Εκτύπωση του άρθρου


HILDA DOOLITTLE (H.D.)


 

"Το ελληνικό στοιχείο στην αγγλόφωνη ποίηση--η περίπτωση της H.D.".
(Μεταφράζουν και σχολιάζουν οι: Σταυρίνα Βασιλοπούλου, Γεωργία Σιμάκου,
Νάντια Κουκαρούδη , Θεοχάρης Τσιάκαλος)

 

1. Sea Violet

The white violet
is scented on its stalk,
the sea-violet
fragile as agate,
lies fronting all the wind
among the torn shells
on the sand-bank.
The greater blue violets
flutter on the hill,
but who would change for these
who would change for these
one root of the white sort?
Violet
your grasp is frail
on the edge of the sand-hill,
but you catch the light—
frost, a star edges with its fire.
(Sea Garden, 1916)

 

Η Βιολέτα της Θαλάσσης

Η λευκή βιολέτα
κρύβει το άρωμα βαθιά στο μίσχο,
η βιολέτα της θαλάσσης
εύθραυστη σαν αχάτης,
αντιστέκεται στον άνεμο
ανάμεσα στα διαλυμένα όστρακα
επάνω στην αμμουδερή όχθη.

Οι μεγαλύτερες, μπλε βιολέτες
ανεμίζουν επάνω στον λόφο,
μα ποιός θα αντάλλαζε γι’ αυτές
ποιός γι’ αυτές θα αντάλλαζε
έστω και μία ρίζα από τη λευκή;

Βιολέτα
αδύναμα κρατιέσαι
στην άκρη του αμμολόφου,
μα πιάνεις το φως –
πάγος ελαφρύς, αστέρι που το ακολουθεί η φωτιά του.

Μτφ. Σταυρίνα Βασιλοπούλου

Το ποίημα Sea Violet (Η Βιολέτα της Θαλάσσης), γράφεται το 1916 και συμπεριλαμβάνεται στην ποιητική συλλογή Sea Garden (Θαλασσινός Κήπος) της H.D. ( Hilda Doolittle), ένα από τα σημαντικότερα δείγματα ποίησης ενός νέου, τότε, κινήματος, του “εικονισμού” (imagism).

Σημαντικά, υφολογικά χαρακτηριστικά του εν λόγω, πρωτοποριακού για την εποχή, κινήματος που γίνονται φανερά στο συγκεκριμένο ποίημα αποτελούν η οικονομία και η ευθύτητα στη γλώσσα και στην περιγραφή του φυσικού τοπίου, ο ελεύθερος στίχος, η απουσία του λυρικού-συναισθηματικού στοιχείου, η καθαρότητα και η ευκρίνεια των εικόνων που η ποιήτρια δημιουργεί.

Θεματικά, παρομοίως, το ποίημα αναδεικνύει την ομορφιά και τη μοναδικότητα της απλότητας και της ευγένειας ενός εσωτερικού κόσμου, της ψυχής θα έλεγε κανείς, που συμβολίζεται από τη λευκή βιολέτα, σε αντίθεση με την επιφανειακότητα της εξωτερικής, και μόνον, ομορφιάς. Στο σημείο αυτό της ανάλυσης, δεν θα μπορούσαμε να μην προσέξουμε την προφανέστατη και μεγάλη επιρροή της Hilda Doolittle από τον αρχαίο κλασικό ελληνικό πολιτισμό. Αρχικά, η περιγραφή της θάλασσας, της ακτής με τα σπασμένα κοχύλια, των αμμολόφων παραπέμπει ξεκάθαρα στο ελληνικό, παράκτιο τοπίο, ενώ το λευκό της βιολέτας στα λευκά μάρμαρα των αρχαίων ελληνικών ναών και αγαλμάτων. Αλλά και, όσον αφορά στο περιεχόμενο, οι έννοιες της καθαρότητας, της αγνότητας, του απλού και λακωνικού που το ποίημα εμπνέει, συμβολισμένες από το λευκό χρώμα του λουλουδιού, δεν μπορούν παρά να αποδεικνύουν τη βαθιά επίδραση των ελληνικών, κλασικών αρχών και αξιών στη γραφή αυτής της μεγάλης Αμερικανίδας ποιήτριας.


