Εκτύπωση του άρθρου

ΦΡΟΣΟΥΛΑ ΚΟΛΟΣΙΑΤΟΥ, ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΣΥΓΚΑΤΟΙΚΗΣΗ

ΕΥΦΡΟΣΥΝΗ ΜΑΝΤΑ ΛΑΖΑΡΟΥ, ΝΑΡΚΟΣΥΛΛΕΚΤΡΙΑ


  Γράφει η Παυλίνα Παμπούδη


Τι ευφρόσυνη συγκυρία! Δυο κορούδες της Κύπρου, που έχουν το ίδιο όμορφο όνομα, και έχουν γράψει δυο, εξίσου σημαντικά, βιβλία. Το Σκοτεινή Συγκατοίκηση η Φροσούλα Κολοσιάτου, το Ναρκοσυλέκτρια η  Ευφροσύνη Μαντά Λαζάρου. Υπάρχουν πολλά κοινά στα βιβλία τους, κυρίως η βαθιά αίσθηση απώλειας, το πένθος - αλλά ένα πένθος εξαιρετικά γόνιμο. Το πένθος ανήκει στις γυναίκες: (Τα κορίτσια μου πένθος για τους αιώνες έχουν (…) όπως όρισε ο Ποιητής.) Οι γυναίκες επωμίζονται, εκτός από το όποιο προσωπικό τους πένθος, και το συλλογικό. Όχι μόνο τoυ τόπου τους, αλλά κι ολόκληρης της γης. Το βλέμμα τους αγγίζει απαλά γεγονότα και μη γεγονότα, τα σπαργανώνει ή τα σαβανώνει με την ίδια τρυφερή, μητρική φροντίδα - και τα αποδίδει στην τέταρτη διάσταση τους.

Και οι δυο Ευφροσύνες ζουν παράλληλες ζωές: τη δική τους και, συγχρόνως, συνεχίζουν ζωές που έχουν διακοπεί απότομα. Και οι δυο κινούνται σε ναρκοθετημένα πεδία, και τις δυο εμπνέει η Κύπρος και ως τόπος και ως ου τόπος, ως ουτοπία. Η  Ευφροσύνη αναρωτιέται: «Ο κόσμος τι; Πού η ζωή;» Νιώθει σαν να μην έχει τίποτα να σώσει μες στην ερημιά. Αλλά η Φροσούλα πιστεύει πως «Όταν αγαπάς τον τόπο, ο τόπος υπάρχει.»

Τα ποιήματα και των δυο κινούνται μέσα σε φασματικά σκηνικά, που αναπαράγονται αέναα στα βάθη σπασμένων καθρεφτών. Οι μικρές προσωπικές τους ιστορίες χάνονται μέσα στη φουρτούνα και αναδύονται κάθε τόσο αστράφτοντας, παγιδευμένες μέσα στα απάνθρωπα δίχτυα της παράλογης ιστορίας. Οι στίχοι τους κτερίσματα χάλκινα, λεπτοδουλεμένα, μόλις αποσπασμένα απ’ το ορυκτό τους άλγος -ή λευκαρίτικα κεντήματα από λευκές νύχτες αγρύπνιας. Η κάθε μια έχει τη δική της φωνή. Κι οι δυο μιλάνε εξ ονόματος όλων, αλλά, διαφοροποιημένα: η μεν Φροσούλα αναδιπλώνεται στην θηλύτητά της και φέρνει κοντά της, με μια μητρική πλατιά χειρονομία, τα βασανισμένα, τα ξεχασμένα, τα φοβισμένα για να τα παρηγορήσει και να τα προστατέψει, η δε Ευφροσύνη είναι παλικαρού: έχει πιο υψιπετή λόγο. Συχνά, σχεδόν επικό.

