Εκτύπωση του άρθρου
ΜΑΡΩ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
 
 
 
Δύο ποιήματα
 
 
μάθημα ανατομίας
 
το ποίημα στο τραπέζι πτώμα 
ο ανατόμος  σοβαρός         
χέρι ατσάλινο ψυχρό νυστέρι   
τέμνει τη σάρκα ερευνά 
αποκαλύπτει δείχνει να
εδώ σημασιολογικό κενό 
μια  συστοιχία ατυχής πιο ‘κει
άλλη μια χρήση επιθέτου περιττή 
λεπτού σιγή  
κόβει δύο νεύρα του ρυθμού 
χωρίζει αρμούς και αρμονίες
συμμετρίες   
στον έκτο στίχο η λεπίδα 
πιο βαθιά 
βρίσκει  το θέμα στην κοιλιά
στέκει στα συναπτόμενα
και  τα διακρινόμενα 
μα κάπου πώς σκορπίζονται
οι λέξεις
μπερδεύοντας μεταφορές
αλληγορίες σχήματα
λεγόμενα  νοούμενα μαζί
κι υπονοούμενα  
άντε να βρεις  το κεντρικό σημαίνον…
πεισμώνει εκείνος συνεχίζει στα τυφλά 
στο κόκαλο θα φτάσει στο μεδούλι
μα
 
κρυφά ένας ήλιος στο υπόγειο γλιστρά
απ’ το χαρακωμένο σώμα κλέβει 
την καρδιά
στη ζεστασιά  του εκείνη φτερουγίζει 
γίνεται πουλί
το σκάει απ’ τον φεγγίτη και πετάει
στους ανοιχτούς αιθέρες πάλι να βρεθεί 
ποιητική αδεία να χτυπάει .
 
 
momentum 
 
το βλέμμα στο φανάρι  κόκκινο
μέχρι το πράσινο
ακόμα μέχρι έως ίσαμε
ανάμεσα στο πριν και το μετά
στο τώρα ή ποτέ
ήθελα να στο πω
 
παμφάγο η πόλη τέρας
άμορφο                                           
σε διασταυρώσεις
διασυνδέσεις διακλαδώσεις
καταπίνει το συμπτωματικό
άναρθρο  αναπότρεπτα
 
είναι  που  έχω μέσα μου  
κάτι σα νοσταλγία σαν καημό
ήθελα να στο πω
μία απόλυτη στιγμή εκεί
στο  αναμεταξύ  εκκρεμεί
αν σου ξεφύγει πάει  
 
παγίδες οι νησίδες ασφαλείας
οι διαβάσεις  όρια
άψυχα τα φανάρια  
κι εσύ  πεζός  
τον δρόμο να περάσεις
στέκεσαι
 
μια αιωρούμενη μικρή στιγμή
άνω τελεία σε μια φράση
ζωντανή
θέλω πολύ για  σένα να τη σώσω
κι ενώ σε βλέπω δεν με βλέπεις
να στη δώσω
 
έτσι κι αλλιώς λόγια καρδιάς    
δεν  τα μιλάς ξεκάρφωτα 
σε μια καμπή του δρόμου 
κι όλο περνάει ήδη ο καιρός   
στο έτσι  στα  αζήτητα 
και μένεις κάθε βράδυ με το τίποτα. 
 
© Poeticanet
Εκτύπωση του άρθρου