Εκτύπωση του άρθρου

BILLY COLLINS

 

Ποιήματα

Εισαγωγή, Συνέντευξη, Μετάφραση

ΜΑΡΩ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

 


Ο Μπίλι Κόλλινς (1941-) είναι αμερικανός ποιητής, « Distinguished Professor» αγγλικής λογοτεχνίας, εκλεγμένος « Poet Laureate» των Ηνωμένων Πολιτειών δυο φορές (2001-2003), και «New York State Poet» (2004-2006), «Senior Distinguished Fellow» του Ινστιτούτου Winter Park της Φλόριντα, «Literary Lion» της New York Public Library (1992), «Poetry Fellow»  του New York Foundation for the Arts, του National Endowment for the Arts και Guggenheim Foundation, «Poet of the Year» του Poetry Magazine (1994). Έχει τιμηθεί με τα βραβεία Bess Hokin Award, Oscar Blumenthal Award, Levinson Prize και Poetry Foundation¢s Mark Twain Award for Humor in Poetry. Πολλά βιβλία του έγιναν μπεστ-σέλερ και πολλά επανεκδόθηκαν, η ηχογραφημένη συλλογή ποιημάτων του με αναγνώστη τον ίδιο έγινε επίσης μπεστ-σέλερ, βραβεύτηκε με το Communication Arts Design Annual Prize (1997), μεταδόθηκεαπό τους ραδιοσταθμούς National Public Radio, Pacifica Radio και πολλούς πανεπιστημιακούς σταθμούς. Οι χώροι  όπου εμφανίζεται ο Κόλλινς για να διαβάσει ποιήματα του συγκεντρώνουν πάντα πολύ κόσμο, έχει ένα ασυνήθιστο για την ποίηση μεγάλο κοινό που συνεχώς διευρύνεται, είναι «ο πιο δημοφιλής ποιητής της Αμερικής» έχουν γράψει οι New York Times» (Bruce Weber, 1999). Στην καθημερινή ζωή του είναι ένας σεμνός, ήσυχος, άνθρωπος που χαίρεται να περπατάει με το σκύλο του στην εξοχή, ν¢ ακούει τζαζ, να παίζει πιάνο και να γράφει απομονωμένος στο γραφείο του στο βάθος του σπιτιού του, μια ανακαινισμένη φάρμα του 1860 στο Σόμερς, προάστιο της Νέας Υόρκης.

Γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη,  σε μια μικροαστική γειτονιά του πυκνοκατοικημένου πολυεθνικού Κουίνς, μοναχοπαίδι του Γουίλιαμ Κόλλινς ιρλανδικής καταγωγής και της Κάθριν Κόλλινς από τον Καναδά. Η βασική παιδεία του ολοκληρώθηκε στο δημόσιο σχολείο  της περιοχής με επιμόρφωση το Κατηχητικό σχολείο λόγω της Καθολικής θρησκείας της οικογένειας, τα ποιήματα  που συνήθιζε να απαγγέλλει η μητέρα του στο σπίτι,   τις πνευματώδεις χιουμοριστικές αφηγήσεις του  πατέρα, την τζαζ που άκουγε τις ελεύθερες ώρες του. Συνέχισε σπουδές στο πανεπιστήμιο επιλέγοντας τη λογοτεχνία και τελείωσε με διδακτορικό στον Ρομαντισμό στο University of California, Riverside. Επέστρεψε στη Νέα Υόρκη όπου άρχισε την ακαδημαϊκή καριέρα του, την οποία συνεχίζει μέχρι σήμερα, καθηγητής λογοτεχνίας και δημιουργικής γραφής στο Lehman College του  City University of New York. Ποιήματα του άρχισε να εκδίδει από το 1980, αλλά ήταν το τέταρτο βιβλίο του, Questions about Angels(1991), που επέβαλε το όνομα του,  όταν ο διακεκριμένος καθηγητής λογοτεχνίας, κριτικός και ποιητής Eric Donald Hirsch,Jr. το συμπεριέλαβε στη σειρά 1990 National Poetry Series. Ποιήματα του έχουν μεταφραστεί στα Ιταλικά, Γερμανικά, Εβραϊκά, Βουλγαρικά. Στη διάρκεια της θητείας του ως « Poet Laureate», δημιούργησε ένα κανάλι σύγχρονης ποίησης για τους ταξιδιώτες των αερογραμμών Delta Airlines , επίσης,  με την ανθολογία του «Poetry 180», καθιέρωσε καθημερινές ποιητικές αναγνώσεις στα σχολεία της δευτεροβάθμιας  εκπαίδευσης: ένα ποίημα της ανθολογίας κάθε μέρα από τις 180 ημέρες του σχολικού έτους.  Συνολικά  έχει εκδώσει τα βιβλία:

Pokerface (1977), The Video Poems (1980), The Apple that Astonished Paris (1988), Questions About Angels (1991,1999), The Art of Drowning (1995),  Picnic, Lightning (1998),  Taking off Emily Dickinson¢s Clothes (2000) που εκδόθηκε και κυκλοφόρησε στην Αγγλία,  Sailing Alone Around the Room: New and Selected Poems (2001), Nine Horses (2002), Poetry 180: A Turning Back to Poetry(2003), 180 More: Extraordinary Poems for Every Day (2005), The Trouble with Poetry and Other Poems (2005, 2006), She Was Just Seventeen (2006) συλλογή χάικου, Ballistics:Poems (2008, 2009), Bright Wings: An Illustrated Anthology of Poems About Birds (2010), Horoscopes for the Dead: Poems (2011), Aimless Love: New and Selected Poems 2003-2013 (2013).

