Εκτύπωση του άρθρου

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ (1900-1970)

Τ' απόγευμα άκουσα το δεύτερο μέρος της συμφωνίας του Φρανκ, εκείνο που αρχίζει με τις άρπες κι άρχισα ένα ποίημα που λέγεται "Τυφλοί". Ένα κεφάλαιο από το ερχόμενο βιβλίο λέγεται "Ιντερμέδιο για χαμηλή φωνή". Έτσι επηρεάζομαι από τις μουσικές γιατί βαρέθηκα να επηρεάζομαι από τους λογοτέχνες. Αύριο θα πάω να αγοράσω το "Φαύνο" ή το "Valse" του Ραβέλ ή το "Bolero". Φαντάζομαι τους μελλούμενους κριτικούς που δεν θα μπορούν να βρουν ποιους έκλεψα. Αν ήμουν ελεύθερος θα πήγαινα στο Παρίσι να σπουδάσω μουσική.

Από τις Μέρες, Β΄, 1931-1934, σ. 24, εκδόσεις Ίκαρος 1975.

 

STEPHANE MALLARME (1842-1898)

Τώρα ονειρεύεται, σε μια μακρόσυρτη αυλωδία,
πως την περίγυρη ομορφιά τέρπαμε με αναμίξεις
πλάστες του αθώου μας τραγουδιού κι αυτής μαζί της ίδιας
και ότι κάνει όσο ψηλά σ’ αυτό μολπάζει η αγάπη
να σιγοσβεί του τακτικού του ονείρου μου μιας ράχης
ή μιας πλευράς που ακολουθώ με βλέφαρα κλεισμένα
μια ηχηρή, μονότονη κι ανώφελη γραμμή.

Από Το απόγευμα ενός φαύνου, μετ. Καίσαρ Εμμανουήλ, εκδ. Πρόσπερος 1981

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ (1909-1990)

Τὸ δωμάτιο σκοτεινιάζει. Φαίνεται πὼς κάποιο σύννεφο θἄκρυβε τὸ φεγγάρι. Μονομιᾶς, σὰν κάποιο χέρι νὰ δυνάμωσε τὸ ραδιόφωνο τοῦ γειτονικοῦ μπάρ, ἀκούστηκε μία πολὺ γνώστη μουσικὴ φράση. Καὶ τότε κατάλαβα πὼς ὅλη τούτη τὴ σκηνὴ τὴ συνόδευε χαμηλόφωνα ἡ «Σονάτα τοῦ Σεληνόφωτος», μόνο τὸ πρῶτο μέρος. Ὁ νέος θὰ κατηφορίζει τώρα μ᾿ ἕνα εἰρωνικὸ κ᾿ ἴσως συμπονετικὸ χαμόγελο στὰ καλογραμμένα χείλη του καὶ μ᾿ ἕνα συναίσθημα ἀπελευθέρωσης. Ὅταν θὰ φτάσει ἀκριβῶς στὸν Ἅη-Νικόλα, πρὶν κατεβεῖ τὴ μαρμάρινη σκάλα, θὰ γελάσει, -ἕνα γέλιο δυνατό, ἀσυγκράτητο. Τὸ γέλιο του δὲ θ᾿ ἀκουστεῖ καθόλου ἀνάρμοστα κάτω ἀπ᾿ τὸ φεγγάρι. Ἴσως τὸ μόνο ἀνάρμοστο νἆναι τὸ ὅτι δὲν εἶναι καθόλου ἀνάρμοστο. Σὲ λίγο, ὁ Νέος θὰ σωπάσει, θὰ σοβαρευτεῖ καὶ θὰ πεῖ «Ἡ παρακμὴ μιᾶς ἐποχῆς». Ἔτσι, ὁλότελα ἥσυχος πιά, θὰ ξεκουμπώσει πάλι τὸ πουκάμισό του καὶ θὰ τραβήξει τὸ δρόμο του. Ὅσο γιὰ τὴ γυναίκα μὲ τὰ μαῦρα, δὲν ξέρω ἂν βγῆκε τελικὰ ἀπ᾿ τὸ σπίτι. Τὸ φεγγαρόφωτο λάμπει ξανά. Καὶ στὶς γωνιὲς τοῦ δωματίου οἱ σκιὲς σφίγγονται ἀπὸ μίαν ἀβάσταχτη μετάνοια, σχεδὸν ὀργή, ὄχι τόσο γιὰ τὴ ζωὴ ὅσο γιὰ τὴν ἄχρηστη ἐξομολόγηση. Ἀκοῦτε; τὸ ραδιόφωνο συνεχίζει.

