Εκτύπωση του άρθρου
ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ
 
 
Ανοιξιάτικες ανταποκρίσεις – 
                                        Τέλλος Άγρας- Οδυσσέας Ελύτης
 
                                                    un zéphyr amoureux, de ta bouche  sοufflé
                                                                                                    (Jean Moréas)
  
 
Μικρές λεπτομέρειες αναδύονται συχνά από τα κείμενα, σαν να λένε: «κοίτα με, είμαι κι εγώ εδώ». Μια λέξη, μια φράση, ένα χρώμα, μια αίσθηση, μια εικόνα κι αμέσως ένα τοπίο άλλο φωτίζεται πίσω από εκείνο που έχει την κυριαρχία στην επιφάνεια. Σαν παλίμψηστο, σαν petimento που σημαίνει ότι ο ζωγράφος μετάνιωσε. Μετάνιωσε, άλλαξε γνώμη ή κάποιος άλλος το ήθελε αλλιώς. Αυτό το «αλλιώς» αρπαγμένο από σχήματα και χρώματα συνθέτει άλλον πίνακα, άλλο τοπίο, κι αρπαγμένο από λέξεις συνθέτει άλλο ποίημα. Άλλο, αλλά και συγγενές, με ίδια υλικά, ίδια αίσθηση, ίδια εξέλιξη, ωστόσο, άλλο.
 
Πάλι με την Άνοιξη, η φράση, που μου ήρθε αυτομάτως στο νου και έλαβε υπόσταση γραπτής παράστασης,  θα μπορούσε να με πάει στο γνωστό ποίημα του Γιώργου Σεφέρη «ΑΝΟΙΞΗ Μ.Χ.». Όμως, ενώ ο στίχος ανήκει στο ποίημα του Σεφέρη, εμένα μου προέκυψε από το ότι είναι ίσως το τρίτο κείμενο που γράφω για την άνοιξη αυτές τις μέρες. Και όλα συνδεδεμένα με τον Οδυσσέα Ελύτη.  
«Στα ανοιχτά χαρτιά και στα βιβλία», όπως λέει  ο ποιητής, το όνομα του Τέλλου Άγρα αναφέρεται πλάι στο όνομα του Κώστα Καρυωτάκη. Τους δύο αυτούς ποιητές χρησιμοποιεί ο Οδυσσέας Ελύτης για να κάνει την αντιδιαστολή της δικής του ποιητικής γενιάς από την αμέσως προηγούμενη·  το «φαβορί» Καρυωτάκη, όπως τον χαρακτηρίζει, και τον  Άγρα, που τους αισθάνεται να ασφυκτιούν, δέσμιοι και οι δύο της ποιητικής φόρμας. Παραβάλλει μάλιστα τη μορφή των ποιημάτων τους με «διπλά γιλέκα» και «κολάρα σκληρά», την ώρα που εκείνος και οι δικοί του συνοδοιπόροι φορούσαν τα «λευκά ανοιχτά πουκάμισα» (Ανοιχτά Χαρτιά, «Το χρονικό μιας δεκαετίας», σελ. 239). Το ενδυματολογικό σχόλιο δεν έχει να κάνει με το ντύσιμο, βεβαίως,  αλλά με τη μορφή του ποιήματος. 
Ο Άγρας έγραφε στη Διάπλαση των Παίδων του Ξενόπουλου. Ο Ελύτης, δώδεκα χρόνια νεότερος (γεννήθηκε το 1911), διάβαζε τη Διάπλαση των Παίδων.  Έτσι μας προσφέρεται η πιστοποίηση πως ήξερε την ποίηση του Άγρα και μάλιστα πολύ καλά. Αυτό το «πολύ καλά» θα προσπαθήσω να εντοπίσω συγκρίνοντας ένα ποίημα του Ελύτη με ένα του Άγρα. Παίρνω μικρό απόσπασμα από το ποίημα του Ελύτη «Ψαλμός και Ψηφιδωτό για μιαν άνοιξη στην Αθήνα», από τη συλλογή Τα Ετεροθαλή. Το ποίημα είναι γραμμένο το 1939, αλλά η συλλογή εκδόθηκε το 1974. Το ποίημα του Τέλλου Άγρα,  «Η άνοιξη περαστικιά»,  ανήκει στη συλλογή Καθημερινές που εκδόθηκε το 1939, επίσης, και τιμήθηκε με το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης, το 1940. 
 