Θα ήταν ίσως πιο επιβλητικό αν υπέγραφε τα ποιήματα του με το επίσημο όνομα του: Γουίλιαμ Τζέημς Κόλλινς.  Εκείνος όμως επέλεξε να προσδιορίσει την ποιητική του ταυτότητα ως Μπίλυ Κόλλινς. Μπίλυ: χωρίς πόζα και στόμφο, ανεπιτήδευτος,  ειλικρινής, άμεσος,  φιλικός, προτείνει  το ποίημα ως συνομιλητή του αναγνώστη αλλά  και του ακροατή,  θεωρώντας  ότι η ποίηση διεισδύει  μεν βαθύτερα ως γραπτός λόγος, αλλά μπορεί να συγκινεί και ως προφορικός με την αμεσότητα και ζωντάνια του.  Στις δημόσιες  αναγνώσεις ποιημάτων του  στη Νέα Υόρκη αλλά και σε πολλές άλλες πολιτείες, το πολυπληθές ακροατήριο του συμμετέχει και  ανταποκρίνεται θερμά. Η καλή ανάγνωση της ποίησης δεν είναι συχνό φαινόμενο ούτε ιδιότητα των ποιητών, αλλά ο Κόλλινς τυχαίνει να είναι  χαρισματικός αναγνώστης,  οι αναγνώσεις του παίρνουν τη μορφή αφήγησης ή μάλλον επιτέλεσης (performance), το ποίημα ανοίγεται ανυπόκριτα στον κόσμο,  σε αυτό το ετερόκλητο κάθε φορά  κοινό που όμως το υποδέχεται, το αναγνωρίζει και το ενστερνίζεται  με την ενθαρρυντική   αίσθηση ότι η ποίηση, η «υψηλότερη των τεχνών», μπορεί τελικά να είναι και δική του υπόθεση. Η ποιητική γλώσσα του Κόλλινς, απλή και καθημερινή, σε ελεύθερο στίχο,  με εικονοποιία εστιασμένη στον αντικειμενικό κόσμο των μικρών πραγμάτων, με πνευματώδη χιουμοριστική διάθεση ευνοεί την προφορικότητα του ποιητικού λόγου. Την  ίδια εύνοια βεβαίως προσφέρει και στον γραπτό λόγο αφού η πρόθεση είναι κοινή: να δημιουργηθεί οικειότητα, να προκύψει συνάφεια, να υποκινηθεί ο αποδέκτης του ποιήματος σε βαθύτερες εσωτερικές διαδικασίες.

Το γέλιο είναι κοινή εμπειρία στις αναγνώσεις του Κόλλινς, ενόσω εκείνος συνεχίζει να διαβάζει με ύφος ανέκφραστο, με τόνο χωρίς κωμική χροιά. Αλλά και ο αναγνώστης χαμογελάει μόνος του συχνά διαβάζοντας ποιήματά του. Το χιούμορ, κυρίαρχο συστατικό της ποίησης  του, πικρό, ειρωνικό ή αστείο, παρεμβαίνει συνήθως ανατρεπτικά για να εκτονώσει την ένταση μιας δύσκολης στιγμής, να ευθυμήσει μια βαριά ατμόσφαιρα, να χαλαρώσει τον διστακτικό αναγνώστη ώστε  να παραμείνει μέσα στο ποίημα. « Έτσι μπόρεσα ν¢ ακούσω καθαρά την ανάσα της/ καθώς ξεκούμπωνα την πάνω πάνω κόπιτσα του κορσέ της/ και τον αναστεναγμό της όταν τελικά χαλάρωσε / όπως μερικοί αναγνώστες αναστενάζουν σα νιώσουν/ πως η Ελπίδα έχει φτερά,/ η λογική είναι μια σανίδα, η ζωή είναι ένα γεμάτο όπλο/ που κοιτάζει καταπάνω σου μ´ ένα κίτρινο μάτι.» (Γδύνοντας την Έμιλυ Ντίκινσον). Το αστείο και το σοβαρό, η ιλαρότητα και η αθυμία, το γέλιο και το κλάμα, δυο όψεις του ίδιου νομίσματος, αυτής της ίδιας πραγματικότητας φαίνεται να ισορροπούν στην ποίηση του Κόλλινς με ποιητικό μέσον το χιούμορ. «Οι νεκροί πάντα κοιτάζουν κάτω σ¢ εμάς, λένε, ενώ βάζουμε τα παπούτσια μας ή φτιάχνουμε ένα σάντουιτς…» (Οι νεκροί). Το εφήμερο ακινητοποιείται μ¢ ένα χαμόγελο προκαλώντας τη μετάβαση του αναγνώστη από το οικείο στο απρόβλεπτο, σε κάτι ενδόμυχο και αγνοημένο, ήρεμο ή ανήσυχο,  τρυφερό ή επώδυνο, οπωσδήποτε προσωπικό.