                            Από τη Σονάτα του σεληνόφωτος, εκδόσεις Κέδρος 1990.       

 

ARTHUR RIMBAUD (1854-1891)

ΠΟΛΕΜΟΣ

Παιδί, κάποιοι ουρανοί εκλέπτυναν την οπτική μου : όλοι οι χαρακτήρες
χρωμάτισαν τη φυσιογνωμία μου. Τα Φαινόμενα θορυβήθηκαν. – Τώρα, η αιώνια
καμπή των στιγμών και το άπειρο των μαθηματικών με κυνηγούν μέσα α’ αυτόν τον
κόσμο, όπου υπομένω όλες τις αστικές επιτυχίες, απολαμβάνοντας την εκτίμηση πα-
ράξενων παιδιών κι απέραντης στοργής.-  Οραματίζομαι έναν Πόλεμο, δικαίου ή και δύναμης, μιας λογικής εντελώς απροσδόκητης.
            Είναι τόσο απλό όσο και μια μουσική φράση.

              Εκλάμψεις, μετ. Στρατής Πασχάλης, εκδόσεις Γαβριηλίδης 2008.             


ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ (1907-1985)

Ο ΜΥΣΤΙΚΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ                   
                       hommage a raveL

η σκιά της λίμνης
απλώνονταν μέσ' στο δωμάτιο
και κάτω από κάθε καρέκλα
κι' ακόμη κάτω απ' το τραπέζι
και πίσω απ' τα βιβλία
και μέσ' στα σκοτεινά βλέμματα
των γύψινων προπλασμάτων
ακούγονταν σαν ψίθυρος
το τραγούδι της
μυστικής ορχήστρας
του νεκρού ποιητή

και τότε μπήκε η γυναίκα που περίμενα
τόσον καιρό
ολόγυμνη
μέσ' στ' άσπρα ντυμένη
κάτω απ' το φως του φεγγαριού
με τα μαλλιά λυμένα
με κάτι μακριά πράσινα χορτάρια μέσα στα μάτια
που κυματίζανε αργά
ωσάν τις υποσχέσεις
που δεν δοθήκανε ποτές
σε μακρινές άγνωστες πόλεις
και σ' άδεια
ερειπωμένα
εργοστάσια

κι' έλεγα να χαθώ κι' εγώ
σαν το νεκρό ποιητή
μέσα στα μακριά
μαλλιά της
με κάτι λουλούδια
π' ανοίγουν το
βράδυ
και
κλείνουν
το πρωί
με κάτι ψάρια ξερά
που κρέμασαν
μ' ένα σπάγγο
ψηλά
στην καρβουναποθήκη

κι' έτσι να φύγω
μακριά
απ' την οχλαγωγή
και το θόρυβο
του σκοπευτηρίου
να φύγω μακριά
μέσ' στα σπασμένα
τζάμια
και να ζήσω
αιώνια
πάνω στο ταβάνι
έχοντας όμως
πάντα
μέσα στα μάτια
τα μυστικά τραγούδια
της νεκρής ορχήστρας
του
ποιητή

                                                      Ποιήματα, εκδόσεις Ίκαρος 1977.
 

