Εκτύπωση του άρθρου

ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΠΟΛΕΝΑΚΗΣ

Αυτονεκρολογία


Ένας λόγος για την ποιητική του Σ. Λ.Τακβοριάν


Πότε αλήθεια συμβαίνει η πρώτη συνάντηση ανάμεσα στον ποιητή και στην ποίηση; Πότε και πως νιώθει ο ποιητής για πρώτη φορά το παράξενο άγγιγμα αυτής της σκοτεινής, αόρατης παρουσίας που θα τον συνοδεύει έκτοτε σε όλη τη διάρκεια της ζωής του;

Ας μου επιτραπεί εδώ να μην μιλήσω για τον εαυτό μου αλλά για ένα φίλο ανεκτίμητο που δεν βρίσκεται πλέον ανάμεσα μας. Έφυγε πριν από λίγο καιρό με τον τρόπο που εκείνος διάλεξε.. Μιλώ για τον ποιητή Σ..Λ. Τακβοριάν ο οποίος έζησε όλη του τη ζωή μέσα στην ποίηση, αθόρυβα και διακριτικά σαν « αστήρ διάττων σαν ήρως ανεξήγητων θανάτων» όπως θα έλεγε και ένας παλαιότερος ποιητής.

Την παραμονή του θανάτου του ο φίλος μου είχε ήδη φροντίσει για όλα. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι τα χειρόγραφα της τελευταίας του ποιητικής συλλογής που σκόπευε να της δώσει τον τίτλο «Εντυπώσεις ενός πνιγμένου» (φόρος τιμής βέβαια, στον τραγικό αυτόχειρα της Πρέβεζας) κάηκαν από τον ίδιο εκείνη τη μοιραία νύχτα. Δεν είναι επίσης τυχαίο το γεγονός ότι επέλεξε να διασώσει από ολόκληρο το σώμα των χειρογράφων, ένα μονάχα απόσπασμα, ένα ημιτελές ποίημα, σαν τελευταίο αποχαιρετισμό στη ζωή και την ποίηση:

Χρόνια αργότερα, θυμόταν ακόμα
τα κατάλευκα χέρια της
τα κρυφά ραντεβού στο Περ Λασαίζ
κάτω από τις δεντροστοιχίες και τα
βλέμματα των νεκρών.


Ο ίδιος αναπολούσε συχνά εκείνη την μυστηριώδη «πρώτη συνάντηση».

Θυμόταν πάντοτε με νοσταλγία και μεγάλη συγκίνηση την πρώτη φορά που, παιδί ακόμα, έπεσε τυχαία στα χέρια του ένα παράξενο ποίημα. Το ποίημα εκείνο μιλούσε για μεγάλα πουλιά που πέφτουν εξαντλημένα στις γέφυρες των ποντοπόρων πλοίων. Μιλούσε ακόμα για άσπλαχνους ναυτικούς που χτυπούν τα άτυχα ζώα με τις πίπες τους και για τον ποιητή που τσακισμένος σαν εκείνα τα δύστυχα πουλιά, χάνει για πάντα το δρόμο του ανάμεσα στο χυδαίο πλήθος. Το ποίημα είναι βέβαια το υπέροχο «Άλμπατρος» του Μπωντλαίρ που πράγματι, ο Σ.Λ Τακβοριάν είχε τύχει να διαβάσει όταν ήταν παιδί και συχνά μου έλεγε ότι ήταν αυτό που του είχε ανοίξει ξαφνικά την πόρτα της ποίησης.

Το διάβαζε και το ξαναδιάβαζε μαγεμένος χωρίς να καταλαβαίνει καλά καλά τι του συνέβαινε. Ένιωθε όπως ένα παιδί που κοιτάζει απορροφημένο τον έναστρο ουρανό τη νύχτα και ξαφνικά βλέπει να πέφτει από το πουθενά ένας κομήτης φλεγόμενος.

Το ποίημα είναι βέβαια πασίγνωστο αλλά ας μου επιτραπεί να το παραθέσω ολόκληρο (το χέρι μου τρέμει από συγκίνηση καθώς το αντιγράφω) ακριβώς όπως το είχε πρωτοδιαβάσει ο φίλος μου, πριν από τόσα χρόνια, σ` εκείνη την εξαίσια μετάφραση του Αλέξανδρου Μπάρα:


Συχνά για να περάσουνε την ώρα οι ναυτικοί
Άλμπατρος πιάνουνε, πουλιά μεγάλα της θαλάσσης,
που ακολουθούνε σύντροφοι, το πλοίο, νωχελικοί
καθώς γλιστράει στου ωκεανού τις αχανείς εκτάσεις.