Τα ποιήματα του Μπίλυ Κόλλινς που ακολουθούν σε δύο ενότητες έχουν τους τίτλους: «Πείνα» , «Σήμερα»,   «Γδύνοντας την Έμιλυ Ντίκινσον», «Ειδικά γυαλιά»,   «Οι νεκροί», «Αγόρι πυροβολεί ένα άγαλμα», και «Πικνίκ, κεραυνός», «Το καλύτερο τσιγάρο», «Τάφος» «Το κορδόνι», «Γενέθλια», «Στίχοι χαμένοι μες στα δέντρα». Αρχίζουν συνήθως με ένα απλό προσωπικό βίωμα του ποιητή, μια πρόφαση  που επιτρέπει στον αναγνώστη  να πλησιάσει. «Έπρεπε να τα ψάξω/ γιατί δεν τα βρίσκεις σε κανένα κατάστημα./ Μοιάζουν σαν όλα τα γυαλιά ηλίου…», «Ήταν αργά απόγευμα,/ η αρχή του χειμώνα, ψιλοχιόνιζε,/ κι ήμουν ο μόνος μάρτυρας στο μικρό πάρκο ...», «Τις προάλλες όπως ξέφευγα  αργά/ απ¢ τους γαλάζιους τοίχους αυτού του δωματίου,/  σαν σε υποβρύχια κίνηση από τη γραφομηχανή στο πιάνο…», «Αυτοί δεν είναι οι στίχοι που μού ήρθαν/ ενώ περπατούσα στο δάσος/ χωρίς πένα/ ή κάτι έστω για  να γράψεις πάνω...»  Προφάσεις αθώες, ειλικρινείς, καταδεκτικές  προσκαλούν τον αναγνώστη να μοιραστούν μαζί τον κόσμο του ποιήματος, να αφουγκραστούν τους ήχους του,  ν¢ ακούσουν τα μυστικά του, να διεισδύσουν στην άλλη απαρατήρητη υπόσταση και ουσία του. Ο Κόλλινς, έχοντας «συνείδηση του αναγνώστη» με τον τρόπο που ο ίδιος την εννοεί,   φαίνεται να επιτυγχάνει τελικά να συνομιλήσει με τον σύγχρονο υπερκινητικό  άνθρωπο, να σπάσει τη μοναξιά της ποίησης σε καιρούς διόλου συμβατικούς.


6+6 ποιήματα του Billy Collins

Παρουσιάζονται σε δύο ενότητες ( πριν και μετά τη συνέντευξη με τον ποιητή).

Ενότητα Α

Πείνα

Συμβαίνει κάπως έτσι:

Η αλεπού που κουβαλάς στη πλάτη
σ¢ ένα σκούρο σάκο
έκανε μια τρύπα μ¢ ένα μαχαίρι
και τό¢ σκασε.

Το άξαφνο ξελάφρωμα σε κάνει να νομίζεις
πως είσαι πιο δυνατός
καθώς γυρίζεις στο μικρό σου σπίτι
μες από ένα δάσος που σκεπάζει τον κόσμο.

(The Apple that Astonished Paris)

-------------------------------------------------------------------------------------------

Σήμερα

Αν υπήρχε μια τέλεια  ανοιξιάτικη μέρα,
τόσο ανεβασμένη από μια ζεστή άστατη αύρα

που θά ´θελες ν' ανοίξεις
τα παράθυρα διάπλατα στο σπίτι

και την πόρτα στο κλουβί με το καναρίνι,
ναι, να ξηλώσεις τη μικρή πόρτα από τον γάντζο της,

μια μέρα που τα τούβλα στα κρύα μονοπάτια
κι ο κήπος όλο παιώνιες

θα έμοιαζαν τόσο χαραγμένα στο φως του ήλιου
που θα σου ερχόταν να δώσεις μια

σφυριά στο γυάλινο πρες-παπιέ
στο τραπέζι της γωνιάς του λίβινγκ-ρουμ,

να ελευθερώσεις τους ενοίκους
από το χιονοσκέπαστο σπιτάκι τους

για να μπορέσουν να βγουν έξω,
χέρι χέρι με θαμπωμένα τα μάτια

σ' αυτόν τον μεγαλύτερο θόλο του γαλανού
                                                    και λευκού,
ε λοιπόν, σήμερα είναι ακριβώς μια τέτοια μέρα.

(Nine Horses)
-------------------------------------------------------------------------------------------------------------

                              .
Γδύνοντας την Έμιλυ Ντίκινσον

Πρώτο, το τούλινο σάλι της
γλίστρησε εύκολα από τους ώμους της κι απόμεινε
στην πλάτη  της ξύλινης καρέκλας.

 Και το μπονέ της,
 ο φιόγκος λύθηκε μ´ ένα ελαφρό τράβηγμα.

Μετά το μακρύ λευκό φόρεμα, πολύ πιο
δύσκολη υπόθεση με τα φιλντισένια
κουμπιά  ως χαμηλά στη πλάτη,
τόσο μικρά και πάμπολλα θαρρείς ατέλειωτα
μέχρι ν¢ ανοίξουν τα χέρια μου το ρούχο,
σαν τον κολυμβητή που σκίζει το νερό,
και γλιστρά μέσα.

Θα θέλεις να μάθεις
ότι εκείνη στεκόταν
στο ανοιχτό παράθυρο στο επάνω δωμάτιο,
ακίνητη, με ορθάνοιχτα μάτια,
να κοιτάζει έξω στον  κήπο με τα οπωροφόρα
το λευκό φόρεμα να λιμνάζει στα πόδια της
στα φαρδιά σανίδια του σκληρού πατώματος.

Το πολύπλοκο των γυναικείων εσωρούχων
στην Αμερική του δέκατου ένατου αιώνα
δεν ξεπερνιέται
κι εγώ συνέχιζα σαν εξερευνητής των πόλων
ανάμεσα σε σούστες, κόπιτσες, κορδόνια,
κόμπους, κορδέλες και μπανέλες,
να πλέω προς το παγόβουνο της γύμνιας της.

Αργότερα, σημείωσα κάπου
πως ήταν σα να ίππευα κύκνο μέσα στη νύχτα,
μα, βέβαια, δεν μπορώ να σου τα πω όλα-
πώς έκλεισε τα μάτια προς τον κήπο,
πώς χύθηκαν τα μαλλιά της χωρίς φουρκέτες,
πώς έπεφταν αιφνίδιες σιωπές
όποτε μιλούσαμε.

Αυτό που μπορώ να σου πω είναι
πόσο τρομερά ήσυχα ήταν στο Άμερστ
εκείνο το απόγευμα του Σαββάτου,
τίποτα μόνο ένα αμάξι πέρναγε από το σπίτι,
μια μύγα βούιζε στο τζάμι σ¢ ένα παράθυρο.

