Εκτύπωση του άρθρου

     Γράφει η Άννα Γρίβα

 

 

Η ΕΣΩΤΕΡΗ ΦΥΣΗ (Νικόλας Ευαντινός, Λιγωσάδικο, Μανδραγόρας, 2016)

   Στην αρχή της συλλογής του Νικόλα Ευαντινού υπάρχει μια σημείωση που επεξηγεί τον τίτλο του βιβλίου: «λιγωσάδικο: το κλαδί που κόπηκε κατά τη λίγωση του φεγγαριού και για τούτο δεν μπορεί να καεί». Τα ποιήματα λοιπόν χωρισμένα σε τέσσερις ενότητες περιγράφουν την πορεία αυτού του κλαδιού από τη δημιουργία μέχρι το τέλος του.

   Η πρώτη ενότητα αντιστοιχεί στη γέννηση και το μεγάλωμα: η στάση της μικρής ψυχής μπροστά στο θαύμα. Εδώ γίνεται φανερό πως το κλαδί και ο ποιητής ταυτίζονται, κάτι που συνεχίζει σε όλη τη συλλογή: η ποιητική φωνή είναι το κλωνάρι στο δέντρο της ζωής, σε αυτό το μεγάλο σπίτι, το φορτωμένο με ελπίδες και πόνο:  «με τάματα σωρό./ Θροΐζει μοιρολόγια». Ήδη όμως από την αρχή φαίνεται ότι η ταυτότητα αυτού του εύθραυστου κλωναριού ορίζεται από το τέλος του: ο τίτλος της πρώτης αυτής ενότητας είναι «Προτού με κόψει η άλυσος». Έτσι, δεν είναι παράξενο που στα ποιήματα αυτής της ενότητας εναλλάσσεται άλλοτε φανερά κι άλλοτε υπόγεια ο ενθουσιαστικός τόνος - με τον πιο κρυφό τις περισσότερες φορές – ελεγειακό, ο οποίος γίνεται πιο φανερός στις επόμενες ενότητες. Η ενότητα αυτή τελειώνει με μια ανατροπή: ο κλαδευτής έρχεται και ρίχνει «το νεογέννητο θαύμα» στη φωτιά…

   Η δεύτερη ενότητα μοιάζει σαν μια παρέκβαση από την ιστορία του κλαδιού: με τον τίτλο «Φωτιά…» γίνεται μια αναδρομή στα 1636, στην τελετή ενθρόνισης του αρχηγού των Μουίσκα, μιας ιθαγενούς φυλής της Κολομβίας. Σε αυτή την τελετή ο Κάποιος, μεταφέροντάς μας στον «ιλιγγιώδη κόσμο των ονείρων που λέγεται πραγματικότητα» απευθύνεται προς τον καλυμμένο με χρυσάφι βασιλιά, για να του αφηγηθεί με τρόπο αινιγματικό μια δική του μυστική εμπειρία. Ο λόγος του Κάποιου είναι ένας λόγος μύστη και προφήτη. Κινείται από το ατομικό στο συλλογικό, από τον τοπικό στο παγκόσμιο, από το παρελθόν στο μέλλον, αποκαλύπτοντας τη θαλασσινή προέλευση του κόσμου και την κατάκτηση της αιώνιας γνώσης και της εσωτερικής ελευθερίας, που καταργεί τον πραγματικό θάνατο, αυτόν της ψυχής, αφού, όπως ακούγεται στο τέλος του λόγου: «τον μεγαλύτερο των θανάτων αρνούμαι:/ την προβιά αγριμιού/ πάνω σε φτερά ανθρώπου».

   Η τρίτη ενότητα μας γυρίζει πίσω στην ιστορία του κλωναριού (Άκαυτο). Το κλαδί έχει κοπεί και έχει ριχτεί στη φωτιά, στη μεγάλη λάβα της ζωής και της ύπαρξης θα μπορούσαμε να εννοήσουμε. Όμως η λίγωση του φεγγαριού είναι μια ανώτερη δύναμη, που ξεπερνά ακόμη και τον φυσικό νόμο της καύσης των υλικών. Έτσι ο ποιητής δηλώνει: «ΑΚΑΥΤΟΣ ΠΛΕΟΝ ΠΑΡΑΤΗΡΩ./ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΑΡΧΙΖΕΙ». Αρχίζει λοιπόν να ακούγεται η σπαρακτική φωνή που θέλει να μιλήσει για το τραύμα της ιστορίας, της θνητότητας, της ατομικής και συλλογικής μνήμης. Η προσπάθεια αυτή γίνεται αέναα, γι’ αυτό επανέρχεται συνεχώς ως επωδός πως το ποίημα «τώρα αρχίζει…». Όπως το κλαδί που αέναα καίγεται, αλλά δεν καίγεται. Ξέρουμε όμως ότι στο τέλος θα καεί, όταν το φεγγάρι δεν θα προστατεύει πια. Και η φωνή μας όμοια θα ριχτεί στη φωτιά του χρόνου, χωρίς να έχει καταφέρει να αποδώσει την πλήρη αλήθεια της ύπαρξης.

   Έτσι η συλλογή κλείνει με την τέταρτη ενότητα που ονομάζεται «Κάρβουνα τριγύρω». Εδώ τα πρόσωπα μπλέκονται μεταξύ τους: τα σκυλιά που βγάζουν βόλτα την ανήμπορη γειτόνισσα, ο ατρόμητος χτίστης που πια βλέποντας το έλος να πλησιάζει «δεν μπορεί να κοιμηθεί τα βράδια», ο άντρας που «μύθοι και ήρωες του φούσκωσαν τα πνευμόνια» και τώρα μένει συντριμμένος να σκέφτεται, ο ασκητής και το λιοντάρι του, η Αρετούσα. Όλοι όσοι μέσα από τη στάχτη τους, γίνονται ποίημα, γιατί, όπως είπαμε, το ποίημα είναι αέναο και αρθρώνεται ακόμη κι όταν φαίνεται ότι όλα έχουν χαθεί.

Ο Νικόλας Ευαντινός στήνει μια συλλογή που ξετυλίγεται σαν παραμύθι: στο σκοτεινό του δάσος θα βρει κανείς το κλαδί εκείνο που δεν καίγεται, γιατί το προστατεύει η δύναμη της σελήνης, που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε αλήθεια του ποιήματος.

Άννα Γρίβα

 

 

Εκτύπωση του άρθρου
    Error trying to connect to memcache