Εκτύπωση του άρθρου

ΡΟΥΛΑ ΑΛΑΒΕΡΑ


 

1

Μικρασιάτικο και  Κωνσταντινουπολίτικα, ναί

Τέλη Γενάρη, μια φρίκη στον ύπνο
βαρυπνάς, μώρα, εφιάλτης
πήρες απόφαση,
τι; 
Ήσαν περιττά, είναι ανόητα
τώρα-ακούγονται τύμπανα. Καταρρρρέουν.
Κατα κατά ρέω τραγουδά ο Παπακωνσταντίνου.
O tempora,
ο mores!
Ο Κικέρωνας με χαιρετά, μου δίνει το χέρι,
μου φιλά το χέρι, ρεβυθομύτης, χωρίς το άλλο
χέρι, χωρίς κεφάλι, έξω του ένας εγκέφαλος με
ραβδώσεις αιμάτινες, σέρνεται μεγαλοπρεπής.
Γύρω του, γύρω μου, τον χαιρετώ.
Γύρω μας κόσμος ρακένδυτος, μερικοί ξαπλωμένοι
με βρώμικα αδύνατα αδύναμα παιδιά με τεράστια
μάτια γλυστρούν μέσα σε λάσπες.
Η προκυμαία γέμισε λάσπες,
ψάχνω για τσόφλια από σπόρια,
στριμώχνεται ο ένας πάνω στον άλλον
ανθρωπάκια φοβισμένα, ερπετά
γλυφτρόνια, νιφίτσες  ώ! αυτές, Ασβοί,
σκουλήκια αόρατα τεράστια. Πολλά μικρά.
Πάρα πολλά, ποιός σκότωσε τον Θουκυδίδη;
Ποιός σκότωσε τον Καποδίστρια;
Ποιός, σκότωσε έ, και;
Ποιός! Σκοτώνουν
Ποιοί; Σκότωσε; Δολοφονώντας
πισώπλατα, και μιά κοντή αδύνατη γυναίκα
ροκανίζει έναν ψηλό άντρα με μακριά πόδια.
Η χοντρή που τον ερωτεύονταν κρύβεται-
φαίνεται να τρέχει  πίσω  μέσα στο πλήθος, μία μύγα
μέσ στο ρημαδιό ενός πλήθους στην προκυμαία,
αλλά τι να το κάνεις είναι χοντρή με πόδια
ελέφαντα. Διοικούσε προτού να γίνει χοντρός σκελετός
μέσα στο πλήθος.
 
Ο Γιάννης
μου είπε: Μνήμη Φλωρεντίας του 1250
΄Ω!  οι αγωνιστές, οι φατρίες,
αγωνιστές αυτοί και οι άλλοι
οι άλλοι, οι άλλλοι, του άλλου πάντα
και του άλλου. Οι άλλοι,
κουρασμένη εγώ, τώρα πιά χωρίς παυσίπονα

δε μπορώ ν' αναπνεύσω,

Γεμάτη η παραλία, γεμάτοι οι δρόμοι εντός
΄Ολοι μπροστά σ έναν χωλό.
Ο Θερμαϊκός μαύρος, πτώματα και καρχαρίες.

Αιματοβαμμένοι που είχαν σκουριάσει
΄Ολοι,  η Ελλάδα,
Θεσσαλονίκη,  στα πόδια ενός χωλού,
στα χέρια ενός πανικού,
φόβος, και από πάνω ανθρωποσφαγές
από έναν Ηannibal αρχηγίσκο,
ένα πλήθος αρχηγίσκους, ο Tafrali κι αυτός
σκελετός εντολοδόχος,
βάζει στο νερό και χτίζουν θαλάσσιο τείχος
από ανθρώπινους σκελετούς.
Ζωοκαρχαρίες τροχίζουν  ανθρώπινα κόκκαλα.

Ειμαι μέσα στο πλήθος, ψιθυρίζουν για διανομή.
΄Ενας σκελετός αποκαλεί εαυτόν κατανομέα.