Έτσι μπορούσα ν¢ ακούω καθαρά την ανάσα της
καθώς ξεκούμπωνα την πάνω πάνω
κόπιτσα του κορσέ της

και τον αναστεναγμό της όταν τελικά χαλάρωσε,
όπως μερικοί αναγνώστες αναστενάζουν σα νιώσουν
πως η Ελπίδα έχει φτερά,
η λογική είναι μια σανίδα,
η ζωή είναι ένα γεμάτο όπλο
που κοιτάζει καταπάνω σου μ´ ένα κίτρινο μάτι.

(Taking off Emily Dickinson¢s Clothes)
-------------------------------------------------------------------------------------------------------- 

   
Ειδικά γυαλιά 

Έπρεπε να τα ψάξω αλλού
γιατί δεν υπάρχουν σε κανένα κατάστημα.

Φαίνονται ολόιδια με γυαλιά ηλίου
σ¢ ελαφριά απόχρωση και ασημί σκελετό
αλλά αντί να φιλτράρουν τις επικίνδυνες
ακτίνες του ήλιου,

φιλτράρουν την επικίνδυνη θέα σου-
εσένα καθώς πλησιάζεις,
εσένα στη δική μου στάση λεωφορείου,
εσένα, πρόσωπο σε βραδινό παράθυρο.

Κάθε πρωί τα φοράω

και βγαίνω από την πίσω πόρτα
σφυρίζοντας έναν ευχαριστήριο σκοπό στη μύτη
και τ¢ αυτιά μου που τα στηρίζουν, τέλεια,

τραγουδώντας ένα τραγούδι ευγνωμοσύνης
στον τροχό των φακών πάνω στη βαριά βάση του 
και στους ίδιους τους φακούς
γιατί αφήνουν να τους διαπεράσει κάθε τι, μα όχι εσύ.

Πώς ξεχωρίζουν τη διαφορά
ανάμεσα στον  πράσινο φράχτη, τον πέτρινο τοίχο
κι εσένα δεν καταλαβαίνω,

όμως τα λεωφορεία έρχονται φλασάροντας
μες στη βροχή, όπως κι ο ταχυδρόμος χαιρετώντας
τα δυο σκυλιά μάνα κόρη στη δίπλα πόρτα,

ύστερα είναι κι η τσαγιέρα
έτοιμη να παίξει τη συγχορδία της -
όλα περνάνε μέσα εκτός από σένα, κορίτσι.

Ναι, όπως το νυχτερινό αεράκι περνάει τη σήτα,
όχι όμως το κουνούπι,
κι όπως το νερό στροβιλίζεται στο σιφόνι
όχι όμως του αυγού το τσόφλι,
έτσι  τα ανθισμένα καφασωτά και το φεγγάρι
περνούν μες απ¢ τα ειδικά γυαλιά μου, μα όχι εσύ.

Ας μείνει έτσι, λέω στον εαυτό μου,
καθώς αφήνω τα ειδικά γυαλιά μου στο κομοδίνο,
τραβάω τα κορδόνι της λάμπας,
και προσεύχομαι – αντίθετα με το τραγούδι-
να μη σε δω στα όνειρα μου.

(The Trouble with Poetry: And Other Poems.)
----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------


Οι νεκροί

Οι νεκροί πάντα κοιτάζουν κάτω σ¢ εμάς, λένε,
ενώ βάζουμε τα παπούτσια μας ή φτιάχνουμε ένα σάντουιτς,
μας κοιτάζουν από τον γυάλινο πάτο στις βάρκες τ¢ ουρανού
καθώς κωπηλατούν αργά μες στην αιωνιότητα.
Ακολουθούν τα κεφάλια μας όπως κινούνται εκεί στη γη,
κι όταν ξαπλώσουμε σε κάποιο λιβάδι ή στον καναπέ,
ναρκωμένοι ίσως από τον βόμβο ενός μεγάλου απογεύματος,
θαρρούν πως τους κοιτάζουμε κι εμείς,
αφήνουν τότε τα κουπιά και σωπαίνουν
και περιμένουν, σαν γονείς, να κλείσουμε τα μάτια.

(Sailing Alone Around the Room)
-------------------------------------------------------------------------------------------------------------


Αγόρι πυροβολεί ένα άγαλμα

Ήταν αργά απόγευμα,
η αρχή του χειμώνα, ψιλοχιόνιζε,
κι ήμουν ο μόνος μάρτυρας στο μικρό πάρκο,
που είδε το μοναχικό αγόρι να τρέχει
γύρω γύρω  στη βάση του μπρούτζινου αγάλματος.
Δεν μπορούσα να διαβάσω το χαραγμένο όνομα
του πολιτικού άνδρα που δέσποζε επάνω,
το ένα χέρι στον κρύο γοφό του,
αλλά όπως το αγόρι έτρεχε με το κεφάλι κάτω
σημάδευε με το δάχτυλο το άγαλμα
τραβώντας μια φανταστική σκανδάλη
προσποιούμενο τους ήχους γρήγορων
πυροβολισμών.
Το σούρουπο πύκνωνε, ο Ερμής βυθιζόταν
αλλά το αγόρι συνέχιζε να τρέχει στον κύκλο
που άφηναν τα ίχνη του στο χιόνι
πυροβολώντας τυφλά στον αέρα.
Η Ιστορία δεν θα βρει ποτέ τον τρόπο να τελειώσει,
σκέφτηκα στη βάση μου στο γραφείο
με τα χαρτιά που έγραφα
να μοιάζουν κομμάτια γυαλί
απ¢ όπου μπορούσα να δω
μαύρα πουλιά σε κύκλους κάτω απ´ τον ουρανό.

