Εκτύπωση του άρθρου
                  
«Μη μεταφράζεις τη λέξη που δεν ακούγεται»
 
ΚΩΣΤΙΟΥ ΚΑΤΕΡΙΝΑ

Ανθολογία Πορτογαλικής Ποίησης
Εισαγωγή-Μετάφραση: Γιάννης Σουλιώτης, Ροές, 2008, σελ. 391.
 
Διακόσια εννενήντα τρία ποιήματα πενήντα οκτώ ποιητών που γεννήθηκαν από το 1967 έως το 1972, ή, άλλως, τριακόσιες έξι σελίδες πορτογαλικής ποίησης του 20ού αιώνα έχει  καταθέσει ο Γιάννης Σουλιώτης στον καλαίσθητο τόμο των εκδόσεων «Ροές», στη σειρά «Ποιητές του κόσμου», που κυκλοφόρησε πρόσφατα με πρόλογο της Ana Maria Soares και επιμέλεια της Παυλίνας Παμπούδη. Εργασία εξαιρετικά δύσκολη και χρονοβόρα, απαιτητική και ενίοτε ψυχοβόρα. Κι αυτό γιατί, όπως σωστά παρατηρεί ο Νάσος Βαγενάς, «στην πραγματικότητα η ποιητική μετάφραση δεν είναι τίποτε άλλο από τη συνάντηση δύο ευαισθησιών—της ευαισθησίας του ποιητή και της ευαισθησίας του μεταφραστή—που γίνεται στη γλώσσα του τελευταίου».[1] Το νέο κείμενο που θα γεννηθεί στην καινούργια γλώσσα πρέπει να μπορεί να αναγνωσθεί σαν εξαρχής να γράφτηκε στη γλώσσα υποδοχής, δηλαδή σαν ένα ποιητικό κείμενο ανεξάρτητο από το πρωτότυπο. Στην πλειονότητά τους τα ποιήματα του τόμου μπορούν κάλλιστα να προσληφθούν σαν μέρος της εθνικής μας λογοτεχνίας. Αυτό είναι ένα κριτήριο της επιτυχίας μιας ποιητικής μετάφρασης, αφού η μεταφρασμένη ποίηση πρέπει να αποτελεί μέρος της εθνικής λογοτεχνίας —όπως πολύ σωστά θεωρεί η Ισπανία και η Ιταλία—, εφόσον μπορεί να λειτουργήσει διαδραστικά και να γονιμοποιήσει τη νέα παραγωγή ή, ακόμη, να επαναπροσδιορίσει τον λογοτεχνικό κανόνα. Σας προτρέπω να σκεφθούμε πώς θα είχε διαμορφωθεί η ποίηση της Ισπανίας δίχως τη μετάφραση στα ισπανικά της ποίησης του Καβάφη, ενός ποιητή, του οποίου το έργο έχει αποκτήσει προ πολλού διεθνή δυναμική και έχει επηρεάσει πολλές ξένες λογοτεχνίες.[2] Σας θυμίζω, ακόμη, ότι ο Καρυωτάκης ενέταξε στο ποιητικό του έργο τις μεταφράσεις του της ξένης ποίησης και η σωστή πρόσληψη του έργου του δεν πρέπει να τις αφήνει απέξω.
Πέρα από το φαινόμενο του πολύ γνωστού και ιδιαίτερα αγαπητού στην Ελλάδα Φερνάντο Πεσσόα, η πορτογαλική λογοτεχνία δεν είναι οικεία στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό. H Ανθολογία μας δίνει την ευκαιρία της εξοικείωσης με την πορτογαλική ποίηση ενός αιώνα∙ εντοπίζει και αναδεικνύει ποιητικές φωνές, άλλες σημαντικές για την ποιότητα της χροιάς τους, άλλες για την ιδιαιτερότητα του ρυθμού τους∙ ποιητές του κανόνα και ποιητές του περιθωρίου.
Oι έντονες αλλαγές στο πολιτικό σκηνικό από τη μια μεριά και ο συντηρητισμός μιας κοινωνίας που δεν της επέτρεπαν να ισορροπήσει από την άλλη συνέβαλαν ώστε να εμφανιστούν ποιητές με αντισυμβατική και τολμηρή φωνή, όπως ο Αντόνιο Μπόττο, ο Ραούλ Λεάλ και η Τζούντιθ Τεϊξέιρα—των οποίων τα έργα, όπως μας πληροφορεί ο Σουλιώτης στην πολύ χρήσιμη εισαγωγή του, «ρίχτηκαν στην πυρά»— αλλά και συνάμα να δημιουργηθεί έντονη δυσανεξία των αρχών και του κοινωνικού περίγυρου απέναντι στους «μαλντίτος» («καταραμένους») της Πορτογαλίας. Οι πολιτικές συνθήκες δεν είναι άμοιρες της θλίψης που χαρακτηρίζει τον πορτογαλικό λαό και φυσικά αποτυπώνεται στην ποίησή του. Προφανώς πρόκειται για ένα συστατικό της ιδιοσυγκρασίας του το οποίο τροφοδοτήθηκε από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Η περίφημη saudade (καημός, θλίψη, απελπισία) διαποτίζει τα περισσότερα ποιήματα της Ανθολογίας και φαίνεται να αποτελεί καθολικό υφολογικό δείκτη της πορτογαλικότητας. Το επισημαίνει και ο ίδιος ο μεταφραστής: «ελπίζω ότι απέδωσα την αίσθηση της saudade. Σ’ όλα τα ποιήματα διακρίνονται ο θάνατος, η νύχτα, η σιωπή, ο άνεμος, οι ίσκιοι, οι σκιές, το γαλάζιο, η άμμος, τα κύματα, ο αφρός, ο ουρανός, ο ήλιος, η γη, το φως ..., όλα τα υλικά που αποδίδουν αυτό το σύνθετο συναίσθημα—που το θεωρώ και δικό μας» (σ. 19) Η παραπάνω κρίση του Σουλιώτη δεν μπορεί να μην ανακαλέσει τη ρήση του Κοσμά Πολίτη που θεωρούσε τους Έλληνες—μετά τους Εβραίους—τον πιο θλιμμένο λαό του κόσμου.
Τα ερωτήματα τα οποία συνοδεύουν την ανάγνωση μιας ανθολογίας είναι πολλά: Γιατί μεταφράζει ένας ποιητής; (γιατί κάθε μεταφραστής, ακόμη και αν δεν έχει γράψει ούτε ένα ποίημα στη γλώσσα του, είναι ποιητής). Πώς επιλέγει και άρα πώς αποκλείει; Πού απευθύνεται; Ποιος είναι ο στόχος του; Και, κυρίως, ποια είναι η μεταφραστική του πρακτική; Θα σταθώ, με τη συντομία που επιβάλλει η περίσταση, στο τελευταίο ερώτημα. Ο πορτογάλος António Ramos Rosa (1924-), ποιητής και μεταφραστής ο ίδιος, ο οποίος περιλαμβάνεται στην Ανθολογία που παρουσιάζουμε σήμερα, φαίνεται να είναι συμβατός με την πρακτική του Σουλιώτη, όταν γράφει:
 