1  Σκοτεινή Συγκατοίκηση,  Φροσούλα Κολοσιάτου ( Γαβριηλίδης 2015)

Η Φροσούλα Κολοσιάτου είναι μια κοντράλτο λυρική φωνή. «Πετούσαν τα πουλιά χαμηλά (…) ταχτοποιούσαν τις λεπτομέρειες μιας ευρύχωρης ελευθερίας», γράφει. Σε άλλους καιρούς θα ευδοκιμούσε σε ένα ποιητικό εύφορο κήπο με άνθη, καρπούς, κελαηδισμούς, έρωτες και όμορφα λαϊκά μοτίβα. Νιώθει όμως φαρμακωμένη στη ρίζα της και αποθαρρυμένη. «Με εξαντλεί ό, τι αγάπησα», λέει, καθώς, ενώ είχε αρχίσει να τραγουδά την ψυχή και το νησί της: «Απότομα νερό θαλασσινό με θόρυβο απλώθηκε σαν μοιρολόι». Οπότε, η ποιήτρια αναγκάζεται να αναπροσδιοριστεί, να γίνει μάχιμη και  να αντισταθεί με τα όπλα της: «Δεν ξέρω παρά να γράφω στίχους / στην αυτοτέλεια/ και στην ισομετρία της λέξης / αυτοσχεδιάζω μικρούς στόλους»

Η Σκοτεινή Συγκατοίκηση είναι αυτό που λέει ο τίτλος – μια ισόβια συμβίωση των απόντων (και των αγνοούμενων), με το σκοτάδι του πυρήνα της φωτεινής ψυχής της. «Κάθε μέρα σβήνει κι ένα φως» παρατηρεί. Και αλλού: «Όταν φεύγουν οι άνθρωποι / αφήνουν πίσω τους παράξενες μικρές αναμνήσεις». Αυτές οι παράξενες μικρές αναμνήσεις είναι το DNA των απόντων που τα στοιχεία του εμποτίζουν τους στίχους. Και, μέσω των στίχων ανασυντίθεται και συνεχίζεται, άυλη, η ζωή τους, παράλληλα με τη ζωή του ποιητή.

Η Φροσούλα Κολοσιάτου «ανεφοδιάζει λέξεις με μνήμες » και εκθέτει το βιβλίο της ως  «ένα δημόσιο μονόλογο » Δεν μπορεί πια να είναι ιδιωτικός ο μονόλογος της ποιήτριας -  παραχωρεί ίσως σε άλλη τέχνη την μέριμνα των πιο ανάλαφρων και πτητικών συναισθημάτων, καθώς τώρα την καθησυχάζει η ιδέα πως: «Ό, τι έψαχνα να βρω φροντίζουν οι νότες». Είναι επειδή, εκτός από τη ζωή και το νησί της, την αφορούν και πολλά άλλα, την πονάνε τα πάντα: όλες οι «σε λίγο ξεχασμένες ειδήσεις, για τη Γάζα, το Αφγανιστάν, Γιουγκοσλαβία, Ιράκ, Λιβύη, Φουκουσίμα …» Όλα τα σε λίγο ξεχασμένα που διαπράττονται αδιάκοπα, ενώ κάθε τόσο «Στις φλόγες του Δεκέμβρη / καίγεται η γεωγραφία μιας είδησης»

Οι στίχοι της πενθούν, αλλά είναι νηφάλιοι -και σαν να συγχωρούν. Και, σχολιάζουν ανθρώπινα, αναφερόμενοι και στα απάνθρωπα μακροοικονομικά:
«Ό, τι έγινε έγινε / οι νεκροί ξεχάστηκαν στο δεύτερο διάζωμα / μιας συνεχώς μεταβαλλόμενης οικονομίας»  Γιατί η ζωή, οι τόποι, οι τρόποι αλλάζουν με αδιανόητους ρυθμούς για τον ενεό παρατηρητή, τον αμέτοχο μέτοχο. «Άλλος τώρα ο προσανατολισμός / ολόκληρη η γεωγραφία η δική μας αλλάζει / Μόνο η σιωπή του ανθρώπου κι ο πόνος» – το μόνο που παραμένει ανάλλαχτο στους αιώνες. Κι όμως, διατηρεί μέσα στις στάχτες του χρόνου τη σπίθα της ελπίδας: «Ωστόσο», λέει, «όλα μπορεί να συμβούν / αν τα πεις δυνατά» Και επιμένει να προχωρά, διερευνώντας το βάθος των φαινομένων. Κάτι πρέπει να διασωθεί.  «Να προλάβουμε», μας προτρέπει  «πριν εξαφανιστούν οι μέλισσες».

