Εκτύπωση του άρθρου

21 Αντι-ρήσεις και 1 Σχόλιο για την Ποίηση



A Coat

I made my song a coat
Covered with embroideries
Out of old mythologies
From heel to throat;
But the fools caught it
Wore it in the world’s eye
As though they’d wrought it
Song, let them take it
For there’s more enterprise
In walking naked.

W.B. Yeats


* Το αληθινό ποίημα δεν βρίσκεται εκεί που κατοικεί η γλώσσα αυτή καθαυτή αλλά η ανάμνησή της ή μάλλον η νοσταλγία της. Η ποίηση ως διάθεση, ωστόσο, δεν ελλοχεύει στο ήδη βιωμένο ή το επικείμενο αλλά στην επιτακτικότητα του παρόντος-τώρα. Στο βάθος δεν έχει τίποτε να διηγηθεί- το κύριο και ένα αφήγημα του ποιήματος είναι η ποιητική πράξη αυτή καθαυτή: ο ποιητής μπροστά στην ανοιχτή λευκή σελίδα γράφει.


* Κάθε νέο ποίημα συνιστά μία εκ νέου επερώτηση του Λόγου. Το ύψιστο διακύβευμα στην ποίηση, ό,τι συμβατικά ονομάζουμε ‘ύφος’, δεν είναι παρά ο τρόπος που τίθεται κάθε φορά αυτό το ερώτημα.


* Παραφράζοντας τον Lawrence: Η ποίηση λέει πάντα την αλήθεια, όχι όμως σε ό,τι εκφράζει. Που θα πει: ποτέ μην εμπιστεύεσαι τον ποιητή- μόνο το ποίημα.


* Ο νους τείνει να προσλαμβάνει την ποίηση με ενοχλητικό τρόπο. Ό,τι έχει φέρει σε απόγνωση τον ποιητή (και ξεπεράστηκε;) είναι εκείνο που μένει τελικά στον αναγνώστη από ένα ποίημα.


* Μια ποιητική σύνθεση που σέβεται τον εαυτό της οφείλει να μας εμποδίζει να την ολοκληρώσουμε. Από ένστικτο και εκ των προτέρων ο ποιητής γνωρίζει ότι καλό είναι το μη συνεργάσιμο ποίημα. Ακολούθως, κατάκτηση για έναν ποιητή δεν είναι ακριβώς η ολοκλήρωση του ποιήματος (το ‘τελειωμένο’ ποίημα) αλλά το να κατορθώνει να διατηρεί με το έργο του την υπόθεση της ποίησης ανοιχτή, σε διαρκή εισήγηση στο παιγνιώδες του κόσμου.


* Εν τέλει, ο ορίζοντας ενός ποιήματος είναι το άλλο εκείνο ποίημα που ήδη κυοφορείται μέσα του και που την κατάλληλη στιγμή θα το καταργήσει αντικαθιστώντας δηλαδή υπό μία έννοια αναδημιουργώντας το.


* Ωστόσο, ένα καλό ποίημα –αν τύχει και συμβεί- συμπυκνώνει μέσα του κατά έναν ορισμένο τρόπο, διαφορετικό κάθε φορά, ολόκληρο το σώμα της ποίησης.



* Θα θεωρούσα ευτυχές το ποίημα εκείνο που μέσα του το ‘ποιητικό’ βρίσκεται σε καταστολή.


* Μοιραία η εκτροπή της πραγματικότητας είναι στην ποίηση. Αναπόφευκτα το πραγματικό εκεί εκβάλλει.


* Η επιδεξιότητα ενός ποιητή έγγειται στην επιδεξιότητά του τη στιγμή που κάνει λάθος.


* Είναι φορές που βιώνω το να γράφω ποίηση σαν ένα ατύχημα. Τα ποιήματα εκείνης της στιγμής δεν είναι παρά η εκδίκηση της γλώσσας για το χάσμα ανάμεσα στο λόγο και τη σιωπή.


* Σε μεγάλο βαθμό η ποίηση συνίσταται (και μερικές φορές εξαντλείται) στην προσπάθεια του ποιητή να μεταδώσει ένα μορφολογικό γεγονός. Το ποίημα πρωτίστως μελετά και διευρύνει τις μηχανικές δυνατότητες της γλώσσας. Αυτή η παρατήρηση της γλώσσας εκ των έσω από αυτή την ίδια και η αφήγησή της συνιστούν την ποιητική πράξη.


* Όρισα κάποτε την ποίηση ως τη μεγαλύτερη δυνατή συμπύκνωση νοήματος στη μικρότερη δυνατή διάσταση μιας γλώσσας. Ίσως όμως εκείνο που πραγματικά ήθελα να πω είναι ότι εν τέλει η ποίηση είναι υπόθεση αναλογιών και συσχετισμών, θέμα ποσοτήτων.