Είμαι κατανομέας, - Σκελετοί σταθείτε άκρη.
Διαμονή; ΄Οχι, διανομή
Λένε για ένα σύστημα απολύπανσης
Μούχλα, βρωμιά μα τι θα πει, τι έλεγαν
καθαριότητα;

Βάδιζα ανάμεσα, μία αόρατη άνθρωπος, με δυό μαύρα μάλλινα
ράσα, είχαν τσέπες, έβαζα τα χέρια, μάλλον
χωρίς τίτλο, χωρίς τελεία. Δεν ισχύουν οι προθέσεις
ανά,δια,κατά,αμφί,επί,περί,από,υπό-υπέρ.      Α

Διακρίνω μία γνωστή φυσιογνωμία από τη νεκροκεφαλή της.
Φοράει τα ίδια με μένα μαύρα χοντρά ρούχα. Φοράω ρούχα;

Είδα κάτι παράξενο. Μία σκελετός άνθρωπος 
έβαλε τα χέρια στις τσέπες  του χοντρόχοντρου ρούχου, έρρίξε
μια ματιά γύρω της και βύθισε το μηχανικό σκελ χέρι της
στην τσέπη. ΄Εβγαλε από μέσα μερικά δεματάκια τυλιγμένα
σε  χαρτί. Τα ψηλάφισε.
΄Υστερα τα έχωσε ξανά στν εσωτερική τσέπη του ρούχου.

Την είδα να ψηλαφά τη μέσα τσέπη, το ένα δεματάκι,
είχε κάτι που τρύπαγε απο μέσα προς τα έξω. Βγήκαν.
Γέμισε ο τόπος σκορπιούς, κατσαρίδες μικροσκοπικές,
ανέβαιναν πάνω της, τη γνώριζαν, τα ήξερε,

ποιά ήταν η τελευταία ημέρα; Ποιά μέρα ήταν
η προηγούμενη μέρα,  υπήρξαν, ημέρες,
όλοι αυτοί μέσα στις λάσπες, στην διαρκή νύχτα,
ο αέρας μύριζε βρύα καμένα, μυρωδιά γνωστή
ελιξίρια ούρων, τσίκνα και ούρα, στάχτη, καμένα
κορμιά,
οι σκελετοί γεμάτοι ποτέ δεν θα πλησίαζαν,

καημένοι, εδώ σκελετοί, χωρίς  σωληνώσεις, φλογέρες
για έναν νωτιαίο μυελό,
σπόνδυλοι κρίκοι, τα χέρια πέτρινα, οι μικροί αγκωνιαίοι
πέτρινοι, μαύρο,
όλη νύχτα όλοι ψάχνανε, θηρία,
μαύρα.

Κι ένα σπίτι γκρεμισμένο, αράχνες, χώματα, κατά γής
θλώντα όργανα χρησιμοποιημένα.

Το πρωί, ξύπνησα ήσυχη

Ποιός ο προδότης άραγε, από κεραμικό οι κρεμασμένοι
ανάμεσα σε πρόσκαιρο
και σε αιώνιο θάνατο. Με εγχάρακτα σημάδια
σπείρες μικρές, έλικες καί ελισσόμενες διαγραμμίσεις
εκφράΖΕΤΑΙ Η ΒΑΡΥΘΥΜΊΑ ΤΟΥ ΚΑΜΙΝΙΟΎ, ΜΕ ΑΝΆγλυφα
κορδόνια δουλείας και σκλαΒΙΆς.


Ανοίγοντας το γραμματοκιβώτιο είχε το έγγραφο του Κράτους.
Η σύνταξη μειωμένη κατά πενήντα στα εκατό.
Σκελετοί  ποντικομορφές  αμαρτωλοί

Ράσο

2.

Ραψωδία  σ ένα θέμα ειδυλλίου,
μέσα στο δίχτυ των ψυχών {κενό} κ {κενό}
παγωμένων

ας πούμε κλεμμένο από τον  Κώστα Συμπόνη, οχι,

υπερβολές μου,

αλλά εγκέφαλοι ναι, εγκέφαλοι που καταπραϋνονται,

σε  κενό, ζεστό νερό, που ανακούφιζε

 

 

22.9.2016  ξημέρωμα αποιφασίστηκε: θάνατος  μ{ε} μαύ{ρα}

ποντίκια από Συρία, Αίγυπτο, Λιβύη

παν..{ώλη}

γνωμάτευση:

¨λοιμώδεις βουβώνας” σφόδ...{ρα κακοήθεις- Αρεταίος, 11. 3”}

ευρέθη

ευρέθησαν
 

                     Απόλλυμαι α΄

΄Ελειπε απ το γιλέκο του ένα  ψαροφιλντισένιο  ψαροκούμπι.

-Λείπει,  με αχνό μειδίαμα       ;           ακουμπώντας

 τον δείκτη

της αριστερής παλάμης            ; 

 ;                                     αργός, αργιόδους,        εκείνος

είχε λευκά δόντια {                   ::                                   }

-΄Οταν το βρώ θα σ' {κενό, μάλλον} ου   δώσω να {     }άψεις 

 

- άμα; {                                  } Ο Αργοναύτης   Αριστ. Πολ.