2  Ναρκοσυλλέκτρια, Ευφροσύνη Μαντά Λαζάρου ( Γαβριηλίδης  2015)

Η Ευφροσύνη Μαντά Λαζάρου είναι μια ρωμαλέα ποιήτρια που έχει φορτωθεί αιώνες  ιστορίας, όλο το παράλογο του πολέμου, της διχοτόμησης -  την φοβερή περιπέτεια του τόπου της. Τα παίρνει όλα προσωπικά και προσπαθεί να τα διαχειριστεί παράλληλα με τις δικές της δοκιμασίες. Εξερευνά ένα βουνό ακατέργαστο πόνο που, πολύριζος και πολυπλόκαμος, απλώνεται  σε δαιδαλώδεις υπόγειες διαδρομές υπονομεύοντας την όποια ήμερη καθημερινότητα, την όποια μικρή χαρά. Και αγωνιά καθώς νιώθει πως έχει μια αδιανόητη αποστολή: «Μου ακουμπάνε κάτι μυστικά / και μου λένε κράτησέ τα!Κι εγώ τρομάζω / γιατί μου δίνουν να φυλάξω μια βόμβα / που επιθυμώ να εκραγεί.»

Έτσι αρχίζει το βιβλίο της. Μιλάει για το παρόν, το γύρω και το μέσα της, αλλά μιλάει και εκ μέρους των νεκρών –για τους οποίους πάσχει δυο φορές περισσότερο, καθώς είναι παντού, και γι αυτό δύσκολα εντοπίζονται: «Και οι νεκροί ως να μην ήτανε ποτέ / δεν ήτανε στο χώμα τους / άφαντοι / και μες στο χιόνι του πένθους οι άλλοι». Κινείται λοιπόν στα σκοτεινά, αθόρυβα, να μην ενοχλήσει τον ύπνο τους: «Μετρώντας βήματα, ελαφρά πατώντας, υπολογίζοντας ίχνη / σε μια ήπειρο διάσπαρτη νάρκες». Ο δρόμος της, ουροβόρος, δαγκώνει πάντα την ουρά του, επιστρέφοντας συνεχώς στην αρχή του: «Τις νύχτες επιστρέφω στο σπίτι / στην πόρτα δεν με περιμένει κανείς / κάθονται μέσα οι δικοί μου άνθρωποι / υπερβολικά ήσυχοι για να είναι πιστευτό». Βρίσκει τον εαυτό της και τον αναγνωρίζει ως σκεύος οδύνης: «Έμοιαζα με ξυσμένο πιθάρι εκατό χιλιάδες αιώνες αφημένο στον ήλιο». Νιώθει πως: «Όταν πια οι μεγάλες κρίσεις τελειώνουν / σε έχουν ξεχάσει εκεί με τα πτώματα / με τα ερείπια, ποια φαντάσματα και πώς παλεύεις».