(The Trouble with Poetry: And Other Poems)


 

   Συνέντευξη του ποιητή  Billy Collins 
στη Μάρω Παπαδημητρίου
 
        
            
        
         
                                                         

Εσύ αναγνώστη,
      
Αναρωτιέμαι πώς θα νιώσεις
όταν θα καταλάβεις
πως το  έγραψα αυτό αντί για σένα…

             (The Trouble with Poetry)   

Ε.  Κύριε Κόλλινς, έχετε συχνά αναφέρει ότι όταν γράφετε ένα ποίημα   έχετε  «συναίσθηση του  αναγνώστη». «Έχω πάντα  στο νου μου τον αναγνώστη», έχετε πει, «κάποιον που βρίσκεται στο δωμάτιο μαζί μου, στον οποίο μιλάω, και θέλω να είμαι βέβαιος ότι δεν μιλάω πολύ γρήγορα ή αόριστα ». Εννοείτε ότι αυτός ο «κάποιος» μπορεί να είναι o καθένας, παρά την γενικότερη   εκτίμηση ότι  η ποίηση αναφέρεται στους  «ολίγους» και μυημένους αναγνώστες; 

BC.  Νομίζω  ότι στην Αμερική έχει ξεπεραστεί η αντίληψη ότι η ποίηση διαβάζεται κυρίως από την «πνευματική ελίτ». Όμως, ενώ  παρατηρείται σημαντική αύξηση του κοινού  της τα τελευταία είκοσι χρόνια,  δυστυχώς το μεγαλύτερο μέρος του έχει διαμορφωθεί από ένα είδος ποιητικής υποκουλτούρας, δημιούργημα αδόκιμων ποιητών. Η προσωπική μου «αίσθηση του αναγνώστη»,  θα έλεγα ότι αποτελεί στοιχείο της οικειότητας   που επιδιώκω μαζί του στα ποιήματα μου: θέλω να νιώθει ότι το ποίημα αναφέρεται άμεσα και προσωπικά σ¢ εκείνον. Ότι τού ψιθυρίζει. Γι αυτό  συνήθως είναι πολύ λίγα τα πρόσωπα στα ποιήματα μου. Όσο λιγότεροι  υπάρχουν στο ποίημα, τόσο πιο μόνος είσαι με τον αναγνώστη. Συμβαίνει μάλιστα όταν γράφεις για έναν αναγνώστη,  να προσελκύεις πολλούς: ένα από τα παράδοξα της συγγραφικής ζωής.

Ε.  «Είναι καλό να μετακινηθεί περισσότερο η ποίηση από τα ράφια προς τη δημόσια ζωή», έχετε δηλώσει. Και φαίνεται ότι το εφαρμόζετε μέσω των πολυάριθμων  ποιητικών αναγνώσεων σας, των εμφανίσεων σας στο ραδιόφωνο, τη χρήση του βίντεο και άλλων  πολυμέσων. Το κοινό σας συνεχώς διευρύνεται.  Το ερώτημα είναι αν δεν χάνονται κάποιες στιγμές και αλήθειες του ποιήματος στην προφορική του απόδοση, ενώ μπορούν να αποκαλυφθούν όταν  το ποίημα διαβάζεται από τον αναγνώστη σιωπηλά;

BC. Γράφω για τη σελίδα, όχι για τη σκηνή. Απολαμβάνω τη ζωντάνια  των δημόσιων αναγνώσεων, αλλά εκεί το ακροατήριο είναι στο έλεος της φωνής και του ρυθμού του ποιητή.  Επίσης αυτό το ακροατήριο ποτέ δεν ξέρει πού θα τελειώσει το ποίημα, εκτός αν είναι σονέτο ή άλλη δεδομένη ποιητική φόρμα,  ούτε μπορεί να γυρίσει στην αρχή του ποιήματος να το ξαναδιαβάσει . Προσπαθώ να δημιουργώ μια σιωπή στη ποίηση μου, μια σιωπή που περιβάλλει το ποίημα, κάτι που πράγματι χάνεται σε κάθε δημόσια ανάγνωση του. Εκείνο που εγώ υποστηρίζω είναι να εμφανίζεται η ίδια η ποίηση σε δημόσιους χώρους: ποιήματα στο μετρό, στα τρένα, σε αφίσες... Είχα καθιερώσει για δυο χρόνια ένα κανάλι με επιλεγμένα ποιήματα στις αερογραμμές της Delta. Υπάρχουν πολλοί  τρόποι να προσεγγίσεις τους αναγνώστες που δεν διαβάζουν ποίηση, και συνήθως το ποίημα που συναντούν τους  κερδίζει, ακόμη κι άθελα τους.  Η παρουσία ενός ποιήματος σε ένα απρόβλεπτο χώρο (όπως σε μια πλευρά λεωφορείου) μπορεί να προσελκύσει αναγνώστες.

Ε.  Ορισμένοι κριτικοί έχουν κατά καιρούς χαρακτηρίσει την ποιητική σας γλώσσα ως «πεζή», «αντιποιητική», «κοινότοπη», «εκλαϊκευμένη»…Τα αρνητικά σχόλια επηρεάζουν την εξέλιξη της γραφής σας; Φαίνεστε μάλλον αφοσιωμένος στο ίδιο  ύφος όπως το έχετε περιγράψει: «λιτό», «οικείο», «μικροαστικό», «χωρίς ντροπή αυτό». Αισθάνεστε τελικά  ικανοποιημένος;

BC.  Αυτό το είδος της αρνητικής κριτικής προέρχεται από ιδιοτροπίες  που δεν ευτυχούν ποτέ. Το ένα ποίημα είναι πολύ επιτηδευμένο, το άλλο πολύ πρόχειρο, δεν υπάρχει τρόπος να ευχαριστήσεις τους ανικανοποίητους,  αλλά ούτε και λόγος να τους σκέφτεσαι. Είναι αλήθεια ότι η γραφή μου είναι λιτή, ακολουθεί συμβατική σύνταξη, χρησιμοποιεί σημεία στίξης, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι τα ποιήματα (όταν δουλεύουν) δεν  μεταφέρουν τον αναγνώστη σε τόπους πέρα από το «πεζό» και το  «προφανές». Σε τόπους που σίγουρα δεν υπήρχαν πριν γραφτεί το ποίημα.