1284a {(α γαλλικό;                }

-άμα    {                      } aν    {                } βρήκε το ναύ {    }

 α  ν “το”

 

Το” άρθρο στα τρία συμπτύσσεται και {         } έχει   φύγει

“μου” κτητικό                  Η μελωδ {λείπει η κατάληξη του ρ.}    ανεβαίν {λείπει η κατάληξη του ρήματος}   τουρτούριζε  {  ;                                                    ;  }

κατεβαίνει: Το βρω, το δώσω, {     } ράψω.

΄Εγραφε:  γράφειν

 

                     Απόλλυμαι β΄

΄Εσκυψε να χαϊδέψει το κουτάβά(..)

στο ξεροδεντρί σιμά τους

αλλά {λείπει άρθρο} αγριεμένη μάνα  γρύλισε

κι ο σαν αγριεμένος άνδρας ξέφυγε

μα με μιά σκύλα μάνα πώς να κάνει;

Απομακρύνθηκε  {....( μάλλον το αρσ. άρθρο)}   μαυριδερός σκύλος

σκύλος  {...................}     λερωμένο τρίχωμα

το φιλντισένιο κουμπί, τι

έκαμες; ΄Ησουν (α-;) πλά (α-;) πρόσεκτος.

{..............................}

{..............................

....} -΄Οχι,    έφαγα
 

                     Απόλλυμαι γ΄

ποιός,  άνδρας ή ο σκύλος

{λείπουν λέξεις}

σκύλος σκάλιζε σκυλοχάμουρα, 

ανάσκελα

να του χάϊδεψε (να του χάϊδεψε-;) την κοιλιά με τη μπότα.

 

Τον κοιτούσε, πώς κινούσε τα πόδια του

μάλλον τ΄άφηνε σα να κρέμονταν από

τσιγκέλι, το μαλλιαρό κεφάλι, {...}  ουρά του.

Δε θα  λευτερωνόταν ποτέ για το μεροδούλι

πως τα κατάφερνε η σκύλα  {............}    στα

Στα τσιγγέλια δεν είχε  στεγνά ψαροφαλαινάκια

και η η η {λείπουν} θάλασσα  {........} είχε στερέψει

πώς; άτιμη σκύλα

 

                        Απόλλυμαι δ΄

Κοίταξε τη γυναίκα, λιγωμένη στο μελαχροινό

τού  άνδρα -Για μένα το βλέμμα;

-Οχι, σε μιμούμαι, μιμούμαι

τη μίμηση

αρμονική αλυσίδα

{................} {........}

το θέμα  απο την Τέχνη της Φυγής  {λείπει}   φεύγετε

φεύγετε {λείπει το ε}   ΄λεγαν, φώναζαν, να φεύγουμε,

μεταμορφώσεις της Φυγής                  

 

                         - Απόλλυμαι ε΄

-Πώς καταντήσαμε;   ...........    γονείς  .......  ΄Οχι

.{............}.

-Αποφεύγω να μπαίνω στη μνήμη, άλλωστε τόσες

χιλιάδες χρόνια, απονέμω   δικαιοσύνη μνήμης,

μόνον, και φιλοξενία,   (κενό)                  αλλά;

μιλούσε και λες το δέρμα με το μελαψό του τρίχωμα

ξεκολλούσε, όχι  πολύ,   (κενό)       αλλά ξεκολλούσε

το σκληρό δερμάτινο, γεμάτο ρυτίδες-σπασίματ {λείπει το α}

παλιοκαιρίσιου πράγματος 

με επένδυση γούνα προβάτου, με πιτσιλιές αιμάτινες

μύριζε {ερωτηματικό ;   ........}  βρώμαγε  {...}

μπότες του μύριζαν       -πώς το βάφτισες το κουτάβι;

- Κανένα.

- Οδυσσέα;

-και;

πανουκλιάρηδες, προσβεβλημένοι χωρίς να γιατρευτούν ποτέ

απ την πανώλη, πανουκλιασμένοι, μοχθηροί, κακοί, και άσχημοι

......... εκείνη τ{ότε} κραύγαζε υστερικά: “το χέρι μου, το χέρι μου

γέμισ{ε} λέπ{ια}. Λέπ{ια}”

φών(αζε

 

                           Απόλλυμαι στ΄

- Θυμάμαι τον καθηγ {μισή λέξη, λείπει το όνομα, ίσως υπονοείται}

- Αν θυμάμαι καλά, εσένα δε {σε} ξεχώριζε.