Συνεχίζει όμως, πείσμων, τον κυκλικό δρόμο της (που μικραίνουν ολοένα οι κύκλοι του), και χάνεται «στα δάση των ονείρων» - παρόλο που κι αυτά είναι γεμάτα παγίδες και ξόβεργες: «Μια ζωή χτυπάω και τσιμπολογώ την ξόβεργα / γύρω από τ’ ακίνητα πόδια μου». Κι όταν καταφέρει να ξεφύγει, πέφτει σε ναρκοπέδιο – ξόβεργες και ναρκοπέδια, κυκλώνουν από παντού αυτή την ελεύθερη ψυχή, η οποία, όμως, δεν πτοείται, προχωρά. Ξέρει πως οφείλει να αντιμετωπίζει τον κίνδυνο ξανά και ξανά, να τραυματίζεται και να νικά, προκειμένου να επιτελέσει τον σκοπό της: «Όταν μου τελειώνουν τα δάση των ονείρων / μπαίνω στο ναρκοπέδιο / ελπίζοντας πως όταν βγαίνω / κουβαλώ κι ένα κομμάτι του εαυτού μου / κομμάτι το κομμάτι / μια μέρα θα βγω σώος» γράφει.  Όμως, δεν της είναι καθόλου εύκολο να διασχίζει αυτά τα ρημαγμένα, κινούμενα τοπία  όπου, κατά εντολή της αποστολής της, πρέπει να ψάξει, να βρει και να περισώσει ό, τι περισώζεται. «…θέλω να τραγουδώ / αλλά το κύμα της φωνής επηρεάζει τα συρματόσχοινα στο ναρκοπέδιο / κι ένας μικρός ελάχιστος κραδασμός / μπορεί να είναι και το τετέλεσται». Προχωρά λοιπόν μέσα στη σιωπή και εισδύει στα άφατα.  «Να συνεννοηθώ με τη μοναξιά μου» λέει, «και τη σιωπή του τάφου σας / ελπίζοντας πως τα κλεισμένα χείλη σας / ζούνε τη μυστική ζωή των λέξεων / εκατομμύρια λέξεις δις και τρις περάσανε από αυτά τα χείλη / ζούνε τη μυστική ζωή τους / στο βαθμό που και οι κήποι απ’ την άλλη / πάνω από τη γη ζουν φανερά την άνοιξή τους»

Η Ευφροσύνη Μαντά Λαζάρου στέκει για μια στιγμή αποστασιοποιημένη – όσο μπορεί -και συλλογίζεται, βαθιά, εκ μέρους θυτών και θυμάτων. Και συλλαμβάνει υπαινιγμούς αιωνιότητας: «Οι αισθήσεις είναι το μέρος / κι ο θάνατος το όλον / και το όλον το ταυτόχρονο των αισθήσεων / στιγμιαία ή για πάντα δε γνωρίζω … όπως απλώνει τα νοήματα η θάλασσα / όταν διεγείρεται από τους ρεμβασμούς / τις σκέψεις των ανθρώπων που την αγναντεύουν.» Αμέσως μετά επανέρχεται στη φύση της και στα μεγέθη συνεσταλμένου, ταπεινού διακόνου της ζωής. Αναγνωρίζει το μέτρο της αδυναμίας και της δύναμής της:«(…) δεν μπορείς / τίποτα δικό σου να φυτέψεις σε ξένη καρδιά / μονάχα να μεγαλώσεις τα δικά της δέντρα».

Καθώς οδηγεί προς το τέλος του το βιβλίο (χωρίς να το κλείνει, γιατί το βιβλίο αυτό γράφεται ισόβια) μας δίνει στίχους με ειδικό βάρος, που σαν να ξαλαφρώνουν λίγο το δικό της. Η ποιήτρια ανασυντάσσεται και συνεχίζει να πορεύεται ανάμεσα στους νεκρούς και τους ζωντανούς, προς τη δικαίωση  τους– κι όχι πια μόνη.  (…) έτσι βρέθηκα και πάλι γεμάτη / σαν το λαγήνι πλήρης / θέλεις τα δάκρυά μου ήταν, θέλεις το αίμα της καρδιάς μου / (…) πάντως γέμισα ξανά /φροντίδες, έρωτες, συντροφιές, δουλειές και μεροκάματα. Φίλοι μου τώρα και συνοδοιπόροι/ έρχονται πλάι μου όσοι έχουν ξυπνήσει από πόλεμο».

Παυλίνα Παμπούδη








Εκτύπωση του άρθρου
    Error trying to connect to memcache