Ε. Σε συνέντευξη σας, έχετε πει ότι «ανάμεσα στους επιλεγμένους σας ποιητές, στους οποίους συχνά επιστρέφετε, είναι και ο Γιάννης Ρίτσος.» Τι είναι αυτό που σας κάνει να επιστρέφετε συχνά στην ποίηση του Γιάννη Ρίτσου;

BC. Δεν θα ξεχάσω ποτέ το ξάφνιασμα μου όταν ανακάλυψα τον Ρίτσο μερικά χρόνια πριν. Τα ποιήματα του, τουλάχιστον αυτά που γνωρίζω κι αγαπώ, τείνουν να είναι απλά στο ύφος και στη γλώσσα, αλλά  εκείνος έχει ένα τρόπο να μετακινείται αιφνίδια και πολύ άνετα σε μια άλλη διάσταση.  Ορισμένες φορές μάλιστα, η μετακίνηση  είναι τόσο θαυμάσια, που το ποίημα μοιάζει να εξαφανίζεται! Συνηθίζει να γλιστρά αθόρυβα σε μια μεταφορά με ένα τρόπο που αφήνει τον αναγνώστη να στέκεται μέσα σε ένα είδος ολογράμματος.  Σε κάποιο ποίημα του για ένα μυωπικό αγόρι, λέει ότι τα γυαλιά του αγοριού μοιάζουν με μικρό ποδήλατο. Έως εδώ καλά, μια εύστοχη παρομοίωση. Προς το τέλος όμως του ποιήματος  φαντάζεται το ίδιο αυτό το ποδήλατο να ακουμπά σε ένα δέντρο σε μιαν ακαθόριστη χώρα. Έτσι, η μεταφορά γίνεται τώρα πραγματικότητα. Και δεν αρκεί αυτό, προσθέτει ψυχρά ότι αυτό το ποδήλατο ανήκε σε ένα αγόρι που έχει πεθάνει… Αυτόν τον θαυμαστό αποπροσανατολισμό βιώνουν οι τυχεροί αναγνώστες του Ρίτσου. Τέτοιου είδους ποιήματα με αφήνουν κατάπληκτο. 

Ε. Με την τεχνολογική εξέλιξη του 21ου αιώνα,  έχει αρχίσει πλέον και η ποίηση να αναφέρεται σ´ ένα παγκόσμιο κοινό. Μπορεί το Διαδίκτυο να επηρεάσει τον ποιητικό τρόπο γραφής;  Μπορεί η ποίηση να αποτελέσει μέρος μαζικής κουλτούρας;  Πώς βλέπετε εσείς το μέλλον της ποίησης;

BC. Θα έλεγα ότι είναι συνήθης πρακτική η τελευταία ερώτηση μιας συνέντευξης να ρωτά για το μέλλον του θέματος τη συνέντευξης. Και θα πρόσθετα, ότι ακόμη κι αν έμενα μόνος σε ένα δωμάτιο άλλα 200 χρόνια, η απάντηση για το μέλλον της ποίησης  δεν θα μού ερχόταν.  Το μόνο που ξέρω είναι ότι η ποίηση θα έχει μέλλον. Η ποίηση θα επιβιώσει του βιβλίου. Θα επιβιώσει όλων μας.  Είναι η μόνη ιστορία που έχουμε για το ανθρώπινο πάθος - είναι η ιστορία της υποκειμενικότητας μας.


6+6 ποιήματα του Billy Collins

   
Ενότητα Β

Πικνίκ, κεραυνός

Είναι πιθανό να χτυπηθείς από έναν
μετεωρίτη ή ένα μονοκινητήριο ενώ
διαβάζεις στη καρέκλα σπίτι σου. Πεζοί
ισοπεδώνονται όταν κάσες πέφτουν
από ταράτσες κυρίως στις εικόνες
των κόμικς, ωστόσο, ξέρουμε ότι είναι κάτι
πιθανό, όσο κι η λάμψη ενός
καλοκαιρινού κεραυνού, το θερμός να
τρικλίσει, αδειάζοντας στο γρασίδι.
Και ξέρουμε  ότι το μήνυμα μπορεί
να έρχεται από μέσα.  Η καρδιά, όχι
ο αγαπημένος, αποφασίζει να φύγει μετά
το φαγητό, το ρεύμα να κλείσει σαν από
διακόπτη, ή όταν ένα μικρό σκοτεινό καράβι
σαλπάρει στη ροή των ποταμών
του σώματος, η μνήμη ένα μοναστήρι,
ανυπεράσπιστο στην ακτή.  Αυτά  είναι
που σκέφτομαι όταν φτυαρίζω
το λίπασμα στο καρότσι,  κι όταν
γεμίζω τις μεγάλες ζαρντινιέρες, μετά
παραχώνω στη σειρά μαλακές ρίζες από κόκκινες
ιμπάτιενς- το ταχύ χέρι του Θανάτου
έτοιμο πάντα να προβάλει από το
μανίκι του φαρδιού μανδύα του. Τότε
το χώμα γεμίζει θαύματα, κομμάτια από
φυλλωσιές σαν θρύμματα από νωπογραφία,
καφέ-κόκκινες πευκοβελόνες, ένα σκαθάρι βιαστικό
να τρυπώνει πάλι στο χώμα. Τότε
το καρότσι γίνεται  ένα πιο σκούρο μπλε, τα
σύννεφα ένα πιο φωτεινό λευκό, και το μόνο
που ακούω είναι το τρίξιμο του ατσάλινου άξονα
κόντρα σε μια στρογγυλή πέτρα, τα μικρά
φυτά που τραγουδούν με ανασηκωμένο πρόσωπο, και
το κλικ στο ηλιακό ρολόι  καθώς μια ώρα
σαρώνεται στην επόμενη.