- Δε θυμάσαι,  {δε} θυμά {διακόπτεται}

{δε} καταλάβαινες  πόσο με ξεχώριζε επειδ΄({λείπει το η) γ {λέξη άγνωστη}

επειδή  {δεν} έγλειφα    εκτιμούσε

όσους δεν {.........λείπουν λέξεις} 

΄Ηταν: {Ο} Μ  στα κατάβαθά του γνώριζε

τι θα πει να μη δύνασαι να μιλάς

 γνώριζε να μιλά  {..........}   δε σου έβαλε ποτέ {δέκα}

 έβαλε εννιά

εννιά  αντικρυστό  του τέσσερα,

εκεί ανήκα, εκεί βρίσκομαι

Με τα τέσσερα

Μιά αριθμητική μοίρα   Στά τέσσερα.

 Δεν έχω ήχο δεν καταλαβαίνεις               

 

 

                           Απόλλυμαι ζ΄

Το κουτάβι σιγομούγκρισε μέσα στη τριχωτή

ζούγκλα της σκύλας. Δύο επί δύο

τέσσερα

Της σκύλας με τα λέπ{ια}

 

 

                          Απόλλυμαι η΄

΄Ολα γινόντουσαν στην ακροθάλασσα της

Επανωμής, κι η θάλασσα από την παγωνιά

και το χιονιά γινότανε  πάγος. 

Μετά την καταστροφή του (σβησμένος αριθμός και  “το” προφανώς) (...321)

                               ;

είχαν αλλάξει, είχαν μειωθεί οι άνθρωποι, ποιός θυμόταν ότι χρόνια

πριν χρόνια  {λέξεις σβησμένες.........}    ....................                 πρίν

 

 

                                   Απόλλυμαι θ΄

Τι έτρωγε ο άντρας που ξέμεινε στο χρόνο

 έτρωγε

{δε}     θυμάμαι  {λείπουν....}

του είχε μείνει  στην καταστροφή

μιά ειρωνεία, αλλά ήταν  όμορφος. Φαινόταν γενναίος.

 

 

                                  Απόλλυμαι  ι΄

Μιά ειρωνεία,  κάτι το έλασσον.                   

                                      

 

                                  Απόλλυμαι ια΄

Η κοπέλα τουρτούριζε απ την υγρασία και το κρύο

-Θέλεις το αμπέχωνό μου, αλλά μυρίζει, να το ξέρεις

το έβαλε στους ώμους της

 γλυκειά μυρωδιά τα ψαροαίματα, ίσως

και, το δικό {του}. Σα να είχε έρθει απ τους

νεκρούς ναυτικούς του Οδυσσέα     {γχ, του ΄φιλολόγου} {ι φολ}  

΄Ηρθε α{......}

από ναυάγιο γήϊνων  σε χρόνια, ήταν αιμάτινος

κρυφό το αίμα 

- Κρύβεσαι;

- Εδώ δεν έρχονται οι    {μισοσβησμένη  μόνο λ κ}

κοίτα, δεν είμαι κομπιουτεράς {σημ. Φιλολ.:  “προσδιορίζουμε χρόνο,

από τη λέξη κομπιουτεράς. Ηλεκτρονικός πάπυρος, λοιπόν, ω!”

και μου φαί-

νεται, γήϊνόςεξωγήϊνός

αλλά όχι  {να κρύβομαι} Καταλαβαίνεις

κατάλαβες                     {λείπει γράμμα Β} λέπεις

δεν βλέπεις

- Γράφεις;  -΄Οχι βέβαια

Εδώ δε γράφουνε               απαγορεύεται η άγραφη

η ζωή σκληρήηγραφή {κολλημένες οι λέξεις πρίν} μετά     ( κενό )       καταμαντεία

εδώ

 

 

                             Απόλλυμαι  ιβ΄         

- Είσαι παντρεμένος;  -Τι;

-΄Οχι, έχω παιδί, πέθανε.

-΄Εχεις; Αφού πέθανε, είχες  θέλεις να πεις.

