Εκτύπωση του άρθρου

ΑΝΘΟΥΛΑ  ΔΑΝΙΗΛ



Ημέρα ποίησης 2015 

Στα χρόνια τα δικά μας τα σακάτικα είθισται να δολοφονούν τους ποιητάς[1]. 

Με τον παραπάνω στίχο ο Νίκος Εγγονόπουλος σχολίαζε τους «αργόσχολους  γραφιάδες» που χλευάζουν  τα γραπτά των άλλων και στην προκειμένη περίπτωση τα δικά του. Η συλλογή Εν Ανθηρώ Έλληνι Λόγω, στην οποία ανήκει το ποίημα «Νέα περί του θανάτου … του Λόρκα»,  από όπου και ο στίχος,  εκδόθηκε το 1957, οπότε ο Εγγονόπουλος, προφανώς, δεν μιλάει για την εκτέλεση του  «κακορίζικου» Λόρκα «υπό των φασιστών» το 1936,  εκτέλεση από την οποία, έχουν περάσει, άλλωστε, είκοσι ένα χρόνια. Μιλάει,  όμως, για την αντίδραση μιας κοινωνίας απέναντι σε μια ποίηση, η οποία ήδη έχει κάνει το ρήγμα με την παράδοση, αφήνοντας πολύ πίσω της κριτικούς απληροφόρητους και ανέτοιμους να την αντιμετωπίσουν. Έτσι, στα χρόνια τα σακάτικα, και του Λόρκα και του  Εγγονόπουλου, υπάρχουν πάντα εκείνοι που χλευάζουν και είναι πάντα οι ίδιοι «φασίστες». Ο Λόρκα πέθανε,  ο Εγγονόπουλος επέζησε της δικής του «εκτέλεσης», άντεξε και δεν παραιτήθηκε. Υπέστη, όμως, κανονική διαπόμπευση. Ολόκληρα κομμάτια της ποιητικής συλλογής του Μην ομιλείτε εις τον οδηγόν το 1939  αναδημοσιεύονταν με αρνητικά σχόλια που πήραν τη μορφή φιλολογικού σκανδάλου. Βεβαίως και ο Ανδρέας Εμπειρίκος, ο οποίος θεωρήθηκε «παράφρων» και η πέτρα του σκανδάλου η Υψικάμινος «βιβλίο σκανδαλώδες» αλλά ο Εμπειρίκος είχε κάνει χρόνια ψυχανάλυση και δεν έδινε σημασία. Ίσως να το ευχαριστήθηκε κιόλας που, μιλώντας για τον υπερρεαλισμό, προκάλεσε όλους εκείνους τους «βλοσυρούς αστούς που άκουγαν, φανερά ενοχλημένοι, ότι εκτός από τον Κονδύλη και τον Τσαλδάρη υπήρχαν και άλλοι ενδιαφέροντες άνθρωποι στον κόσμο, που τους έλεγαν Φρόυντ ή Μπρετόν»[2]. Ίσως και να γέλαγε μέσα του όσο έβλεπε  τα πρόσωπα να στραβώνουν. Είχε ρίξει ογκόλιθο στη λίμνη και χαιρόταν τους κύκλους της.

Ο  Εγγονόπουλος πιστός στις επιλογές του,  σε ένα άλλο κείμενό του, επιμένει και προτρέπει και τους άλλους να τον μιμηθούν:                          