Και μόλις στο κατάστρωμα του καραβιού βρεθούν
αυτοί οι ρηγάδες τ` ουρανού, αδέξιοι, ντροπιασμένοι,
τ` αποσταμένα τους φτερά στα πλάγια παρατούν
να σέρνονται σαν τα κουπιά που η βάρκα τα πηγαίνει

Πως κοίτεται έτσι ο φτερωτός ταξιδευτής δειλός!
Τ` ωραίο πουλί τι κωμικό κι αδέξιο που απομένει!
Ένας τους με την πίπα του το ράμφος του χτυπά
κι άλλος, χωλαίνοντας, το πώς πετούσε παρασταίνει

Ίδιος με τούτο ο ποιητής τ` αγέρωχο πουλί
που ζει στη μπόρα κι αψηφά το βέλος του θανάτου,
σαν έρθει εξόριστος στη γη και στην οχλοβοή
μες στα γιγάντια του φτερά χάνει τα βήματα του.



Κάπως έτσι λοιπόν ο Σ. Λ. Τακβοριάν συναντήθηκε για πρώτη φορά με το μυστήριο της ποιήσεως. Ο ίδιος ωστόσο δεν είχε ποτέ αυταπάτες. Ήξερε καλά και αυτός ότι – η τέχνη και η ποίησις δεν μας βοηθούν να ζήσουμε- ήξερε καλά ότι αυτή η συνάντηση δεν θα μπορούσε να έχει ευτυχισμένο τέλος. (Όλες οι αληθινές συναντήσεις συμβαίνουν έξω από το χρόνο και δεν μπορεί ποτέ να έχουν ευτυχισμένο τέλος).

Πίστευε με πάθος στην ενότητα ποίησης και ζωής και έβλεπε ταυτόχρονα την τραγική τους αντίφαση. Πίστευε με πάθος στην ενότητα ποίησης και ζωής και όμως υποχρεώθηκε να επιλέξει ανάμεσα στη ζωή και την ποίηση. Αν μου επιτρέπεται τώρα, να σκεφθώ πάνω στην πραγματική αιτία του θανάτου του θα έλεγα ότι ο Τακβοριάν πέθανε από αγιάτρευτη θλίψη. Πέθανε από το βαθύ του καημό επειδή αγάπησε με πάθος τόσο τη ζωή όσο και την ποίηση και έβλεπε ότι και τα δυο διαρκώς απομακρύνονταν, και απομακρύνονταν διότι στην πραγματικότητα είναι άπιαστα αφού ανήκουν στο απόλυτο. «Αδύνατο να συμφιλιώσω ποίηση και ζωή όσο και αν προσπαθώ» είχε πει κάποτε. Η συνείδηση αυτής της αντίφασης τον τσάκιζε. Ένα είδος αφορισμού που είχε γράψει κάποτε, εκφράζει με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο το πώς έβλεπε ο ίδιος αυτή την αντίφαση:

«Η ιστορία σχετικά με τη σύγκρουση ποίησης και ζωής συνεχίζει να γράφεται εδώ και αιώνες και αρχίζει πάντοτε με την ίδια απλή φράση: Σ` ένα χωριό στη Μάντσα, που τ` όνομα του δε θέλω να θυμάμαι...»

Συνήθιζε ακόμα να λέει ότι η ποίηση δεν χρησιμεύει σε τίποτα απολύτως. « Γράφω ποιήματα» έλεγε « απλώς επειδή δεν ξέρω να κάνω τίποτε άλλο, θα προτιμούσα να είμαι ένας ταπεινός ξυλουργός, ο Ernst Zimmer για παράδειγμα, που περιέθαλψε με αγάπη για τόσα χρόνια τον άρρωστο Χαίλντερλιν. Εγώ δεν ξέρω τον τρόπο να ζήσω ούτε μπορώ με κανένα τρόπο να παρηγορήσω την ανθρωπότητα που υποφέρει. Η ποίηση δεν έσωσε ποτέ κανέναν, είναι απλώς μια περιττή πολυτέλεια και ωστόσο κάθε καινούργιο ποίημα που γράφεται στον κόσμο είναι και μια κερδισμένη μάχη ενάντια στο θάνατο»

Θέλησα να γράψω ένα κείμενο στη μνήμη του αγαπημένου μου φίλου. Τώρα που και η δική μου ζωή βαδίζει προς το τέλος της, σκέπτομαι όλο και πιο συχνά εκείνον το γέρο ζωγράφο που έλεγε στο τέλος της ζωής του: «Αν μου έμεναν ακόμα δέκα χρόνια ή έστω πέντε, θα γινόμουν ένας τέλειος καλλιτέχνης»

Αλλά οι Θεοί δεν μας δίνουν παρά μόνο μια και μοναδική ζωή και ο χρόνος δεν είναι ποτέ αρκετός. Ας είναι λοιπόν αυτό το κείμενο μια μικρή χειρονομία ευγνωμοσύνης προς τον Σ.Λ.Τακβοριάν, το φίλο που γνώρισα και αγάπησα αλλά και στον τραγικό Σαρλ Μπωντλαίρ και στον ευγενικό ποιητή Αλέξανδρο Μπάρα που μεσολάβησε και έριξε τις γέφυρες ώστε να γίνει δυνατή μια αληθινή συνάντηση πέρα και έξω από το χρόνο.


Πολενάκης, Σταμάτης

Εκτύπωση του άρθρου