Ο Τέλος Άγρας γεννήθηκε το 1899, στο παρά ένα του νέου αιώνα που θα έφερνε τόσα και τόσα στην ποίηση και στη ζωή. Enfant sublime τον αποκαλούσε ο Ξενόπουλος, «Υπέροχο παιδί», όπως δηλαδή ο Σατωμπριάν τον Ουγκώ. Η ποίηση είναι γι’ αυτόν  «η πλήρωσις και η ρύθμισις της ζωής», «Κλασικός προορισμός της τέχνης είναι να μεταβάλη το  φ ρ ι χ τ ό   σε  υ ψ η λ ό   ντύνοντάς το με την ομορφιά»,  έλεγε. Επηρεασμένος από τον Ζαν Μορεάς, τον ποιητή των Στροφών  που μετέφρασε στα Ελληνικά,  περνάει στην ποίησή του ένα κλίμα μελαγχολίας, σε ήπιους τόνους πάντοτε. Ούτε το ερωτικό αίσθημα παρουσιάζεται με εξάρσεις, όπως φαίνεται και στην  «Άνοιξη» που έρχεται και φεύγει.  Στις αμφιβολίες του, για το αν έπρεπε και αυτός να γράφει, είχε πάρει τις απαντήσεις διαβάζοντας τον «Péllerin Passioné», τον Περιπαθή Προσκυνητή, πράγμα που σημαίνει πως ήταν ενισχυτικές. Ως περιπαθής και παθιασμένος με την ποίηση, επόμενο ήταν να κάνει και αυτός στα νιάτα του μιαν «ανταρσία» απέναντι στους παλαιότερους, τέτοια ώστε να αναγκάσει τον Γρηγόριο Ξενόπουλο να του πει: «το ύφος με το οποίο ομιλείς δια τους μεγάλους άνδρας… μου προξενεί αγανάκτησιν». Τα χρόνια πέρασαν και ήταν η σειρά των νεότερων να εκφράσουν τη δική τους «ανταρσία», μιλώντας «δια τους μεγάλους άνδρας» με τα «γιλέκα» και τα «κολάρα», όπως ήδη είπαμε. Και φαίνεται πως είναι κανόνας η νέα γενιά να τα βάζει με την προηγούμενη για να σπρώξει και να δημιουργήσει χώρο για τον εαυτό της. Βεβαίως, δεν έχουν πάντα δίκιο οι παλαιότεροι και δεν έχουν πάντα άδικο οι νεότεροι. Η τέχνη εξελίσσεται και  μερικές φορές το δίκιο είναι ολοφάνερο με τίνος το μέρος είναι.  Και ο Ελύτης νέος της Σιδώνας δεν ήταν.
Ο Άγρας ήταν πάρα πολύ καλός κριτικός, καλύτερος από ποιητής,  και μας άφησε άριστες σελίδες.  
Αναφέρω σαν δείγμα από τις πολλές μελέτες του εκείνες για τον Καβάφη και τον Καρυωτάκη. Θεωρούσε ότι η τέχνη είναι «η πλήρωσις και η ρύθμισις της ζωής». Ότι  «Το αισθητικό κριτήριο της ποίησης είναι διπλό· κριτήριο ουσίας και κριτήριο μορφής». Επίσης αναρωτιέται: «Γιατί να ριψοκινδυνέψεις για  ό,τι οι άλλοι έχουν ήδη έτοιμο;», «Γιατί να μιμηθείς, αντί να αποδώσεις ό,τι υπάρχει;». Σωστές σκέψεις από μια εποχή που ο ποιητής σκεφτόταν πολύ πριν αποφασίσει να «ριψοκινδυνεύσει» και δεν γινόταν ποιητής επειδή δεν είχε τι άλλο να κάνει και, με την «ατελή μόρφωσή» του, δεν είχε συναίσθηση  της σοβαρότητας που απαιτούσε το είδος, όπως έλεγε.  Ας είναι…
 Τα δύο ποιήματα που έγιναν αφορμή για τη σύγκρισή μας, είναι γεννημένα την ίδια χρονιά, τουλάχιστον τυπικά, έχουν το ίδιο συναισθηματικό κλίμα και αναφέρονται σε μια άνοιξη, στην Αθήνα. Στο ποίημα του Ελύτη, η Αθήνα αναφέρεται στον τίτλο, αλλά και, λόγω της παρουσίας των Καρυατίδων, ο χώρος παραπέμπει στην παλιά Αθήνα, στον περίπατο της Ακρόπολης, και όλα εκεί ήταν εξοχή και είναι ακόμα. Στο ποίημα του Άγρα δεν αναφέρεται, αλλά η Αθήνα είναι η πόλη που ζει και, όπως είπαμε,  έχει πολλά από τα χαρακτηριστικά της εξοχής που φαίνονται στους στίχους του. 
 