Μη μεταφράζεις
Τη λέξη που δεν ακούγεται
Μην ψάξεις
Να χωρίσεις
Εκείνο που είναι στο μέσον
Οπως ο κουφός ήχος
Μιας φλέβας.
Μην αυξάνεις
Την αγνή υπερβολή της σιωπής
Πιο πολύ από το χνώτο
Της λάμπας σου
                        («Μη μεταφράζεις...», σ. 206)
 
Ο Σουλιώτης στην Εισαγωγή του επισημαίνει ότι «στη μετάφραση προσπάθησε να κρατήσει όσο ήταν περισσότερο δυνατό την ποικιλία των ήχων, τη μουσικότητα που διακρίνει την πορτογαλική γλώσσα, η οποία, ως γνωστόν διαφέρει από τις άλλες λατινογενείς γλώσσες». Επίσης, διευκρινίζει  ότι «όλα τα ποιήματα αποδόθηκαν σε ελεύθερο στίχο, ακόμη και εκείνα που είναι γραμμένα σε ομοιοκαταληξία» (σ. 19).
Είναι γνωστό ότι για τη μετάφραση της ποίησης έχουν διατυπωθεί διάφορες θεωρίες, όσον αφορά τη σχέση πρωτότυπου και μεταφρασμένου ποιήματος. Αρκεί να σας θυμίσω δύο εκ διαμέτρου αντίθετες τοποθετήσεις: από τη μια τον αφορισμό του Ελιοτ «χάνουμε πολύ λιγότερα διαβάζοντας ένα μεταφρασμένο μυθιστόρημα απ’ ό,τι ένα ποίημα», δεδομένου ότι «καμία τέχνη δεν είναι πιο πεισματικά εθνική από την ποίηση». Από την άλλη τον Πάουντ που αδιαφορούσε για την «πιστότητα» προς το πρωτότυπο, μετέφραζε συστηματικά από γλώσσες που γνώριζε καλά, αλλά και από άλλες που γνώριζε λιγότερο έως ελάχιστα και θεωρούσε ότι η μετάφραση είναι μια κριτική ανάγνωση που ορίζεται από την οπτική γωνία, τα ενδιαφέροντα και τις αντιλήψεις του μεταφραστή (και της εποχής του), άποψη που ουσιαστικά σημαίνει ότι το μεταφρασμένο κείμενο πρέπει να κριθεί βάσει της πρότασης που το ίδιο συνιστά και όχι βάσει των δεδομένων του πρωτοτύπου.[3] Αλλά, για να έρθουμε στα ελληνικά πράγματα ή μάλλον στα ελληνοπορτογαλικά: η αντίληψη του Σουλιώτη για τη μετάφραση φαίνεται να είναι πιο κοντά στην καρυωτακική πρακτική, στους αντίποδες δηλαδή της σεφερικής αντίληψης που θεωρούσε ότι η μετάφραση συνιστά άσκηση γραφής και όχι παραγωγή λογοτεχνικού έργου και ότι από τα ξενόγλωσσα ποιήματα είναι μεταφράσιμα μόνον εκείνα που «αντέχει» η ελληνική γλώσσα.[4] Ο Σουλιώτης δεν επιλέγει ό,τι θεωρεί ότι «αντέχει», αλλά όπως ο ίδιος σημειώνει, περιλαμβάνει στην Ανθολογία του «όλες τις γενιές», ποιητές από διάφορες γενιές και «βαθύτατα Πορτογάλους» (σ. 18). Επιπλέον, διατηρεί μια ισορροπία, όσον αφορά στα σημάδια της ετερότητας, που σημαίνει ότι σέβεται την ετερότητα δίχως να τη διαλύει απαλείφοντας τα χαρακτηριστικά της, αλλά και δίχως να την προβάλλει υπερτονίζοντάς τα.[5]