(Picnic, Lightning)
---------------------------------------------------------------------------------------------------------------


Το καλύτερο τσιγάρο

Είναι πολλά που μου λείπουν
αφού έστειλα το τελευταίο από παράθυρο αυτοκινήτου
να σπινθηρίζει εκεί στο δρόμο μια νύχτα, χρόνια πριν.

Το τελετουργικό οπωσδήποτε:
μετά το σεξ, οι δυο αναμμένες άκρες
τώρα τα φώτα ενός μόνο πλοίου -
στο τέλος ενός πολύωρου δείπνου
ενώ έρχεται κι άλλο κρασί
κι ένα δαχτυλίδι καπνού αγγίζει τον πολυέλαιο -
ή σε μια παραλία λευκή,
κρατώντας εκείνη με δάχτυλα υγρά απ¢ το κολύμπι.

Τι γλυκόπικρα αυτά τα διάκενα
μεταξύ φλόγας και κίνησης
όμως τα καλύτερα ήταν εκείνα τα πρωινά
όταν έβλεπα  κάτι λίγο να γίνεται
στη γραφομηχανή,
ο ήλιος λαμπερός στα παράθυρα,
κάποια ακούσματα ίσως Μπερλιόζ στο βάθος.
Πήγαινα στην κουζίνα για καφέ
κι όταν  επέστρεφα στη σελίδα
τυλιγμένη στον κύλινδρο της,
άναβα ένα κι ένιωθα
το ξερό του σμίξιμο με τη σκούρα γεύση του καφέ.

Τότε γινόμουν ο ίδιος  η ατμομηχανή μου
αφήνοντας πίσω μου καθώς ξανάπιανα δουλειά
μικρές τούφες καπνού,
αποδείξεις προόδου
σημεία επιμέλειας και περίσκεψης,
το σήμα ότι ο δέκατος ένατος αιώνας
προχωρούσε.
Αυτό ήταν το καλύτερο τσιγάρο,
όταν θολώνοντας το γραφείο
γεμάτος νεφελώδη ελπίδα,
έμενα εκεί,
με τους προβολείς μου
στραμμένους σε όλες τις λέξεις στις παράλληλες γραμμές.

(The Art of Drowning)
------------------------------------------------------------------------------------------------------------


Τάφος

Πώς σας φαίνονται τα καινούρια μου γυαλιά
ρώτησα καθώς στεκόμουν στη σκιά ενός δέντρου
μπροστά στον κοινό τάφο των γονιών μου,

κι αυτό που ακολούθησε ήταν μια μακρά σιωπή
που έφτασε ως τις κάτω σειρές των νεκρών
και πιο πέρα στους αγρούς και στα δάση,

μία από τις εκατό ειδών σιωπές
σύμφωνα με την Κινέζικη δοξασία,
η κάθε μια αλλιώτικη απ¢ όλες,

αλλά με τέτοιες μικροδιαφορές
που μόνο λίγοι εκλεκτοί μοναχοί
ήξεραν να τις πουν με το όνομα τους.

Σε κάνουν να μοιάζεις σαν ακαδημαϊκός,
άκουσα τη μητέρα μου να λέει
όταν ξάπλωσα καταγής 

και κόλλησα το αυτί μου στο μαλακό γρασίδι.
Μετά  γύρισα  από την άλλη και κόλλησα
το άλλο μου αυτί,

το αυτί που αρέσει στον πατέρα μου να μιλάει ,
αλλά εκείνος δεν έλεγε τίποτα,
κι εγώ δεν μπορούσα να βρω μια σιωπή

μέσα στις 100 Κινέζικες σιωπές
που να ταιριάζει με τη δική του
κι ας είμαι αυτός που επινόησε το θέμα
για τις 100 κινέζικες σιωπές-
τη Σιωπή της Νυκτερινής Λέμβου

και τη Σιωπή του Λοτού,
ξαδέλφη της Σιωπής της Καμπάνας του Ναού
όμως βαθύτερη και πιο απαλή, όπως τα πέταλα, στις μακρινές της όχθες. 
           
(Horoscopes for the Dead)
-------------------------------------------------------------------------------------------------------------