Παραθέτω τα ποιήματα. Το πρώτο, Τέλος Άγρας «Η άνοιξη περαστικιά»
 
H  άνοιξη, περαστικιά /απ’ το σπίτι, /έσυρε μια χαρακιά/ στο φεγγίτη.
Xάραξε κλαδιά πλεχτά /σα γαϊτάνι, /και τα φύλλα τα δετά /σε στεφάνι, 
και τ’ αγέρι όταν περνά /στα κοτσάνια, / κάνουν όλα ταπεινά / μια μετάνοια.
Πέρασε απ’ τις γνωστικές/  τις κοπέλλες/κι άνθισαν ποδιές λευκές / και κορδέλες.
Άγιασε τα χώματα μ’ άγια μύρα, /κι είν’ ευκές τα χρώματα, γύρα-γύρα.
Πήγε κι απ’ την εξοχή κι απ’ το ρέμα, /κι όλοι οι φράχτες, οι φτωχοί, τρέχουν αίμα.
Tώρα  ο δρόμος της μακριά θα τη βγάλει, /κει που βρέχει τη στεριά τ’ ακρογιάλι, 
στα νερά τα χαμηλά, κούφια, λίγα, /για να βάλει μια λιλά, μια ίσια ρίγα.
Άδειασε κι εδώ κι εκεί τόσα δώρα/και σα Mοίρα στοργική φεύγει τώρα/― στην καλή της ώρα!
 
Το δεύτερο, Οδυσσέας Ελύτης, «Ψαλμός και Ψηφιδωτό για μιαν άνοιξη στην Αθήνα»
 
Στ’ ανοιχτά χαρτιά και στα βιβλία/ Κιόλας φυσούσε χλιαρό αεράκι… Στη γωνιά του δρόμου με τις Καρυάτιδες /Στρίβοντας …/ Στ’ άδεια οικόπεδα η μασιά του ήλιου εσκάλιζε/ Την τσουκνίδα και το σαλιγκαρόχορτο…/Χάιτε η ριξιά να βρει το ταίρι της/ Κι η τζαμαρία το θαρραλέο λιθάρι της!
Άνοιξη κεφαλή Διός και πέλαγος/Κάποιος απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο έριχνε / Λόγια που σπούσαν σαν αμύγδαλα… Κι άλλα κρυμμένα πίσω απ’ τον φεγγίτη…/ Τα τρεμάμενα σπάρτα μεσ’ στους κάμπους…
Στ’ ανοιχτά χαρτιά και στα βιβλία/ Μια κηλίδα Μωβ Πήγαιν’ Ερχότανε/ Τα χυμένα νερά τα γυμνωμένα μέλη /Λάμπανε πίσω απ’ το παντζούρι/Άνοιξη άνοιξη σαλπάροντας/ Άνοιξη άνοιξη σημαιοστόλιστη/ Άνοιξη “αντίο αντίο παιδιά”.
 
Τα στοιχεία της ανταπόκρισης του ενός ποιήματος στο άλλο είναι τα εξής:
 
Άγρας                                   Ελύτης
 
τ’ αγέρι                                *    χλιαρό αεράκι 
χαρακιά/ στο φεγγίτη           *    απ’ τον φεγγίτη
γνωστικές κοπέλλες            *   Καρυάτιδες
ακρογιάλι                            *    Άνοιξη κεφαλή Διός και πέλαγος
μια λιλά, μια ίσια ρίγα        *    Μια κηλίδα Μωβ Πήγαιν’ Ερχότανε (ίσια γραμμή του βιβλίου)
στην καλή της ώρα!            * ‘‘αντίο αντίο παιδιά”
 
Κοιτάζοντας τα ποιήματα συγκριτικά, διαπιστώνουμε την κοινή, εμφανή, άλλωστε, αφόρμηση,  τη συγγένεια, αλλά και την εξέλιξη. Ο Άγρας παραμένει κοντά στα πράγματα. Βλέπει τη φύση και τη μεταμόρφωσή της, τον ενθουσιασμό της και την «πικρή» κατάληξη που είναι το καλό κατευόδιο -«στην καλή της ώρα»-  ένας υπαινιγμός για το τέλος του έρωτα, της ομορφιάς, της νιότης, της ζωής, επειδή «καμία τέχνη δεν είναι απλή αναπαράσταση της πραγματικότητας», όπως έλεγε. Η άνοιξη αφού «Άδειασε κι εδώ κι εκεί τόσα δώρα … σα  Μοίρα στοργική φεύγει τώρα». 