Σήμερα που οι μεταφραστικές σπουδές έχουν πίσω τους μια μακρά πορεία θεωρητικού προβληματισμού και εφαρμογών, έχουμε καταλήξει ότι το καθήκον του μεταφραστή είναι να παραμείνει πιστός όχι τόσο στο διανοητικό, όσο στο συγκινησιακό νόημα ενός ποιήματος. Να αναπαραγάγει δηλαδή κυρίως το αίσθημα που εκείνος, ως μοναδικός αναγνώστης, προσλαμβάνει. Και αυτό το αίσθημα, δηλαδή το συγκινησιακό φορτίο, στηρίζεται πολύ στον ρυθμό της γλώσσας. Λέγοντας ρυθμό δεν εννοώ το μέτρο, που είναι ένα εξωτερικό σχήμα, αλλά εκείνο το στοιχείο της ποιητικής υπόστασης το οποίο διαμορφώνει τη μοναδικότητα του κάθε ποιητή∙[6]  εκείνο το στοιχείο της ευαισθησίας του ποιητή που αποστάζει τα ποιητικά υλικά της εμπειρίας και τα μεταστοιχειώνει σε ποιητικό λόγο. Ο Σουλιώτης πέτυχε να μας δώσει αυτή τη μοναδικότητα του ρυθμού που χαρακτηρίζει και συνάμα συνέχει κάθε μια από τις πενήντα οκτώ ποιητικές φωνές που στεγάζει ο τόμος. Και φυσικά, ως άνθρωπος της εποχής του «χαμένου κέντρου», όπως ονόμασε ο Ζήσιμος Λορεντζάτος το αίσθημα της αποκοπής από την παλιά αρμονία και τάξη, πολύ σωστά απέδωσε σε ελεύθερο στίχο ακόμη και ποιήματα που ήταν γραμμένα με ομοιοκαταληξία. Έτσι, κατάφερε να μας δώσει ποιήματα που να ανταποκρίνονται στην ευαισθησία του σύγχρονου αναγνώστη.
Ένας άλλος λόγος που καθιστά ακόμη πιο χρήσιμο και ενδιαφέρον το εγχείρημα του Σουλιώτη είναι ότι η πορτογαλική γλώσσα ανήκει στις «αδύναμες» μεταφραστικά  γλώσσες, γεγονός που συμπαρασύρει και τη λογοτεχνία. Εξυπακούεται ότι ο όρος πρέπει να εννοηθεί ανεξάρτητα από αξιολογικές συνδηλώσεις και σε σχέση με το βαθμό εξοικείωσης των αναγνωστών της στη χώρα υποδοχής, στην προκειμένη περίπτωση στην Ελλάδα. Και, ελπίζω να συμφωνούμε, ότι ο καλύτερος τρόπος για να γνωρίσεις την ψυχή ενός έθνους είναι η λογοτεχνία του και κυρίως η ποίησή του∙ διότι η ποίηση είναι η αποτύπωση του ιδιαίτερου εσωτερικού ρυθμού του που καθορίζει τη συναισθηματική του συμπεριφορά  και την πορεία της σκέψης του. Ο τρόπος με τον οποίο ένα έθνος επιλέγει, μέσω των ποιητών του, να καθηλώσει την αιωνιότητα της στιγμής, να αποτυπώσει τη διάρκεια του εφήμερου, να διαχωρίσει το καίριο, το απαλλαγμένο από τη σκόνη της εμπειρίας, αντανακλά την ιστορική πορεία του και αποτελεί τη βασικότερη παράμετρο της ετερότητάς του. Γι’ αυτό οφείλουμε ευγνωμοσύνη στον Γιάννη Σουλιώτη: πρώτα γιατί πλούτισε την ποίησή μας με διακόσια εννενήντα τρία νέα ποιήματα κι έπειτα γιατί μας έδωσε τη δυνατότητα να γνωρίσουμε από τον πιο αξιόπιστο και απολαυστικό δρόμο την πορτογαλική ψυχή.
 
ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΩΣΤΙΟΥ
ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΑΤΡΩΝ
 


[1]  Νάσος Βαγενάς, «Η μετάφραση ως πρωτότυπο», Ποίηση και Μετάφραση, Στιγμή, 1989, 21.
[2] Vicente Fernandez Gonzalez,  La ciudad de las ideas. Sombre la poesía de C.P Cavafy y sus traducciones castellanas Nueva Roma 13. Consejo superior de investigasiones sientíficas. Universidad de Malaga. Madrid 2001.
[3] Περισσότερα για τις μεταφραστικές αντιλήψεις των δύο λογοτεχνών βλ. Τάκης Καγιαλής, «Η μετάφραση της ποίησης στον μοντερνισμό: κέντρο και περιφέρεια», Η γλώσσα της λογοτεχνίας και η γλώσσα της μετάφρασης, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, Θεσσαλονίκη 1998, 47-67 (ιδίως 48-50).
[4]  Ό.π., 58.
[5] Για το θέμα βλ. Βαγγέλης Μπιτσιώρης, «Από μια γλώσσα στην άλλη: Ιδιοποίηση και ξενισμός», Η ελληνική γλώσσα στη διευρυμένη Ευρωπαϊκή Ένωση: Γλωσσικός πλουραλισμός και γλωσσεθνοκεντρισμός, Αθήνα, Κέντρο Λογοτεχνικής Μετάφρασης, 1996, 57-67.
[6] Νάσος Βαγενάς, «Προϋποθέσεις της “δεύτερης γραφής”», Ποίηση και Μετάφραση, ό.π., 59.
Εκτύπωση του άρθρου