2. Eurydice

I
So you have swept me back,
I who could have walked with the live souls
above the earth,
I who could have slept among the live flowers
at last;

so for your arrogance
and your ruthlessness
I am swept back
where dead lichens drip
dead cinders upon moss of ash;

so for your arrogance
I am broken at last,
I who had lived unconscious,
who was almost forgot;

if you had let me wait
I had grown from listlessness
into peace,
if you had let me rest with the dead,
I had forgot you
and the past.

II
Here only flame upon flame
and black among the red sparks,
streaks of black and light
grown colourless;

why did you turn back,
that hell should be reinhabited
of myself thus
swept into nothingness?

why did you glance back?
why did you hesitate for that moment?
why did you bend your face
caught with the flame of the upper earth,
above my face?

what was it that crossed my face
with the light from yours
and your glance?
what was it you saw in my face?
the light of your own face,
the fire of your own presence?

What had my face to offer
but reflex of the earth,
hyacinth colour
caught from the raw fissure in the rock
where the light struck,
and the colour of azure crocuses
and the bright surface of gold crocuses
and of the wind-flower,
swift in its veins as lightning
and as white.

III
Saffron from the fringe of the earth,
wild saffron that has bent
over the sharp edge of earth,
all the flowers that cut through the earth,
all, all the flowers are lost;

everything is lost,
everything is crossed with black,
black upon black
and worse than black,
this colourless light.

IV
Fringe upon fringe
of blue crocuses,
crocuses, walled against blue of themselves,
blue of that upper earth,
blue of the depth upon depth of flowers,
lost;

flowers,
if I could have taken once my breath of them,
enough of them,
more than earth,
even than of the upper earth,
had passed with me
beneath the earth;

if I could have caught up from the earth,
the whole of the flowers of the earth,
if once I could have breathed into myself
the very golden crocuses
and the red,
and the very golden hearts of the first saffron,
the whole of the golden mass,
the whole of the great fragrance,
I could have dared the loss.

V
So for your arrogance
and your ruthlessness
I have lost the earth  
and the flowers of the earth,
and the live souls above the earth,
and you who passed across the light
and reached
ruthless;

you who have your own light,
who are to yourself a presence,
who need no presence;

yet for all your arrogance
and your glance,
I tell you this:

such loss is no loss,
such terror, such coils and strands and pitfalls
of blackness,
such terror
is no loss;

hell is no worse than your earth
above the earth,
hell is no worse,
no, nor your flowers
nor your veins of light
nor your presence,
a loss;

my hell is no worse than yours
though you pass among the flowers and speak
with the spirits above earth.

VI
Against the black
I have more fervour
than you in all the splendour of that place,
against the blackness
and the stark grey
I have more light;

and the flowers,
if I should tell you,
you would turn from your own fit paths
toward hell,
turn again and glance back
and I would sink into a place
even more terrible than this.

VII
At least I have the flowers of myself,
and my thoughts, no god
can take that;
I have the fervour of myself for a presence
and my own spirit for light;

and my spirit with its loss
knows this;
though small against the black,
small against the formless rocks,
hell must break before I am lost;

before I am lost,
hell must open like a red rose
for the dead to pass.
(The God, 1917)


2. Ευρυδίκη

Ι
Κι έτσι με παρέσυρες πίσω,
εμένα που θα μπορούσα να περπατώ με τους ζωντανούς
πάνω στη γη,
εμένα που θα μπορούσα να κοιμάμαι ανάμεσα στα ζωντανά λουλούδια
επιτέλους•

Κι έτσι με την αλαζονεία
και την ασπλαχνία σου
παρασύρομαι πίσω
εκεί που οι μαραμένες λειχήνες ρίχνουν
αποκαΐδια στη βαλτωμένη στάχτη•

Κι έτσι με την αλαζονεία σου
τσακίστηκα τελικά,
εγώ που ζούσα αναίσθητη,
μισοξεχασμένη•

αν με είχες αφήσει να περιμένω
από την αδιαφορία θα είχα φτάσει
στη γαλήνη,
αν με είχες αφήσει να αναπαύομαι με τους νεκρούς,
θα είχα ξεχάσει εσένα
και το παρελθόν.