«Η νύχτα διαδέχεται τη μέρα. Και ως η μέρα είναι η περιοχή των δένδρων και των λουλουδιών, έτσι κι’ η νύχτα είναι η περιοχή των φαντασμάτων και των κρουνών. Τοποθετείς τη σκάλα στον τοίχο και με πολλή πολλή προσοχή περνάς  ‘‘από την άλλη μεριά’’. Αντιλαμβάνεσαι ψιθύρους, σαν θρόισμα νεκρών φύλλων, και το κελάρυσμα των νερών, τον σχεδόν ανεπαίσθητο θόρυβο που κάμνει η ρόδα του μύλου. Ένας τροχός, ένα αλέτρι, αστέρια, κι αρχίζουν τα θαύματα και τα μάγια της νύχτας. Με τα χείλη κολλημένα στ’ άσπρα της πόδια, στοχάσου καλά, λέγε μέσα σου πως δεν θα πάψης ποτέ να ελπίζης, πως δεν θα πάψης ποτέ να πιστεύης, πως δεν θα πάψης ποτέ να ικετεύης, πως δεν θα πάψης ποτέ να επιστρατεύης όλη την αγάπη, που έχεις μέσα σου κρυμμένη, ενάντια στις δυνάμεις του κακού»[3].  Αυτές οι τέσσερις υποτακτικές - να ελπίζης, να πιστεύης, να ικετεύης, να επιστρατεύης – «ενάντια στις δυνάμεις του κακού»   είναι η ποίηση ή καλύτερα οι τρόποι που μας παρέχει η  Τέχνη και η Ποίησις και να ζήσουμε και να πεθάνουμε.  Είναι η σκάλα στον τοίχο που μας επιτρέπει να περνάμε από την άλλη μεριά,  είναι Εκείνη με τα λευκά της πόδια που μας επιτρέπει να την αγγίξουμε, αφήνοντας πίσω τον κόσμο των ικανοποιημένων και  απληροφόρητων.  

Δεν είμαστε ποιητές σημαίνει φεύγουμε/ εγκαταλείπουμε τον αγώνα, έγραψε ο Γιώργος Σαραντάρης που, επειδή δεν θέλησε να «φύγει» και να «εγκαταλείψει τον αγώνα», υπέμεινε στωικά τα βάσανα του πολέμου μαζί και τα βάσανα, στα οποία οι συστρατιώτες του τον υπέβαλαν  (μπούλιγκ το λέμε σήμερα), που του έκλεβαν την κουβέρτα, το φαγητό, τα πράγματα και, κυρίως, τα γυαλιά του, που χωρίς αυτά δεν έβλεπε καθόλου. Κοντά σ’ αυτά ήρθε η εξάντληση, ο τύφος κι ο θάνατος. Άλλη μια περίπτωση του «είθισται να δολοφονούν τους ποιητάς». Αυτή τη φορά είναι οι αναίσθητοι γραφιάδες που έστειλαν στο βουνό έναν ποιητή για να πεθάνει, ανίκανο για οτιδήποτε πρακτικό,  ενώ θα ήταν ικανότατος, λόγω παιδείας, σ’ ένα γραφείο. Η ζωή ενός ανθρώπου για λίγες μέρες στον πόλεμο. Κι αυτός υπέμεινε αγόγγυστα και τον πόλεμο και τους συναδέλφους του, που, επειδή κάπως έπρεπε και αυτοί να «διασκεδάσουν»,  τον μετέβαλαν σε παίγνιο. Αυτά στον πόλεμο, αλλά και στο χώρο της ποίησης πόλεμος γίνεται.

Ο Σεφέρης, που έμελλε να φέρει το πρώτο Νόμπελ στην Ελλάδα και να ψάλει τον καημό της Ρωμιοσύνης, που έκανε την περίφημη στροφή στην ποίηση προς τον μοντερνισμό, χρειάστηκε να ανοίξει μακρύ «Διάλογο» και «Μονόλογο» για να την υπερασπιστεί. Ο Σεφέρης φαίνεται από τα γραπτά του ότι δυσφορεί για την αντιμετώπιση της ποίησής του από την κριτική, επισημαίνει την αμηχανία και την δυσφορία του περίγυρου, καθώς και την άγνοια του κοινού που του αποδίδει ιδιότητες που ο ίδιος ούτε είχε ούτε ασπάστηκε. Υπερρεαλιστής, π.χ. Οι στίχοι «ο ποιητής/ χαμίνια του πετούν μαγαρισιές/ καθώς βλέπει τ’ αγάλματα  να στάζουν αίμα»[4] δείχνουν τη μεγάλη διάσταση από τους αναγνώστες του, αλλά και την κακία, την τυφλότητα και την αναισθησία εκείνων που τους διέφευγε η κρυμμένη ουσία: «Μιλούσες για πράγματα που δεν τα ’βλεπαν/ κι αυτοί γελούσαν»[5].   

