Εκτύπωση του άρθρου

Έφη Καλογεροπούλου, Άμμος

Συσσωρεύοντας κόκκο - κόκκο τον αβάσταχτο σωρό


  Γράφει η: Πόλυ Χατζημανωλάκη

 

Α. Στην άμμο: η γραφή που σβήνεται

Αρκετοί θα θυμούνται την Άρνηση, το εμβληματικό ποίημα του Γιώργου Σεφέρη ίσως σαν κρυφό περιγιάλι, από τη συλλογή Στροφή, μόνο για εκείνη την περίφημη άνω τελεία. Η θέση της κατά την τονισμό της ανάγνωσης που επέφερε η μελοποίηση, τροποποιούσε το νόημα και έκανε να κουνούν σκεφτικά το κεφάλι τους όσοι είχαν επιφυλάξεις για το αν η ποίηση πρέπει να μελοποιείται. Μια ρευστότητα ωστόσο αθέλητη εκδηλωνόταν. Το διαφορετικό νόημα κάθε φορά που συμβαίνει μια ανάγνωση.

Σε δεύτερο πλάνο, για το ίδιο ποίημα πάντα,  παραμένει και αφήνει το πεδίο ελεύθερο σε μια άλλη, διαφορετική ρευστότητα, η χειρονομία της γραφής που εξαφανίζεται από την επιφάνεια της άμμου. Η γραφή που σβήνει – η μνήμη που χάνεται – ίσως και η ταυτότητα μαζί της. Απώλεια – παρουσία, ταυτότητα, σε ένα όνομα γραμμένο στην άμμο. Τη μαλακή επιφάνεια με τους μικρούς κόκκους, μια υδραργυρική κατάσταση ανάμεσα στο στερεό και το ρευστό, μια μεταφορά για να συλλάβεις όλον τον κόσμο από την αρχή. Να επιχειρήσεις να την χαράξεις. Ματαιότης, ψευδαίσθηση ωστόσο  αυτή η χειρονομία μια και  με το παραμικρό φύσημα του αέρα αναδεύεται, σβήνει και τίποτα πια δεν μένει. Μόνο η χειρονομία εν κενώ – Η φωνή χωρίς φωνή. Άπιαστη, φεύγει από τα δάχτυλα. Η άμμος με το συμβολικό φορτίο του χρόνου εκ γενετής – όλες οι κλεψύδρες  που γεμίζουν και αδειάζουν μετρώντας -  γίνεται σύννεφο όταν φυσά ο αέρας, πονά και πληγώνει όταν πέφτει πάνω σου με δύναμη, καίει όταν την πατάς μέσα στον καφτό ήλιο, μνήμη που δεν μπορείς να κρατήσεις,  πόνος που εντείνεται όταν την αγγίζεις.

(οι πρώτες σκέψεις μετά την πρώτη ανάγνωση της ποιητικής συλλογής της Έφης Καλογεροπούλου και μια μικρή ανθολόγηση)


Η επίμονη μνήμη
πρόσφυγας είναι
σε λάθος πατρίδα

Η επίμονη μνήμη κρυμμένη
σε τόσα υλικά περίφραξης
πάσχουσα

Κι έτσι αναποδογυρίζεται η ζωή
και το νερό ξεπλένει ήσυχα τα πόδια της 

τότε έγινε νερό και χύθηκε ανάμεσα
είχα μια επιθυμία, είπε
μα τώρα πια δεν τη θυμάμαι

 

Β. Άμμος: φωνή χωρίς φωνή

Διαβάζω  ξανά την Άμμο της Έφης Καλογεροπούλου, το τρίτο της ποιητικό βιβλίο, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μετρονόμος, μια ποιητική σύνθεση σε έξι νύχτες και αφήνομαι στην βίωση της αποσάρθρωσης, της αποσύνδεσης των λέξεων,  της ρευστότητας, μιας κυκλικής μέθης... Μια σκηνοθεσία, μια κατασκευή χωρίς κέντρο και με απατηλή την αίσθηση της αλληλουχίας.  Μια ταυτότητα χωρίς σχήμα, ένα παχνίδι με το φως, πολλαπλές αντανακλάσεις και miseenabime, οι διαφορετικές όψεις της πραγματικότητας, η λαβυρινθική αίσθηση… Η άμμος εν κατακλείδι. Εν τούτοις, το αποτέλεσμα δεν είναι μόνο μια – έστω αγωνιώδης – φαντασμαγορία. Η ατμόσφαιρα της ρευστότητας, η ομίχλη, η εξαφάνιση των ορίων είναι  σπάνιας έμπνευσης δοκιμές λόγου που υπηρετούν μια φιλοσοφική, μια υπαρξιακή αγωνία. Η απώλεια, ο θάνατος, το σκοτάδι, η σιωπή, η ύπαρξη, η ταυτότητα, το σώμα, τα όριά του, ο έρωτας.  Το αβάστακτο βάρος της συσσώρευσης, ο αδύνατος σωρός που μαζεύεται κόκκο κόκκο, σαν τον στίχο από το endgameτου SamuelBecket στο moto...το θέατρο σε μια ευτυχή συνάντησή του με την ποίηση, η Έφη Καλογεροπούλου αν και φυσικός είναι άνθρωπος του θεάτρου πια, με σπουδές θεατρολογίας και πρακτική στη σκηνοθεσία. Έξι ποιητικές πράξεις, ένα ταξίδι – μια Μπεκετική ματιά… Η φωνή χωρίς τη φωνή – εμβληματική ποιητική εισαγωγή – μπορεί να είναι  πνευματική οφειλή, φόρος τιμής στο δάσκαλο  αλλά κυρίως εκφράζει στην ουσία της τη δική της, την προσωπική της  αναμέτρηση – και την αναμέτρηση στην οποία καλεί τον αναγνώστη – με τον κατακερματισμό. Χωρίς να του δείξει τον δρόμο εκείνος πρέπει να βαδίσει, να μοχθήσει, να φτάσει, να δει από άλλη – πολλαπλή προοπτική. Να πολλαπλασιαστεί. Να κατοικήσει σε άλλο σώμα. Μια ποίηση κίνηση, περιδίνηση, αμμοδίνη. Το ανθρώπινο ποτάμι που πασχίζει να φτάσει, ανέβασμα σκαλοπατιών σε μια ατέρμονη κλίμακα… Αυτό που μένει είναι το ταξίδι.

Ένα ποίημα από την 6η νύχτα:


Είδα νερό να γκρεμίζεται και φως
να διπλώνει σαν τσακισμένη εφημερίδα.
Ασπρόμαυρες εικόνες ψηλά να σηκώνει ο αέρας
είδα το χρόνο, σκύλου κεφάλι
ανάμεσα στα δυο μου χέρια να κοιμάται.
Είδα χαράδρες κατοικημένες με βροχή από λέξεις
και φίδια φωνήεντα στην άσφαλτο να συσπώνται από φόβο.
Μας είδα εμάς ανάμεσα σε γλάρους και πουλιά μαύρα
ψηλά να πετάμε στον αέρα
εσένα
κι εμένα
λίγο πριν η ξέφρενη οπλή του πλήθους
μας προφτάσει.

 

 

Εκτύπωση του άρθρου
    Error trying to connect to memcache