II
Εδώ μόνο φλόγες διαδέχονται φλόγες
και μόνο μαυρίλα υπάρχει ανάμεσα στις κόκκινες σπίθες,
λουρίδες  σκοταδιού και φωτός
που έχουν χάσει το χρώμα τους•

γιατί γύρισες πίσω,
για να με ξαναστείλεις  να κατοικήσω στην κόλαση
εμένα που έτσι
χάθηκα στην  ανυπαρξία;

γιατί κοίταξες πίσω;
γιατί δίστασες εκείνη τη στιγμή;
γιατί έγειρες  το πρόσωπό σου
με τη φλόγα του του άνω κόσμου,
πάνω από το πρόσωπό μου;

Τι φάνηκε στο πρόσωπό μου
με το φως του δικού σου
και της ματιάς σου;

τι ήταν που είδες στο πρόσωπό μου;
το φως του δικού σου προσώπου,
τη φλόγα της δικής σου παρουσίας;

Τι είχε να σου προσφέρει το πρόσωπό μου
παρά μια αντανάκλαση της γης,
το χρώμα του υάκινθου
απ’ τη σχισμή στο βράχο
όπου χτύπησε το φως,
και το χρώμα των κυανών κρόκων
και τη φωτεινή επιφάνεια των χρυσαφένιων κρόκων
και της ανεμώνης,
με τις φλέβες της γρήγορες και λευκές
ωσάν την αστραπή.

III
Κρόκοι από τα πέρατα της γης,
άγριοι κρόκοι που έγειραν
πάνω από την απόκρημνη άκρη της,
όλα τα άνθη που διαπέρασαν τη γη,
όλα, όλα τα άνθη χάθηκαν•

όλα χάθηκαν,
όλα καλύφθηκαν με μαύρο,
μαύρο, πάνω στο μαύρο
και χειρότερο από το μαύρο,
αυτό το άχρωμο φως.

IV
Σε κάθε άκρη
μπλε κρόκοι,
κρόκοι, με φόντο το δικό τους μπλε χρώμα,
το μπλε του πάνω κόσμου,
το μπλε αυτής της απύθμενης θάλασσας λουλουδιών,
όλα χαμένα•

τα λουλούδια,
αν είχα καταφέρει να τα μυρίσω έστω και μια φορά,
αρκετά από αυτά,
κάτι παραπάνω κι από τη γη,
ακόμα κι από τον πάνω κόσμο,
θα είχε έρθει μαζί μου
κάτω από τη γη•

αν είχα μπορέσει να πιάσω από το χώμα,
την ουσία όλων των λουλουδιών,
αν είχα μπορέσει να εισπνεύσω έστω για μια φορά
τους χρυσαφένιους κρόκους
και τους κόκκινους,
και τις χρυσαφένιες καρδιές του πρώτου κρόκου,
ολάκερο το χρυσαφένιο πλήθος,
ολάκερη τη θαυμάσια ευωδιά τους,
θα μπορούσα να είχα αψηφήσει την απώλεια.

V
Κι έτσι με την αλαζονεία
και την ασπλαχνία σου
έχασα τη γη
και τα λουλούδια της γης,
και τους ζωντανούς πάνω στη γη,
κι εσένα που πέρασες στο φως
και έφτασες
άσπλαχνος•

εσύ που έχεις το δικό σου φως,
που είσαι παρουσία για τον εαυτό σου,
που δε χρειάζεσαι παρουσία•

κι όμως, παρόλη την αλαζονεία
και τη ματιά σου,
τούτο θα σου πω:

τέτοια απώλεια δεν είναι απώλεια,
τέτοιος τρόμος, τέτοιες κουλούρες και νήματα και παγίδες
σκότους,
τέτοιος τρόμος
δεν είναι απώλεια•

η κόλαση δεν είναι χειρότερη από τη γη σου
στον πάνω κόσμο,
η κόλαση δεν είναι χειρότερη,
όχι, ούτε τα λουλούδια σου
ούτε οι αχτίδες φωτός σου
ούτε η παρουσία σου,
 είναι απώλεια•

η κόλασή μου δεν είναι χειρότερη από τη δική σου
κι ας τριγυρνάς ανάμεσα στα λουλούδια κι ας μιλάς
με τα πνεύματα πάνω στη γη.