Το κορδόνι

Τις προάλλες όπως ξέφευγα  αργά                                                       
απ¢ τους γαλάζιους τοίχους αυτού του δωματίου,
σαν σε υποβρύχια κίνηση από τη γραφομηχανή στο πιάνο, 
από το ράφι της βιβλιοθήκης σ¢ ένα φάκελο κάτω στο πάτωμα,                                                       
βρέθηκα στο γράμμα Κ του λεξικού                 
με το βλέμμα μου πάνω στη λέξη κορδόνι.
Κανένα μπισκότο στο στόμα Γάλλου συγγραφέα
δεν θα μπορούσε να γυρίσει κάποιον στο παρελθόν τόσο ξαφνικά  -
σ¢ ένα παρελθόν μ¢ εμένα καθισμένο σε πάγκο εργασίας κατασκήνωσης
δίπλα σε μια βαθειά λίμνη των Adirondack
μαθαίνοντας να πλέκω μακριές λεπτές πλαστικές λουρίδες                                                           
σε κορδόνι, δώρο για τη μητέρα μου.
Δεν είχα δει κανένα να χρησιμοποιεί ένα τέτοιο κορδόνι
ή να το φοράει, αν αυτή ήταν η χρήση του,
όμως αυτό δεν μ¢ εμπόδιζε να σταυρώνω
λουρίδα πάνω σε λουρίδα ξανά και ξανά
μέχρι που έφτιαξα ένα χοντρό
κοκκινόασπρο κορδόνι για τη μητέρα μου.
Μου έδωσε τη ζωή και το γάλα απ¢ το στήθος της,
κι εγώ της έδωσα ένα κορδόνι.
Με ντάντεψε τόσες φορές στο άρρωστο δωμάτιο,
υψώνοντας κουταλιές φάρμακο στα χείλη μου,
δροσίζοντας το μέτωπο μου με κομπρέσες,
με οδήγησε έξω στο αέρινο φως,
μ¢ έμαθε να περπατώ και να κολυμπώ,
κι εγώ, σ¢ αντάλλαγμα, της χάρισα ένα κορδόνι.
Να, χιλιάδες φαγητά, είπε,
να, ρούχα και μια καλή μόρφωση.
Και να, το κορδόνι σου, της απάντησα
που έφτιαξα με λίγη βοήθεια του υπεύθυνου εκεί.
Να, ένα κορμί που ανασαίνει και μια καρδιά που χτυπάει,
γερά πόδια, κόκαλα και δόντια
και δυο καθάρια μάτια να διαβάζουν τον κόσμο, ψιθύρισε,
και να, είπα το κορδόνι που έφτιαξα στη κατασκήνωση.                                                                                                                    
Και να, θα ήθελα  να της  πω τώρα,
ένα μικρότερο δώρο - όχι τη φθαρμένη αλήθεια
ότι ποτέ δεν μπορείς να ξεπληρώσεις τη μητέρα σου,
αλλά την αξιοθρήνητη παραδοχή ότι τότε που πήρε
το άγαρμπο κορδόνι από το χέρι μου,
ήμουν τόσο βέβαιος όσο μπορεί να είναι ένα αγόρι
ότι αυτό το άχρηστο, τιποτένιο πράγμα που έπλεξα
με βαρεμάρα θα ήταν αρκετό για να είμαστε πάτσι.

(The Trouble with Poetry: And Other Poems)
-------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Γενέθλια

Πριν περάσουν
πήρα το μολύβι και το μπλοκ
και υπολόγισα περίπου τι απομένει-
ένα κουτάκι Οκτώβριοι, μια χούφτα Απρίλιοι,

λίγο χρόνος για χάσιμο μ¢ ένα μεγάλο μυθιστόρημα
στον καναπέ κάθε βράδυ,
μερικά κεριά αναμμένα στις γωνιές του δωματίου.
Μια γυάλα Δευτέρες, μια σειρά Παρασκευές -

όμως δεν μού ¢ρχεται να κάνω τίποτα
καλύτερο απ¢ το  να  ανάψω ένα σπίρτο
να βολευτώ κάτω από τη λεπτή κουβέρτα,
και ν¢ ανοιχτώ στην πρώτη πρόταση του Clarissa.

Κοιτάτε με καθώς αρχίζω αυτό το μεγάλο ταξίδι
μες στο μελάνι και το κλάμα,
μέσα στη μυστικότητα και τη θλίψη,
στην ελπίδα και τις ξιφομαχίες.

Ενώ η σκοτεινιά  πυκνώνει
κι η πρωινή δόξα ετοιμάζει την τρομπέτα,
οι γαιοσκώληκες αρχίζουν το τραγούδι στον κήπο,
κι ο Χριστός από τον τοίχο κοιτάζει προς τα κάτω,

θ¢ αρχίσω λέξη τη λέξη μέχρι το τέλος
σελίδα χίλια πεντακόσια τριάντα τρία
στη χαρτόδετη έκδοση Penguin
εισαγωγή και σημειώσεις κάποιου Angus Ross.

(Nine Horses)
-------------------------------------------------------------------------------------------------------------


Στίχοι χαμένοι στα δέντρα

Αυτοί δεν είναι οι στίχοι που μού ήρθαν
όταν περπατούσα στο δάσος
χωρίς πένα
ή κάτι έστω για να γράψεις πάνω.
Χάθηκαν για πάντα,
μια χούφτα κέρματα
ριγμένα στη σχάρα της μνήμης,
μαζί με όλες τις μνημοτεχνικές
που επινόησα για να τους κρατήσω εκεί-
όλοι χαμένοι και ξεχασμένοι
πριν προλάβω το ξεχορτάριασμα
στο βάθος του ήσυχου σπιτιού μας
με τα ποτήρια γεμάτα πένες,
τα σημειωματάρια και στοίβες άγραφο χαρτί,
το γραφείο και τη γλυκιά λάμπα,
το τραπέζι και το φως απ¢ τα παράθυρά του.
Έτσι αυτή είναι η ελεγεία μου για εκείνους,
αυτές οι έξη ή οκτώ εκπνοές,
το μπλεγμένο σχοινί της σύνταξης,
η τζαζ  της στιγμής,
και η σύντομη ενόραση στο τέλος
να παίζει σαν την κοντή ουρά
ενός πάντα υπάκουου σπάνιελ
καθισμένου δίπλα στη πόρτα.
Αυτή είναι η πρεσβεία μου στο τίποτα
όπου του λέω Πήγαινε, μικρούλι ποίημα-
όχι στον έξω κόσμο των αδιάφορων βλεμμάτων,
αλλά μακριά σε κάποιο αιθέριο τόπο λησμονιάς,
καταφυγή για τα χαμένα έπη
τα ξεχασμένα ονόματα,
και τα φευγάτα όνειρα
όπως αυτό που είδα χθες το βράδυ,
σαν πόλη φαντασίας σκίτσο με μολύβι,
που σβήστηκε από μόνο του
στον λαμπερό αέρα το πρωί
ενώ ξυπνούσα.

(Picnic, Lightning)

_____________________________________________________________________
Billy Collins 

Εισαγωγή, Συνέντευξη, Μετάφραση
Μάρω Παπαδημητρίου

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


Εκτύπωση του άρθρου