 -΄Εχω. Δε πά να πει ότι επειδή πέθανε,

δε ζει. Είσαι της φυλής των ευημερούντων,

πώς βρέθηκες εδώ; Πέμπτης γενιάς; Έκτης;

΄Εβδομης; {λείπει  η λέξη γενιά}

 Απόλλυμαι    Απόλλυμαι   Απόλλυμαι   Απόλλυμαι

Απόλλυμαι                  

Τα κύματα πάγου λυσσασμένα έβγαιναν για λίγο στη στεριά,

έσπαγε ο πάγος και μετά υποχωρούσανε στην παγωμένη

θάλασσα,  γεννούσε ο πάγος κύματα

κι αυτά λειαίνονταν  ε {............}   η θάλασσα ενιαίος πάγος

Έσω γαρ είδον αρτίως λυσσώσιν  αυτήν

ουδ΄επήβολον φρενών

-΄Ησουν, είσαι κυρίαρχος των φρενών σου;

-Η έκφραση ήταν {δείκτης φρόνησης} τότε,

λιγαίνω        φωνάζω       διακηρύττω

κρώζω          πονώ    ογκολογώ

ογκολογήσαι { κενό}                και

υπήρχαν μυστικοι κώδικες   λίγοι τους γνώριζαν

σέρνονταν φόβοι, είχαν πει για (εννοεί μάλλον κάποια) τέλη Μαΐου,

κανένας δε γνώριζε τι είναι ο Μάιος  Κανένας

κανένας                    το Κανένα  (λείπει η συνέχεια)

πολλοί οπλοφορούσαν

Ευλογία, σιγανό μου τραγούδι

Τον έβλεπε να βρίσκεται σ΄έναν  Πρώτο πόλεμο

σ΄έναν δεύτερο, στον Τρίτο, στη μαγεία  του ελάχιστου χρόνου

του κόσμου αύριο, σε μιά επαρχία της  Μακεδνίας

σ' αποχαιρετώ {        -}

{λείπει το ο από το μέσον της λέξης}

δίπλα θάλασσα. Στο παρελθόν που έγινε πάγος, στο μέλλον

που είναι πάγος

πού είχε βρεθεί  η κοκκινομάλλα νέα

ειστρυπάωντας το μέλλον                              εκπλιπαρούσε

-κοίτα με   { κενό}  τρείς αιώνες έβλεπαν    παρηζόμουν

(εννοεί μάλλον καθόμουν δίπλα)

την κοίταγε  

ήθελε πλέον να στρέψει το πινάκιο,  μωλωπισμένο

το σαρκίο της, ένα σαρκίο του έτους {κενό χρονολογίας αρχικής 001} μ.Χριστόν-

μ.Χιροσίμα  19-42

{......  } πνευμονική πανώλη και πνευματ {κη;}παν{ώλη}

 

Απόλλυμαι 

Απόλ{λυμαι}

{....................σπασμένα γράμματα, σβησμένα}

Τον χάϊδεψε στο σβέρκο,

που βρέθηκε, πως;  βρέθηκαν ξανά; Οδοιπορώντας

στην καταστροφή, φορώντας άγριες προβιές,

βαδίζοντας στην παγωμένη άμμο, στον πάγο,

στην ψυχρότητά του και

στην παλμοδόνησή τους.                                

Δυό παλιοί άνθρωποι, απομεινάρια του τέλους

που ανέμενε

 τ άγρια σκληροτράχηλα χέρια του να θυμηθούν,

πως χάϊδευαν, και τη χάϊδευε ατέλειωτους αιώνες

από τώρα, απο τότε,

αυτός ένας Οδυσσέας τού χρόνου,

ένας  αμίλητος, χ ω ρ ί ς

χωρίς βιβλίο, κομπιούτερ, χωρίς χαρτιά

μολύβια ή στυλό Bic, χωρίς,  ή  Mont Blank ή;

{..........................} Very, Gavello, Montegrappa,

S.T. Dupont

{..........................}

{μολύβι μολυβένιο με σβηστήρα}-{συμπλήρωσε ο φιλόλογος,

                                     με ένα φλυτζάνι γαλλικό

                                     καφέ, τον κοίταξα, ακούγαμε  Κίθ Τζάρετ

από τώρα {…..}    

τίποτα, τότε, Σ' {...}

{Kοντε-μοντεχρηστισμό), {πες το ιστορική εκδικητικότητα {τα, τα,τατατα}

σ΄ένα από τα τοπία  { κενό} κ  {κενό}............του τίποτα {...}

πως να {τα } καταμετρήσω;

πώς να μετρήσεις τα κύματα, ή

τα χόρτα;  Δεν υπάρχουν μύθοι, δεν υπάρχει ιστορία,

προαίσθημα μόνο, ό,τι πίσω μας [  ]σαλεύουν μόνο σκοτεινοί χοροί,

αυτό Κόντε Μόντε Christo, σας αφιερώνω

 

..... Αντώνη Φωστιέρη, να χειροφιλείτε την Κυρία με τη στριχνίνη [ -

- ]   το κοντσέρτο στην Κολωνία να το χειροκροτώ.

                                                               χειρ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Εκτύπωση του άρθρου