VI
Στο σκότος
έχω πιο πολύ πάθος
απ’ όσο εσύ στη λαμπρότητα εκείνου του μέρους,
στο απόλυτο γκρίζο και στη μαυρίλα
εγώ έχω πιο πολύ φως•

και για τα λουλούδια,
αν σου έλεγα,
θα άφηνες τα μονοπάτια σου και θα στρεφόσουν
προς την κόλαση,
γύρνα ξανά και κοίτα πίσω
κι εγώ θα βυθιζόμουν σ’ ένα μέρος
ακόμα τρομερότερο από αυτό.

VII
Τουλάχιστον εγώ έχω τα δικά μου άνθη,
και τις σκέψεις μου, κανείς θεός
δεν μπορεί να τα πάρει αυτά•
έχω πάθος για τη δική μου παρουσία
και το δικό μου πνεύμα να με φωτίζει•

και το πνεύμα μου μ’ όλα όσα έχασε
ξέρει αυτό•
ας είμαι μικρή μπροστά στο σκότος,
μικρή μπροστά στους ασχημάτιστους βράχους,
θα πρέπει να σπάσει η κόλαση προτού χαθώ εγώ•

προτού χαθώ εγώ,
η κόλαση θα πρέπει ν’ ανοίξει ωσάν άλικο ρόδο
για να περάσουν οι νεκροί.

Γεωργία Σιμάκου

Το ποίημα «Ευρυδίκη» της H.D. είναι βαθύτατα επηρεασμένο από το ελληνικό στοιχείο, τόσο ως προς το περιεχόμενο όσο και ως προς την τεχνική του ποιήματος. Από τη μία πλευρά, ο σφιχτοδεμένος ποιητικός λόγος από τον οποίο καμία λέξη δεν περισσεύει και η ακρίβεια στην περιγραφή μαρτυρούν την επιρροή που είχε δεχθεί η ποιήτρια από την αρχαία ελληνική ποίηση. Κυρίως, όμως, αυτό που δείχνει τη σημασία του ελληνικού πολιτισμού γι’ αυτήν είναι ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιεί την αρχαιοελληνική μυθολογία για να εκφράσει πτυχές της ζωής της, αλλά και της εποχής της γενικότερα. Στο ποίημα αυτό χρησιμοποιεί το γνωστό μύθο του Ορφέα και της Ευρυδίκης, σύμφωνα με τον οποίο ο Ορφέας κατεβαίνει στον Άδη για να βρει τη νεκρή σύζυγό του, την Ευρυδίκη. Με τη δύναμη της μουσική του ο Ορφέας κατάφερε να επιτραπεί στην Ευρυδίκη να επιστρέψει μαζί του στη γη, με μοναδικό όρο ότι, μέχρι να φτάσουν στον πάνω κόσμο, δε θα γυρνούσε να την κοιτάξει. Ο Ορφέας παρέβη αυτό τον όρο,  με αποτέλεσμα να χάσει την Ευρυδίκη για πάντα.

Το ποίημα αυτό, όμως, δεν επαναλαμβάνει απλά τον μύθο. Θα ήταν πιο σωστό να πούμε πως τον ξαναγράφει. Σε ένα πρώτο επίπεδο, το ποίημα χρησιμοποιεί το μύθο με έναν έντονα αυτοβιογραφικό τρόπο, καθώς γράφτηκε κατά την περίοδο που ο γάμος της Hilda Doolittle με τον σύζυγό της, τον ποιητή Richard Aldington, διαλυόταν. Ταυτόχρονα, όμως, το ποίημα επιχειρεί να δώσει φωνή σε όλες τις γυναίκες. Μέχρι τότε ο μύθος παρουσιαζόταν από την οπτική του Ορφέα. Εδώ, για πρώτη φορά μας δίνεται η οπτική της Ευρυδίκης. Το ποίημα δεν επικεντρώνει στην απώλεια του Ορφέα, αλλά στην απώλεια της Ευρυδίκης. Ο θρήνος της για τη ζωή και την ομορφιά της γης που έχασε προσδίδουν μια εξαιρετική συναισθηματική ένταση και τραγικότητα στο ποίημα. Έτσι, δείχνοντας τις συνέπειες της πράξης του Ορφέα για την Ευρυδίκη, το ποίημα στρέφεται εναντίον του μυθικού ήρωα και αποκαλύπτει τη σκληρότητα, την ασπλαχνία και τον εγωισμό του.