Στο ποίημα του Ελύτη  η Άνοιξη φεύγει «σαλπάροντας/ … σημαιοστόλιστη» χαιρετώντας,  «“αντίο αντίο παιδιά”». Βρισκόμαστε ακριβώς μπροστά στην ίδια εικόνα της άνοιξης, μόνο που ο ένας την βλέπει γεμάτη δώρα και ο άλλος σημαιοστόλιστη, ο ένας «σα Μοίρα» και ο άλλος σαν κάποια που μας αποχαιρετά.   Ήρθε, έδωσε, φεύγει. 

Ο Άγρας  βλέπει την έκρηξη στα λουλούδια, στα χρώματα, στα ρέματα, στους φράχτες, στο αίμα. Επηρεασμένος από τους Γάλλους συμβολιστές, βλέπει την πορεία προς τη θάλασσα, εκεί που γίνεται η συναλλαγή της ζωής με το θάνατο.  Ο Ελύτης μεταπλάθει δυναμικά το φυσικό υλικό που του προσφέρει η εποχή, δεν στέκεται στα εξωτερικά στοιχεία, αλλά σαν ποιητής doctus το μελετά στα «ανοιχτά χαρτιά και στα βιβλία». Οι στίχοι «Κάποιος απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο έριχνε / Λόγια που σπούσαν σαν αμύγδαλα… Κι άλλα κρυμμένα» φέρνουν στη μνήμη ένα νεανικό του «άκουσμα»: «φωνές φτασμένες από το άγνωστο, μισές τυραννικοί χρησμοί, μετεωρίτες του μέσα διαστήματος, θραύσματα συνείδησης που αποστρακίστηκαν στα χείλη των Σειρήνων» (Ανοιχτά Χαρτιά, «Πρώτα- Πρώτα», σελ. 19). Κι εδώ είναι η σύλληψη του δύσκολου, τα λόγια τα σκληρά «σαν αμύγδαλα». Η έκρηξη στη φύση, στο ποίημα του Άγρα, γίνεται  με τα λουλούδια. Εδώ με τα λόγια τα σκληρά, τα λόγια που θέλουν αποκρυπτογράφηση. Το πράγμα είναι ολοφάνερο, αλλά κανείς δεν θέλει να το βλέπει. Γιατί η ωραία επιφάνεια γοητεύει και παραπλανά. 

Η «λιλά ίσια ρίγα» του ενός και η «μωβ κηλίδα» του άλλου, που πηγαινόερχεται πάνω στη γραμμή των λέξεων, άρα ίσια και αυτή, μοιάζει σαν εκείνη την ισοηλεκτρική γραμμή του καρδιογράφου που δηλώνει το τέλος. Και το χρώμα της, λιλά, μωβ, πένθιμο. Ο νεότερος ποιητής εισπράττει τον προβληματισμό του παλιότερου και τον πάει παραπέρα. Η φύση ήταν απλώς η αφορμή για να δει ότι πίσω από την ομορφιά της άνοιξης υπάρχει το τέλος, όπως κάτω από το χώμα της τριανταφυλλιάς, το σκουλήκι.  Κάτω από τον στολισμένο Επιτάφιο, το σώμα της θυσίας. Άνοιξη. 

«ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ δεν τη βρήκα τόσο στους αγρούς ή έστω σ’ έναν Μποτιτσέλλι όσο σε μια μικρή Βαϊφόρο κόκκινη» (Μικρός ναυτίλος, IV) και φυσικά, ολοκάθαρα μας ειδοποιεί ότι την Βαϊφόρο (Κυριακή των Βαΐων) ακολουθεί η Εβδομάδα των Παθών. Πίσω από αυτό που φαίνεται χαρά  είναι αυτό που πονάει. 
 
Άνοιξη μέσα μου φυσάει απ’ το δικό σου στόμα, λέει ο Ζαν αν Μορεάς,  Άνοιξη  περαστικιά ο Άγρας, 
Άνοιξη σαλπάροντας ο Ελύτης. 
 
Ανθούλα Δανιήλ 
(© Poeticanet/ Τα περιεχόμενα του Poeticanet  προστατεύονται από copyright.).
Εκτύπωση του άρθρου