Εκτύπωση του άρθρου
(Έξι επιγράμματα από την Παλατινή Ανθολογία)
Μετάφραση :Τασούλα Καραγεωργίου
 
 
Τα έξι επιγράμματα —όλα αντλημένα από την Παλατινή Ανθολογία—, που παραθέτουμε στη συνέχεια, ανήκουν στην Ανύτη, σημαντική λυρική ποιήτρια  του 3ου αι. π.Χ., καταγόμενη από  την Τεγέα της Αρκαδίας Η Ανύτη καινοτομεί, άλλοτε ζωντανεύοντας σκηνές της καθημερινής ζωής  —στοιχείο που συναντάμε ακόμα κι όταν θρηνεί  για τον πρόωρο θάνατο νεαρών γυναικών—, άλλοτε γράφοντας  επιτύμβια ποιήματα για αγαπημένα ζώα και άλλοτε επιδιδόμενη σε ειδυλλιακές περιγραφές της φύσης. Οι μεταφράσεις των επιγραμμάτων  που ακολουθούν είναι όλες στιχουργημένες σε αναπαιστικά ανισοσύλλαβα μέτρα και  συνοδεύονται από ψευδότιτλους που παρατίθενται εντός αγκυλών. Το πρωτότυπο κείμενο, που είναι γραμμένο  όπως όλα τα ποιήματα της Ανύτης σε δωρική διάλεκτο, παρατίθεται μετά από το μεταφρασμένο  σε πλάγια στοιχεία, συνοδευμένο με την παραπομπή στο αντίστοιχο βιβλίο της Παλατινής Ανθολογίας.  Έχει χρησιμοποιηθεί η έκδοση The Greek Anthology της σειράς Loeb Classical Library. Όλες οι μεταφράσεις με εξαίρεση το «[επιτύμβιο για ένα δελφίνι]» δημοσιεύονται για πρώτη φορά. 
 
[η μικρούλα Μυρώ]
 
Στην ακρίδα, τ’ αηδόνι του αγρού,  
και στον τζίτζικα, ψάλτη των δέντρων, 
κοινό τάφο η μικρούλα Μυρώ είχε στήσει
παρθένιο δάκρυ σταλάζοντας  
γιατί ο άπονος  Άδης
τα δυο της παιχνίδια τα πήρε  και πάνε. 
 
Ἀκρίδι, τᾷ κατ' ἄρουραν ἀηδόνι, καὶ δρυοκοίτᾳ 
τέττιγι ξυνὸν τύμβον ἔτευξε Μυρώ, 
παρθένιον στάξασα κόρα δάκρυ· δισσὰ γὰρ αὐτᾶς 
παίγνι' ὁ δυσπειθὴς ᾤχετ' ἔχων Ἀίδας. 
 
Π.Α.7.190
   
[στον πετεινό]
Τώρα  πια, όπως πρώτα, δεν θα με ξυπνάς,
με  το χάραμα  πάντα λαλώντας 
και κτυπώντας με δύναμη
τις πυκνές σου φτερούγες˙  
γιατί ήρθε κρυφά στον δικό σου τον ύπνο ο θάνατος  
και σε σκότωσε μπήγοντας 
στο λαιμό το γαμψό του το νύχι  
 
Οὐκέτι μ' ὡς τὸ πάρος πυκιναῖς πτερύγεσσιν ἐρέσσων
ὄρσεις ἐξ εὐνῆς ὄρθριος ἐγρόμενος·
ἦ γάρ σ' ὑπνώοντα σίνις λαθρηδὸν ἐπελθὼν
ἔκτεινεν λαιμῷ ῥίμφα καθεὶς ὄνυχα.
Π.Α. 7, 202
 
[επιτύμβιο για ένα δελφίνι] 
 
Δεν θα χαίρομαι πια στα πλωτά τα πελάγη
Ούτε πια τον αυχένα, ορμώντας από τον βυθό, θα προβάλλω
Ούτε δίπλα στο εύσκαλμο πλοίο 
 θα φυσώ με τα όμορφα χείλη
καμαρώνοντας την προτομή μου στην πλώρη.
Ερεβώδης νοτιάς στην ξηρά απ᾿ τη θάλασσα μ᾿ έχει πετάξει
και νεκρό τώρα κείτομαι στην αμμώδη ακτή.
 
Οὐκέτι δὴ πλωτοῖσιν ἀγαλλόμενος πελάγεσσιν 
αὐχέν' ἀναρρίψω βυσσόθεν ὀρνύμενος, 
οὐδὲ παρ' εὐσκάλμοιο νεὼς περικαλλέα χείλη 
ποιφυξῶ τἀμᾷ τερπόμενος προτομᾷ· 
ἀλλά με πορφυρέα πόντου νοτὶς ὦσ' ἐπὶ χέρσον, 
κεῖμαι δὲ † ῥαδινὰν τάνδε παρ' ἠιόνα.   
  Π.Α.7.215
 
 
[θρήνος για την Αντιβία]
 
Την παρθένο Αντιβία θρηνώ που το κάλλος κι η γνώση της φέραν   
στου πατέρα το σπίτι  παλικάρια πολλά 
να την πάρουνε νύφη˙
όμως μοίρα θανάτου  τους κτύπησε 
κι οι ελπίδες τους όλες στον όλεθρο πέρα  κυλήσαν  
 
 
Παρθένον Ἀντιβίαν κατοδύρομαι, ἇς ἐπὶ πολλοὶ
νυμφίοι ἱέμενοι πατρὸς ἵκοντο δόμον,
κάλλευς καὶ πινυτᾶτος ἀνὰ κλέος· ἀλλ' ἐπιπάντων
ἐλπίδας οὐλομένα Μοῖρ' ἐκύλισε πρόσω. 
Π.Α. 7, 490
 
[τ’ όνομά του ήταν  Μάνης] 
 
Όταν κάποτε  ζούσε ο άντρας αυτός, είχε τ’ όνομα Μάνης  
[και ήτανε δούλος]˙
όμως τώρα που πέθανε, ίδια δύναμη έχει  
με τον μέγα Δαρείο.
 
Μάνης οὗτος ἀνὴρ ἦν ζῶν ποτε· νῦν δὲ τεθνηκὼς
ἶσον Δαρείῳ τῷ μεγάλῳ δύναται. 
Π.Α.7, 538
 
[μες στο καύμα του θέρους…]
 
Στης φτελιάς έλα, ξένε, τον ίσκιο κι ανάπαυσε το κατάκοπο σώμα, 
—απαλά στη χλωρή φυλλωσιά τ ’αεράκι θροΐζει—
κι εσύ πιες  της πηγής το νερό, δροσερό που κυλάει ˙
την ανάπαυλα αυτή  μες στο καύμα του θέρους ποθούν οι οδοιπόροι.
 
Ξεῖν', ὑπὸ τὰν πτελέαν τετρυμένα γυῖ' ἀνάπαυσον·
ἁδύ τοι ἐν χλωροῖς πνεῦμα θροεῖ πετάλοις·
πίδακά τ' ἐκ παγᾶς ψυχρὰν πίε· δὴ γὰρ ὁδίταις
ἄμπαυμ' ἐν θερινῷ καύματι τοῦτο φίλον. 
                  Π.Α. 16, 228
 
Τασούλα Καραγεωργίου
© Poeticanet
Εκτύπωση του άρθρου