Εκτύπωση του άρθρου

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΘΗΒΑΙΟΣ

 

“Έτσι να αφιερώνομαι
περισσότερο στην
ποταπότητα,
 παρά στην
προσευχή”

Ν. Φο, “Ελοίζα”

 

Και με τον ήχο των
Κ. Π. Καβαφης

Έρχονται κάτι ώρες που τα ποιήματα ανακτούν τη χαμένη τους σημασία. Τότε χτυπούν μέσα μας  σαν μυστική διαπασών, τα φτερά τους τότε τινάζονται ολοζώντανα ξανά και μες στα δωμάτια γεννιέται το παλιό, καλό φως που έζησε κάποτε μέσα μας.

Είναι στίχοι και ποιητές που μαρτύρησαν το σκάκι αυτού του κόσμου. Ποιητές που αγάπησαν με την καρδιά τους την ανθρώπινη ψυχή, Που έντυσαν τις πιο φριχτές της λεπτομέρειες με μια ανείπωτη στοργή. Έτσι τα ποιήματα γεννιούνται στην κόψη της παρηγοριάς, σαν φοίνικες μέσα απ΄τις στάχτες τους, βαδίζουν πλάι μας τους δρόμους της πόλης, αφήνοντας κρυστάλλινες σημασίες, φτιάχνοντας απ΄την αρχή όλες τις ιδέες. Η τέχνη τους είναι ψυχική, η φωνή τους μια πλάνη. Διαθέτουν κάτι από κύρος και αίσθημα. Μα η συνείδηση τους είναι βαριά, σαν ανθρώπου. Οι ιστορίες τους  αφήνουν τ΄αποτύπωμα της ομορφιάς και την πιο στοργική διατύπωσή της.

Τα ποιήματα κατοικούν σε θέατρα γυάλινα, σε μεγάλα κάστρα του ωραίου και του ιδανικού. Με τις σημαίες τους κουρελιασμένες μα περήφανες διασώζουν έναν ανθρώπινο βυθό, μια αδιόρατη χάρη που αρκεί για να θέσει σε κίνηση το  αδυνατισμένο ένστικτό μας. Αυτοί οι στίχοι μεγαλώνουν μαζί μας, γερνούν φτιάχνοντας μ΄ακρυλικά, με κάρβουνο, με υλικά απ΄τις παράφορες πολιτείες τη θεματογραφία της ίδιας της ζωής μας. Οι ίδιοι ποιητές μοιάζουν με τις παράξενες λιθογραφίες, με τις παρατεταμένες σιωπές τους κέρδισαν τη θέση τους χρόνο το χρόνο.

Οι στίχοι τους ένα διάνυσμα προς τη φαντασία και η  φωτεινή αγάπη, καθώς κερδίζει τη φωνή της. Το θαύμα στο εγκάρσιο κλίτος της ψυχής . Είναι τις νύχτες που φλέγεσαι όταν τα ποιήματα αποκτούν και πάλι τη σημασία ενός ριψοκίνδυνου φεγγαριού, θέτοντας την καρδιά στο προσκήνιο. Απ΄τις ρωγμές μας βρίσκει το παράξενο και το αγαπημένο τον ελάχιστο χώρο που χρειάζεται για  για να γλιστρήσει στη ζωή.

Είναι οι ποιητές τεχνουργοί κρατήρων, επιδέξιοι χειριστές του αισθήματος. Δουλεύουν με τις ώρες στα ερμητικά τους εργαστήρια, στην Αθήνα, την Αλεξάνδρεια, το Βελιγράδι, αρθρώνοντας το τραγούδι της ζωής τότε και τώρα. Στους λεπτούς αρμούς που συγκρατούν τ΄αρχαία στρώματα της ζωής μας, οι ποιητές χαράζουν φιγούρες πουλιών και χρώματα. Και όταν η θλίψη τους κερδίσει την πραγματικότητα στα σημεία, σ΄αυτόν τον αδιάκοπο αγώνα της αντοχής και του ονείρου, η βαρομετρική τους θλίψη στέλνει ένα ξαφνικό μήνυμα από κάποιο μακρινό καταφύγιο. Εμείς, περιβεβλημένοι  τις βραδυκίνητες μορφές μας, τα πολύτιμα μπροκάρ της μνήμης ξαναβρίσκουμε τότε στους στίχους τους την αρχή ενός δρόμου.

Είναι οι ποιητές άνθη κομψά και ρύακες και θύμοι, βγαλμένοι απ΄τα πιο εμβληματικά παραμύθια της αγάπης. Και έτσι, όπως ανύποπτα έζησαν και αισθάνθηκαν τ΄όραμά τους ελίσσονται στις καρδιές μας, αναρριχώνται στο τώρα και το πάντα κατακλύζοντας μας με το θαύμα τους. Είναι τα σταχτιά πρόσωπα των κλειστών καφενείων οι ποιητές που αγάπησα. Οι χαρακωμένες μορφές, με τους ανέμους των αιώνων στ΄αρχαία τους μαλλιά, με το πνεύμα καρφωμένο σαν στέμμα στ΄ανυπεράσπιστά τους χέρια.