PAUL VERLAINE (1844-1896)

ΦΕΓΓΑΡΟΦΩΤΟ

Είν’ η ψυχή σου ένα τοπίο διαλεχτό
Που το μαγεύουν χορευτές μασκαρεμένοι,
Παίζουν λαγούτο και χορεύουν με πνιχτό
Κάτω απ’ τις μάσκες τους λυγμό, παραμυθένοι.
Γλυκά μινόρε τραγουδάνε ιλαροί,
Τη νίκη του έρωτα υμνούν, την ευτυχία,
Μα δεν πιστεύουνε πως είναι τυχεροί,
Με το φεγγάρι σμίγει αυτή η πανδαισία,
Με τη γαλήνια, θλιμμένη του ομορφιά,
Που τα πουλιά κάνει στα δέντρα να μεθάνε
Και να στενάζουν τα νερά εκστατικά,
Καθώς στα μάρμαρα μ’ ορμή αναπηδάνε.

                                                                Μετάφραση Στρατής Πασχάλης
 

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ (1911-1996)

MOZART: ROMANCE

Όμορφη λυπητερή ζωή
Πιάνο μακρινό υποχθόνιο
Το κεφάλι μου ακουμπάει στον Πόλο
Και τα χόρτα με κυριεύουν

Γάγγη κρυφέ της νύχτας πού με παίρνεις;
Από μαύρους καπνούς βλέπω δορκάδες
Μες στο ασήμι να τρέχουν να τρέχουν
Και δε ζω και δεν έχω πεθάνει

Ούτε ο έρωτας ούτε κι η δόξα
Ούτε τ' όνειρο ούτε δεν ήταν
Με το πλάι κοιμούμαι κοιμούμαι
Κι ακούω τις μηχανές της γης που ταξιδεύει.

                                                Τα ετεροθαλή, εκδόσεις Ίκαρος 1974.

ADAGIO

Έλα μαζί να διαφιλονικήσουμε απ' τον ύπνο το νωχελικό προσκέφα-
λο που πλέει στο διπλανό φεγγάρι. Ατρικύμιστα κεφάλια και τα δυο
μαζί λικνιστικά γλιστρώντας να γεμίσουμε την αμμουδιά με φύκια ή
άστρα. Γιατί πολύ θα 'χουμε ζήσει από τα δάκρυα τη μαρμαρυγή και
θ' αγαπούμε τη σωστή γαλήνη.

Άγγελοι αν δεν είναι οι άγγελοι μ' άσωτα βιολιά ν' αναρριπίζουν τις
νυχτιές μ' αίολα φώτα και ψυχές καμπάνες! Φλάουτα ν' αγεροδρο-
μούν πόθους ανάλαφρους, ανάγερτους. Φιλιά τυραννισμένα ή φιλιά
μαργαριτάρια σε κουπιά νερόβια. Και πιο βαθιά μες στ' αναμμένα
φραγκοστάφυλα, σιγά σιγά τα πιάνα της ξανθής φωνής, οι μέδουσες
που θα μας κρατήσουν το ταξίδι αργόπρεπο. Στεριές με λίγα, με συλ-
λογισμένα δέντρα.
Ω έλα μαζί να ιδρύσουμε τα όνειρα, έλα μαζί να δούμε τη γαλήνη. Δε
θα 'ναι πια στον έρημο ουρανό παρά η καρδιά που βρέχεται απ' την
πίκρα παρά η καρδιά που βρέχεται απ' τη γοητεία, δε θα 'ναι παρά η
καρδιά που ανήκει στον δικό μας έρημο ουρανό.
Έλα στον ώμο μου να ονειρευτείς γιατί είσαι μια γυναίκα ωραία. Ω
είσαι μια γυναίκα ωραία. Ω είσαι ωραία. Ωραία.

                                                Προσανατολισμοί, εκδόσεις Ίκαρος 1979.