Στο τέλος του ποιήματος η ηρωίδα τονίζει την αξία και τη δύναμη της δικής της προσωπικότητας και θέλησης και καταδικάζει την πατριαρχική κοινωνία που είναι γι’ αυτήν χειρότερη κι από την κόλαση. Εν κατακλείδι, είναι πραγματικά όμορφος ο τρόπος με τον οποίο η ηρωίδα γενικεύει την κατάστασή της, ώστε να συμπεριλάβει όλους τους νεκρούς.      


3. We Two

WE two are left :
I with small grace reveal
distaste and bitterness ;
you with small patience
take my hands ;
though effortless,
you scald their weight
as a bowl, lined with embers,
wherein droop
great petals of white rose,
forced by the heat
too soon to break.

WE two are left :
as a blank wall, the world,
earth and the men who talk,
saying their space of life
is good and gracious,
with eyes blank
as that blank surface
their ignorance mistakes
for final shelter
and a resting-place.

WE two remain :
yet by what miracle,
searching within the tangles of my brain,
I ask again,
have we two met within
this maze of daedal paths
in-wound mid grievous stone,
where once I stood alone?

Heliodora and Other Poems, 1924


3. Εμείς οι δύο

ΕΜΕΙΣ οι δύο έχουμε μείνει :
εγώ με ελάχιστη χάρη δείχνω
αποστροφή και πίκρα•
εσύ με λίγη υπομονή
παίρνεις τα χέρια μου•
αν και αβίαστα,
λιώνεις το βάρος τους
σαν ένα σκεύος, στη χόβολη,
μέσα στο οποίο κρέμονται
μεγάλα πέταλα λευκού ρόδου,
αναγκασμένα απ’ τη θερμότητα
να λυγίσουν γρήγορα.

ΕΜΕΙΣ οι δύο έχουμε μείνει:
σαν ένας τοίχος κενός, ο κόσμος,
η γη και οι άνθρωποι που μιλούν,
λέγοντας ότι όλη τους η ζωή
είναι καλή και ενάρετη,
με μάτια κενά
όπως αυτή η κενή επιφάνεια
που η άγνοιά τους μπερδεύει
για τελικό καταφύγιο
και τόπο αναπαύσεως.

ΕΜΕΙΣ οι δύο έχουμε μείνει :
κι όμως από ποιο θαύμα,
ψάχνοντας μέσα στους κόμπους του μυαλού μου,
ρωτώ ξανά,
έχουμε εμείς οι δύο γνωριστεί
μέσα σ’ αυτόν τον λαβύρινθο από δαιδαλώδη μονοπάτια
χωρισμένα με θλιβερούς λίθους,
όπου κάποτε στεκόμουν μόνη;

Μετάφραση:Νάντια Κουκαρούδη

 Η χρήση του ελληνικού στοιχείου αποτελεί ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της ποίησης της H.D.  Στο συγκεκριμένο ποίημα, υπάρχει μόνο μία αναφορά στην ελληνική μυθολογία, αυτή στον πασίγνωστο λαβύρινθο, που χτίστηκε στο νησί της Κρήτης από τον Δαίδαλο. Ο σκοπός του, σύμφωνα με τη μυθολογία, ήταν να περιορίσει και κυριότερα να κρύψει τον Μινώταυρο, ένα τερατόμορφο πλάσμα, με ανθρώπινο σώμα και κεφάλι ταύρου. Ο λαβύρινθος αυτός ήταν τόσο έξυπνα σχεδιασμένος, ώστε να ήταν αδύνατο σε οποινδήποτε έμπαινε μέσα σε αυτόν να βρει την έξοδο και σαν αποτέλεσμα, να φαγωθεί από τον Μινώταυρο. Το ποίημα υποδηλώνει πως το να βρει κάποιος τον πραγματικό του εαυτό και να ολοκληρωθεί σαν άτομο, είτε μέσω του έρωτα ή μέσω της αποδοχής του εαυτού του, είναι ο μόνος τρόπος να δραπετεύσει από τον λαβύρινθο της αβεβαιότητας.


4. Huntress 

COME, blunt your spear with us,   
our pace is hot                                   
and our bare heels                              
in the heel-prints--                             
we stand tense--do you see--             
are you already beaten                       
by the chase?                                       

We lead the pace                                                  
for the wind on the hills,                    
the low hill is spattered                                       
with loose earth--                               
our feet cut into the crust                   
as with spears.                                    