Ο Ελύτης, από τη δική του εμπειρία, καταγράφει την αρνητική αντίδραση και καλεί τους ομοϊδεάτες σε συμπόρευση:

 «Πάμε μαζί κι ας μας λιθοβολούν /κι ας μας φωνάζουν αεροβάτες / Φίλε μου όσοι δεν ένιωσαν ποτέ με τι/ Σίδερο με τι πέτρες τι αίμα τι φωτιά/ Χτίζουμε ονειρευόμαστε και τραγουδάμε»[6]  λέει,  που αν και αγαπημένο παιδί της γενιάς του, έζησε και αυτός, ως ένα βαθμό την άρνηση· ΑΥΤΟΣ που έμελλε να φέρει το δεύτερο Νόμπελ στην Ελλάδα, που ανανέωσε την ποίηση και την ανύψωσε στις υψηλές σφαίρες της σκέψης, που τίμησε την ελληνική γη και την ποιητική κληρονομιά και εκτίναξε την ελληνική γλώσσα σε στίχο και τραγούδι σε κάθε άκρη της γης. Ο χρόνος δικαιώνει και αμείβει καθέναν κατά τα έργα του. Στην άγνοια και την κακία, στην πολεμική και στην αντίδραση ο ποιητής στέκει πάντα απέναντι. Αν η ιδιοσυγκρασία του  τού επιβάλλει να τραγουδήσει «αλλιώς» θα το κάνει, ας είναι και «φάλτσα». Η γοητεία βρίσκεται στην παράβαση, λέει ο Ελύτης, μακριά από «τη μυρωδιά του γραφείου, την κιτρινίλα της περγαμηνής, το φοβερό κομπάλιασμα της δυσκοιλιότητας»[7].

Η ποίηση δεν μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, μπορεί όμως να αλλάξει τον άνθρωπο και όσοι, ανεβασμένοι στη σκάλα βλέπουν την «άλλη μεριά», αισθάνονται τον φρέσκο αέρα από την ανάσα της.

Τα χρόνια εξακολουθούν να είναι σακάτικα. Όμως, η ημέρα Ποίησης μας υποχρεώνει σε μνημόνευση των Αγίων  Πάντων της, εκείνων που, πρωτοπανηγυριώτες, από ψηλά μας στέλνουν στίχους  παραμυθητικούς, παρηγορητικούς και ιαματικούς. Διονύσιος Σολωμός και Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ανδρέας Κάλβος και Άγγελος Σικελιανός, Κωστής Παλαμάς και Κώστας Βάρναλης, Κωνσταντίνος Καβάφης και Κώστας Καρυωτάκης, Γιάννης Ρίτσος και οι προαναφερθέντες Νίκος Εγγονόπουλος και Ανδρέας Εμπειρίκος, Γιώργο Σεφέρης, Οδυσσέας Ελύτης και Γιώργος Σαραντάρης. Και άλλοι πολλοί που με το στίχο και τη στάση τους στη ζωή, μας λένε: «προς θεού μη χάσουμε το ηθικό μας!/  παιδιά ελπίζετε στο ριζικό μας[8].

Σημειώσεις                             

1.Νέα περί του θανάτου του …Λόρκα 
2.  Οδυσσέας Ελύτης, Ανοιχτά Χαρτιά, «Το χρονικό μιας δεκαετίας», σελ. 256.
3. Στὴν Κοιλάδα μὲ τοὺς Ροδῶνες, «Ικεσία».
4.  Τρία Κρυφά Ποιήματα, «Θερινό Ηλιοστάσι» Γ΄.
5. Τρία Κρυφά Ποιήματα, «Θερινό Ηλιοστάσι», Θ΄.
6.Ήλιος ο Πρώτος, XVI.
7. Βλ. Οδυσσέα Ελύτη, Ανοιχτά Χαρτιά, «Πρώτα- Πρώτα», σελ. 14-15.
8. Μην ομιλείτε εις τον οδηγόν, «Τραμ και Ακρόπολις». 




 

 

 

 

 

 

 

 

Εκτύπωση του άρθρου