Εκτύπωση του άρθρου

Léo Ferré  (1916–1993)





Μετάφραση: Πόλυ Μαμακάκη


Η Ποίηση

  

Η ποίηση δεν μπορεί να οριστεί.

Έχει τη σιωπή της κάτω από μία πρόζα που δεν μεθοδεύεται.

Οι ποιητές που ηχούν περικλείουν μέσα στις λέξεις τους μια μουσική που μοιάζει να είναι αιώνια, γι’ αυτό και η ποίηση δεν μπορεί να ειπωθεί, ούτε να υπαγορευθεί.

Ο Μπωντλαίρ, ο Βερλαίν και ο Ρεμπώ είχαν Μουσική μέσα σ’ αυτούς και την κράτησαν για αυτούς.

Ενίοτε, η Μουσική ευνοεί τη σκέψη και είναι αυτή που δίνει στους στίχους το αληθινό τους ανάστημα.

Η μελωδία είναι το θαύμα των στίχων και είναι ανεξήγητη.

Αυτό είναι που ονομάζουμε λογοτεχνία.

 

(1οφεστιβάλ Paroles et musiques, Salle d’ Arc de Saint-Etienne, 1992)

 

Όλα αυτά που θες


Και όλα αυτά που θες δεν ανήκουν παρά στα χρώματα

Στα πουλιά της νύχτας όταν η νύχτα σε κάνει γυναίκα

Στον αέρα που ξαναπρασινίζει κάτω από την αψίδα του φόβου

Στη θάλασσα που κοκκινίζει και γυαλίζει τα όπλα της

 

Στους ναύτες που μοιάζουν με τα παιδιά της θάλασσας

Σε αυτή τη χλόη που εισακούει στο ψωμί των ανθρώπων

Στον αμμόλοφο που νομίζει πως είναι ο ίδιος η άμμος

Ενώ αυτή δεν ανήκει παρά στους εραστές που τη διαγράφουν

 

Στα τραγούδια εκείνων των λιμανιών όπου δεν πάμε ποτέ

Στις σκιές που περνιούνται για σένα τα βράδια

Στα πάθη των εντόμων στα σλόου τραγούδια του καλοκαιριού

Στα επιχειρήματα από έρωτα που οι τρελοί σου προβάλλουν

 

Στη συνειδητή τρέλα και απαγορευμένη με φανάρι κόκκινο 

Στο πράσινο που συνηθίζει να βγαίνει ανεξαρτήτως εποχής

Στις συγχύσεις που πέρασαν στο μηχανισμό των ονείρων

Στη λήθη τού να σε κοιτώ χωμένη μέσα στο βιζόν σου

 

Στο τίποτα που γίνεσαι όταν δεν πιστεύεις σε τίποτα

Σε αυτές τις ωδές της νύχτας για την αγωνία των πραγμάτων

Στη σκιά που χρησιμοποιώ μέχρι να σε φωτίσω

Στο κακό που χώνει τη μουσούδα του στον πάτο μιας πουδριέρας

 

Και όλα αυτά που θες δεν ανήκουν παρά στους κήπους

Στο άνθος που μοιάζει με το άνθος που επινοώ

Στα αρώματα της νύχτας που πιάνονται χέρι χέρι

Για να σε πάρουν εκεί μακριά όταν αναβράζει η παλίρροιά σου

 

Σε μένα που σου φαίνομαι μια ζωντανή πηγή

Στο αεροπλάνο που εξαφανίζεται αφήνοντας ένα κομπολόι σήματα

Στη σαρακοστή εντός της κοιλιάς σου και των εντέρων σου

Όταν η θύελλα σε ανασταίνει και σε λοιδορεί

 

Στη σιωπή του χρόνου που μετρά τις δικές σου σιωπές

Στη σκοτεινή μουσική της τύχης

Σε αυτό το λάδι που στάζει κατά βάθος από συνήθεια

Στη βεβιασμένη γνώση που ακολουθεί την κούρασή σου

 

Σε αυτά τα ευτελή που εξυψώνεις σε προνόμια

Στην αιδώ που εγγράφεται χαμηλά στο εσώρουχό σου

Σε αυτό το ύφασμα που παραβιάζουν τα βιολετιά μου δάχτυλα

Στον κήπο σου που είναι ανοιχτός τη νύχτα για τα ψώνια μου

 

Στον έκπληκτο καμβά μέσα στο δαντελλένιο σου δωμάτιο

Στην καρδιά αυτού του τριγώνου όπου γλιστράει το ισοσκελές

Στη γεωμετρική επιθυμία να σε καρφώσω

Στον γλάρο που σε τρώει στην παλίρροια

 

Και όλα αυτά που θες δεν ανήκουν παρά στα παιδιά

Στο δρόμο με τον απαλό φωτισμό της επιθυμίας

Στις λύπες που επινοήθηκαν από ένα τσαλάκωμα αρετής

Στη γενναιόδωρη ακολασία που σε τυλίγει και σε λυγίζει

 

Στο μειδίαμα του Θεού που τρυπώνει στο μυαλό σου

Στο χέρι σου που υψώνεται πέρα από τον εορτασμό σου

Στο εξασθενημένο γέλιο των περασμένων αυταπατών

Στον ύπνο που σε παίρνει μες στον ουρανό των κρεβατιών

 

Στις πρακτικές του νεύματος στους τρόπους του λερώματος

Στην πεισματική λευκότητα στο μαύρο που σε κάνει όμορφη

Στις κραυγές σου όταν περνάς αλέες με τρομαχτικές σκιές

Σε αυτό το τίποτα που σε καταλαμβάνει και σε χλομιάζει

 

Σε όλα αυτά που κατά βάθος δεν είναι παρά από συνήθεια

Σε αυτό το τίποτα που σε κάνει πριγκίπισσα ή ελεεινή

Σε αυτή την ανάβαση από τα βάθη της χλομάδας σου

Όταν η άνοιξη ξαναβάζει τάξη στο άνθος σου

 

Σε αυτά τα λαχανιάσματα ενός δωματίου ξενοδοχείου

Σε αυτόν τον γαλαξία όπου αισθάνεσαι υγρή

Σε αυτές τις κραυγές του τέλους που δεν θα έχει τέλος

Σε όλα αυτά που θες που δεν ανήκουν παρά σε σένα


(Τίτλος πρωτοτύπου: Tout ce que tu veux)

 

 

 

 

 

Εκτύπωση του άρθρου