, με ό,τι η λαϊκή παράδοση έχει φορτώσει το φεγγαράκι,  σηματοτοδεί μεγάλη ψυχική αγωνία. Η παρουσία του ουρανού – «φεγγαράκι»- γίνεται ο τόπος που τραβάει το βλέμμα και της κόρης και του παρατηρητή και από εκεί είναι που θα έρθει ο Κωνσταντής στο σύννεφο-άλογο καβάλα· από τον ουρανό, όπως ο έρωτας στην Σαπφώ: «Έρος έλθοντ’  εξ οράνω», «ως «αστέρων πάντων ο κάλλιστος». 

(Ειρήσθω εν παρόδω ότι η Ηλέκτρα όταν αναγνωρίζει τον Ορέστη τον προσφωνεί «Ω, φίλτατον φως», φράση η οποία έχει μεταφραστεί ποικιλοτρόπως αλλά και ως  «Καρδούλα μου», πράγμα που δείχνει μεγάλη τρυφερότητα).

Οι προσφωνήσεις του Κωνσταντή είναι: «αδελφή» και «Αρέτω». Και οι δύο υποδηλώνουν τρυφερότητα.  Της Αρετής είναι: «αδερφάκι μου», «Κωνσταντίνε μου», «Κωνσταντάκη μου». Όλες αυτές μπορούν να συνυπολογιστούν στο ερωτικό λεξιλόγιο, με την προϋπόθεση πως παραδεχόμαστε ότι για ένα κορίτσι του καιρού της Αρετής, με γνώμονα πάντα τον κώδικα συμπεριφοράς μιας κόρης άβγαλτης και υπάκουης στη θέληση της ανδροκρατούμενης οικογένειας της, είναι πολύ τολμηρές, για αδελφικές.  Από την άλλη μεριά, όμως, έρχεται η ώρα να σκεφτούμε μήπως και του Κωνσταντή η νεκρανάσταση δεν είναι μόνο η ανάγκη τήρησης του όρκου προς τη μητέρα, αλλά και η ανάγκη να φέρει πίσω την Αρετή, αφού ο ίδιος δεν πρόκειται να ταξιδέψει πια. Να λάβουμε υπόψη μας ότι, όταν η Αρετή φτάνει στο σπίτι, όπως και η ηρωίδα του Suffolk, πεθαίνει μαζί με την μητέρα της.  Η οικογένεια επανενώνεται στον άλλο κόσμο, με την επιστροφή της ξενιτεμένης κόρης.
                                                           *

Πολλά είναι τα στοιχεία του ποιήματος που θα μπορούσαν να συσχετιστούν με το ερωτικό αιγυπτιακό ποίημα· και αυτά που αφορούν τις προσφωνήσεις και αυτά που αφορούν τον έπαινο της ομορφιάς. Η κόρη είναι «όμορφη», είναι «πανώρια λυγερή», υπονοείται ότι έχει ωραία μαλλιά, «στα σκοτεινά την έλουζε στ’ άφεγγα τη χτενίζει», για να μη μαράνει ο ήλιος τα «σμάραγδά» της, που θα έλεγε και ο Ανδρέας Κάλβος, αλλά να λάβουμε υπόψη μας την προφύλαξη που παίρνει η μάνα από το κακό και φθονερό μάτι. Η κόρη ρωτάει για τα «κάλλη» του Κωνσταντή, τη «λεβεντιά» του, τα «ξανθά» του «μαλλιά»  και «τ’ όμορφο μουστάκι». Προβάλλει, δηλαδή, τα χαρακτηριστικά του αδελφού, εκείνα που προσέχουν οι κοπέλες σ’ ένα άντρα, πράγμα που όπως είπαμε είναι τολμηρό για μια κόρη της εποχής της.

 Τέλος, ένα ακόμα χαρακτηριστικό που έρχεται να προστεθεί είναι ότι και ο νέος των Ερωτικών Διαλόγων αρρωσταίνει από την απουσία της «αδελφής» του και κινδυνεύει να πεθάνει, όπως και οι  νέοι στα άλλα δύο ποιήματα αρρωσταίνουν και πεθαίνουν,  τολμώ να πω, και οι δύο από έρωτα.  Στο αιγυπτιακό ποίημα  «Εκείνος» λέει: 

«Εφτά μέρες έχω να τη δω./ Η αρρώστια μου χειροτευρεύει·/ δεν μπορώ να πάρω τα πόδια μου… Εκείνη μόνο θα μου δώσει ζωή ,/ με τη φωνή της μόνο/ θα σηκωθώ απ’ το στρώμα». 

Και τώρα έρχομαι στο καίριο ερώτημα. Ποιο ήταν το θανατικό που έπεσε στην παραλογή; Είναι ολοφάνερο. Η Αρετή έφυγε και πήρε μαζί της και τη ζωή από το σπίτι, όπως και η άλλη στο αγγλικό ποίημα.  Και οι δύο κοπέλες όταν επιστρέφουν  στο σπίτι τους πεθαίνουν πλάι στους αγαπημένους τους, όπως κινδυνεύει να πάθει και νέος των Διαλόγων. Γιατί; Γιατί «κραταιά ως θάνατος αγάπη,/ σκληρός ως Άδης ζήλος» λέει ο Σολομών και «Είναι δυνατή η αγάπη σαν τον θάνατο / και σκληρός ο πόθος σαν τον Άδη» μεταφράζει ο Σεφέρης. Και ας μην ξεχνάμε τη Σαπφώ που επίσης φτάνει να επιθυμεί το θάνατο από ερωτικό πόνο:   

τούτο τω βόλλομαι
Γογγύλα κατθάνην δ’ ίμερός τις έχει με
και λωτίνοις δροσόεντας όχθοις
 

ίδην Αχερ [οντος] (εννοείται).  

Οι ερωτικοί διάλογοι έχουν μακρά ιστορία, πιο μακρά από την ιστορία της γραφής, και άντε τώρα εμείς, αδελφέ μου, αδελφιδέ μου, Κωνσταντίνε μου, Κωσταντάκη μου, darling και αγαπημένε μου, να βρούμε ποια είναι τι!                                            

Ανθούλα  Δανιήλ

 

 

 

                                              

 

 

 

Εκτύπωση του άρθρου