Πορτραίτα ενός Ντόριαν, υπόγεια ρεύματα που κυλούν κάτω απ΄τα βήματά μας. Να τι θα ήθελαν να είναι οι ποιητές όταν δοκιμάζουν να σμιλεύσουν πρόσωπα και ιδέες μες στη λευκότατη σιωπή τους. Παράθυρα στις σκιές που αφήνουν τις λεπτομέρειες του κόσμου να λάμψουν ξανά. Κλειστοί κόσμοι, τυρανισμένοι μ΄αυθεντικοί, με βαθιά υπόστεγμα και σκοτεινούς τοίχους.

Αρκεί όμως τ΄αγαπημένο πρόσωπο, η κατάφαση στ΄όνειρο και το ποίημα ανθίζει μες στις ομίχλες των σελίδων, ώσπου να χτυπήσει η ακέραιη χορδή εντός μας που είναι τ΄απόσπασμα της φλέβας του κόσμου. Μ΄αυτό το βλέμα, με τη ρίγη των στίχων, κατηφορίζουμε τα σκαλιά, όχι της ποίησης μα της ίδιας της ζωής. Ώσπου να αγγίξουμε τις λεπτές υφάνσεις που κατοικούν τα σώματά μας, ώσπου να φθάσουμε στ΄απροσμέτρητα βάθη, πίσω απ΄τους ήχους. Εκεί ζουν οι φωνές και οι ωραίοι θίασοι που όλα θα τα στερήσουν κάποια βραδιά. Εκεί ζουν τα χρώματα και εκεί τραβούν άνθρωποι και υλικά όταν πεθαίνουν. Εκεί επιζούν τα οριστικοποιημένα ρεύματα και τα παλιά μοντέλα της ζωής μας που ποζάρουν, ανασύροντας ξεχασμένες πρόζες.

Τέτοιες τροπές αποκτούν κάποτε τα ποιήματα. Εικονογραφούν όλες τις πτυχές της ζωής, συναλάσσονται με το άρρητο, οι αδρές τοιχογραφίες τους ανήκουν σήμερα στα παλιά, αγαπημένα φιλμ. Κάπως έτσι ο Κωνσταντίνος Καβάφης, μέσα απ΄τον σφραγισμένο του κόσμο, φθάνει απόψε, κρατώντας το ίσο όσων πάντα θα παραμένουν γραμμένα πάνω στην άμμο. Τα ποιήματά του, σκόρπιες φωνές και μνήμες που συγκλόνισαν την λυρική ψυχή μας, που αντέχουν στους καιρούς. Ο γέρος του καφενείου, οι νεαροί εραστές που ζουν ως το τέλος μια παράφορη αγάπη, οι μορφές που επέζησαν στο περιθώριο της επίσημης ιστορίας, οι σύντομες ιστορίες, δίχως δόξα, δίχως ήρωες, δίχως ουρανό που φορούν πάντα τους στίχους του και έτσι σώζονται απ΄τη βέβαιη σφαγή του χρόνου. Ο θίασος που παίρνει μαζί του ό,τι καλύτερο κρύβουμε εντός μας, το “όχι” και το “ναι” μας που αλλάζει για μια στιγμή τη ροή του ποταμού, τα παράθυρα που ανοίγουμε μια μέρα, κερδίζοντας μια ιδέα αθανασίας, η φαντασία μας που κατεστραμμένη γερνά στις κοσμοπόλεις του σήμερα, συνθέτουν τα ψηφιδωτά του Αλεξανδρινού ποιητή. Έτσι όλα γίνονται ξανά νέα και οι παμπάλαιες μαγείες ανεμίζουν στο μόνο της ζωής μας θέατρο. Πρόκειται για ατελή σκίτσα, για τις λεπτομέρειες ενός κόσμου εικαστικού, μα δοσμένου με χρωστήρες, μοναξιά και μεγαλείο.

Αυτά τα μαγικά ταμπλώ, όσα εμπιστεύτηκαν στον ποιητή οι ιδανικές μεραρχίες του ονείρου του, ο χρόνος, ο έρωτας και η νύχτα συνιστούν τις μόνες αφορμές για αυτό το σημείωμα. Όμως όλα όσα θέλησα να πω, όσα δεν κατορθώθηκαν απόψε σ΄αυτό το κείμενο, θα χτυπούν σαν καρδιές μες στα ποιήματα. Δεν θα χαθούν. Σκόρπιοι στίχοι απ΄την Αλεξάνδρεια του 1900 θα μπορούν ν΄αλλάζουν για πάντα το δέρμα της νύχτας . Και ίσως τώρα που εξηγήθηκαν τα ποίηματα, τώρα που κατατάχτηκαν πια οριστικά, να μπορούμε να τα νιώσουμε. Τα ποιήματα του Αλεξανδρινού Κωνσταντίνου Καβάφη, που εζησε σαν τελευταίος αυτοκράτορας ενός σπουδαίου κόσμου.

© Poeticanet

Εκτύπωση του άρθρου