* Η σχέση μου με την ποιητική μεταφορά: θα όριζα τον ποιητικό εαυτό μου ως ένα εικονοκλάστη που, ωστόσο, κατέχεται ολοκληρωτικά από τις εικόνες.


* Ο θάνατος χαρμόσυνα. Κάπως έτσι ηχεί -στις καλύτερες στιγμές του- το ποιητικό αποτέλεσμα.


* Η ποιητική πράξη είναι, πρωτίστως, η ανάληψη μιας ευθύνης: της υπεράσπισης της ανωνυμίας της γλώσσας.


* Χρόνια τώρα έχω την αίσθηση ότι γράφω ξανά και ξανά ένα και το αυτό ποίημα.


* Ποίηση ως η αυτοσυνειδησία της γλώσσας. Με τον ίδιο τρόπο που η λήθη ουσιαστικά δεν είναι παρά η αυτοσυνειδησία της μνήμης. Αυτός είναι και ο πιο επικίνδυνος -ίσως- από τους ρόλους της.


* Είναι φανερές οι δεσμεύσεις –με τη μορφή τροχοπέδης- που ακόμη με συνέχουν. Η μόνη εξουσία που στο βάθος δεν θα ‘θελα ποτέ να μάθω να διαχειρίζομαι είναι η εξουσία των λέξεων πάνω μου. Νιώθω κάποτε ότι η ποίηση -η δική μου τουλάχιστον- αφήνει την πιο καίρια στιγμή τη γλώσσα ανυπεράσπιστη στις λέξεις της, λεία στον εαυτό της.


* Αρχίζω να γράφω κι έρχομαι κατάματα με μια γλώσσα που κατάματα με κοιτά. Πιάνω τον εαυτό απορροφημένο σε μια ξένη, άλλη από μένα σκέψη, έναν άλλο ρυθμό. Ποιόν αφορά αυτή η διήγηση; Ποιανού την ιστορία ετοιμάζομαι να αφηγηθώ; Ωστόσο, κι εδώ βρίσκεται αδιαμφισβήτητα η αλήθεια, η ιστορία αυτή αφορά οπωσδήποτε εμένα, η δική μου αφήγηση θ’ απλώσει πάνω στο χαρτί. Αυτή ακριβώς τη διχογνωμία που με κατέχει την αναγνωρίζω ως ‘έμπνευση’ και την ονομάζω ‘μούσα’ μου.


* Κατ’ επέκταση, γράφω στίχους ή μάλλον συνειδητά αφήνομαι στην ποίηση με τρόπο ναρκισσιστικά εγωιστικό: με την (απατηλή;) ψευδαίσθηση ότι ο ‘άλλος’ εκείνος που επιμένει να με θέλει να γράφω (και που μισώ) δεν θα πολιτογραφηθεί ποτέ ως το ‘εγώ’ που πραγματικά είμαι.




٭




Βιαιοπραγήσαμε -αυτόκλητα καταχρώμενοι την εξουσία μας στη λεγόμενη ‘μοντέρνα’ εκδοχή της σκέψης μας - εναντίον του νοήματος, των ονομάτων κι αυτά μας εκδικήθηκαν. Ανακαλύψαμε, αδιαφορήσαμε και επινοήσαμε –στη ‘μετα-μοντέρνα’, κυρίως, εποχή του λόγου μας- διαδοχικά το κοινό των ποιημάτων μας και τον ποιητικό εαυτό μας. Σήμερα φτάσαμε, εμείς οι ίδιοι οι ποιητές λιγάκι δύσθυμοι (ή ευθυμούμε μήπως κι εγώ κάνω λάθος;) να παρατηρούμε σχεδόν αμήχανα ποιήματα-ίχνη από μας να εγγράφονται καλώντας μας να τ’ αποκρυπτογραφήσουμε- εξ ονόματός τους μάλλον παρά από ανάγκη δική μας. Στην πραγματικότητα δεν φτιάχνουμε ακριβώς ποίηση. Με μια περίεργη αφέλεια –εκείνη που επιμένει να μη γνωρίζει κι όμως ξέρει ήδη- καραδοκούμε τη στιγμή που οι στίχοι μας θα μας πείσουν ότι είναι ποίηση μάλλον -αντί για όποιο άλλο είδος τέχνης που δυνάμει κάλλιστα θα μπορούσαν να είναι* όχι ποίηση-ψευδαίσθηση ή υποκατάστατο των πραγμάτων ούτε πραγματικότητα (και άρα αλήθεια;) ή η μεταφυσική προέκτασή της (αληθινή και πάλι;) νόημα ή απουσία νοήματος αλλά το σφάλμα και μαζί η μοιραία έκβαση όλων αυτών. Το ποιητικό έργο ριζικά εγω-(σ)-τραφές απευθύνεται ουσιαστικά στον εαυτό του ενώ εκτίθεται, δυναμικό αλλά απενεργοποιημένο ωστόσο, στον οποιονδήποτε.






Δήμητρα Κωτούλα



Εκτύπωση του άρθρου