We climbed the ploughed land,         
dragged the seed from the clefts,       
broke the clods with our heels,                                                                  
whirled with a parched cry                                                                                    
into the woods:                                  

Can you come,                    
can you come,             
can you follow the hound trail,          
can you trample the hot froth?           

Spring up--sway forward--                  
follow the quickest one,                       
aye, though you leave the trail                                                                          
and drop exhausted at our feet. 

(Sea Garden, 1916)            
                                                              

4.  H Κυνηγός

ΕΜΠΡΟΣ, απαλύνετε τη λόγχη σας μ’εμάς,
το βήμα μας είναι καυτό
και οι γυμνές μας φτέρνες
στα χνάρια--
στεκόμαστε σ’ένταση--το βλέπετε--
εξουθενωθήκατε κιόλας                  
απ’το κυνήγι;

Ηγούμαστε                   
του ανέμου επάνω στους λόφους,
ο χαμηλότερος είναι κηλιδωμένος                    
με γη ελεύθερη--
τα πόδια μας σκίζουν τον φλοιό της
σαν να’ταν λόγχες.

Ανεβήκαμε στην σκαμμένη γη,
σύραμε τον σπόρο από τ’αυλάκια,
διαλύσαμε τους σβώλους με τις φτέρνες μας,
και εξαφανιστήκαμε ωσάν τυφώνες με μιά κραυγή στεγνή          
βαθιά στο δάσος:

 Μπορείτε να έρθετε,
Μπορείτε να έρθετε,
Μπορείτε ν’ ακολουθήσετε τα χνάρια του κυνηγόσκυλου,
Μπορείτε να ποδοπατήσετε τον καυτό αφρό;

--Εγερθείτε--προχωρήστε--
ακολουθήστε το ταχύτερο,    
φυσικά, αν και παραστρατήσετε από το μονοπάτι
και καταρρεύσετε κατάκοποι στα πόδια μας.

Μετάφραση: Θεοχάρης Τσιάκαλος     


Η Κυνηγός” της H.D. : Διακόπτοντας τον μύθο της οντολογικής μοναδικότητας

Στο ποίημα της αυτό η H.D. επικαλείται μυθικά πλάσματα του ελληνισμού και την αστείρευτη δημιουργικότητα του κινήματος των Imagists ώστε να ταρακουνήσει τις στερεοτυπικές κατασκευές της έννοιας ‘ταυτότητα’ και να ασκήσει κριτική στην πατριαρχική κοινωνία της σύγχρονης Αμερικής.

Μία δημοκρατική διττότητα προσκαλείται στο ποιητικό προσκήνιο μέσω μίας αρχαίας μυθολογικής φιγούρας, της θεάς Αρτέμιδος. Εδώ ο αναγνώστης βρίσκεται αντιμέτωπος με μία θεότητα που προστατεύει τα ζώα, συγκεκριμένα τα κυνηγόσκυλά της, και παράλληλα τα επιστρατεύει ώστε να σκοτώνει άλλα. Μία θεότητα που φροντίζει τον δίδυμο αδερφό της Απόλλωνα αλλά παράλληλα συνωμοτεί μαζί του για να δολοφονήσουν τα παιδιά της Νιόβης. Η συμφιλίωση αυτή της στοργής και της βίας αποδεικνύει πως μπορεί μία οντότητα να είναι ταυτόχρονα και κηδεμόνας και εκτελεστής και σηματοδοτεί το συμβολικό γκρέμισμα σεξιστικών συνόρων, παντρεύοντας την –αρσενική- αγριότητα και την –θηλυκή- εσωστρέφεια.

“Η Κυνηγός” είναι ένα κάλεσμα ειρήνης και ανθρωπισμού, μία προσπάθεια να αντλήσουμε από τα παρελθοντικά ιδεώδη με σκοπό να ανασχηματίσουμε και να δημοκρατικοποιήσουμε το παρόν. Μόνο ένα ερώτημα παραμένει αέναο, εκτεθειμένο και παράλληλα ομιχλώδες. “Μπορείτε να έρθετε” (19);

Εκτύπωση του άρθρου