 

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ (1926-1990)

ΙΩΑΝΝΗ ΣΕΒΑΣΤΙΑΝΟΥ ΜΠΑΧ ΑΝΩΦΕΡΕΙΑ ( απόσπασμα)

Άνοιξη φθινόπωρο καλοκαίρι χειμώνας
ο Μπαχ ανεβαίνει πάντα στους αιθέρες
γελαστός άγγελος του δρυμού
μεγάλος ιδιοκτήτης
ο Μπαχ ανεβαίνει την ουράνια σκάλα
ιερέας των ήχων απ’ τη βροχή νεότερος
αγιόκλημα φυτρωμένο στ΄ όργανο της εκκλησίας
η θαλπωρή μες στην ανάγκη του θεού μεγάλη.
Παντρεύει τις φωνές με την καθαρότητα
περ΄ από κάθε εποχή πετά νομίσματα χρυσά στους λυπημένους
δείχνοντας την ειρήνη ψηλά στα γαλανά τ’ αμπέλια
ψηλά στον ηδυόνειρο χρόνο της λησμονιάς.
Άγγελος της πηγής μοιράζει το νερό σε τόσους διψασμένους
κόβει με γαλανή ρομφαία τον καιρό
κι ανοίγει τ’ άσπιλα φτερά ως την έλπιση.
Βλέπω τους ήλιους είναι σταλαγμένοι σ’ ένα βόρειο κορμί
τη θλίψη κομίζοντας των άστρων.[…]

ΤΟ ΔΑΣΟΣ ΤΟΥ ΜΑΛΕΡ
(απόσπασμα)

Έχει πένθος η ψυχή καθώς ακούει τους αυλούς μελανοστάλακτους
ώρες με λυπηρά δευτερόλεπτα λένε τη βροχή
στα ζούδια
και στην ουράνια κλεισμένη θύρα
σάλπιγγες του κλαυθμού σάλπιγγες δίχως άστρα
τυφλά πουλιά και πάνε στην αθώωση
ο ύπνος του δράκου π’ αφήνει στα παιδιά
την ανάσα και θυμούνται ήσυχα πως ο τρόμος
απλώνει το νυχτερινό δίχτυ στο δάσος
όταν οι φαιόχροες άνεμοι πνέουν αργά
την αχώριστη τύχη κινώντας απάνω στα δέντρα
φύλλα τραγούδια κι αμίλητοι χυμοί
που γεννούν ένα υγρό θαύμα στην πέτρα των ήχων
ένα φεγγάρι πληγωμένο στα μάτια
και χύνεται ώς τη χαραυγή σ’ όλο το δάσος αίμα
σκοτεινό βασίλειο της πρωίας
οι γυναίκες είν’ ακόμη μεθυσμένες από βόρεια παραμύθια
οι γυναίκες είναι σα μαινάδες σκοτωμένες κάτω από μεγάλα δέντρα
μαζί με σαύρες οπού ξεκουράζονται στις αστραπές
και λάμπουν όλα για λίγο. […]

                                                                       Τα ποιήματα, εκδόσεις  Ίκαρος 1993.

                                                                                                                             

FEDERICO GARCIA LORCA (1898-1936)

ΤΟΥ ΑΝΕΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΑΙΝΕΜΕΝΗΣ
( απόσπασμα )

Ντέφι χτυπώντας το φεγγάρι της
φτάνει από πέρα η Παινεμένη
από δρομάκι σκοτεινό
γιομάτο κρύσταλλα και δάφνες.
Η σιγαλιά η ανάστερη
τρομάζοντας στο ντέφισμα
βυθάει κει που η θάλασσα
ξεσπώντας ονειρεύεται
νύχτες με πλήθιο ψάρι.
[…]

Ντέφι χτυπώντας το φεγγάρι της
φτάνει από πέρα η Παινεμένη.
ως τη θωρεί πετιέται πάνο
ο άνεμος ο ακοίμιστος.
Άι-Πουνέντες θεόγυμνος
όλος ουράνιες γλώσσες
κοιτάει την κόρη και γλυκά
της παίζει σ’ άφαντο όργανο:

-Μικρούλα μου άσε να σηκώσω
το φουστανάκι σου να ιδώ.
Στ’ αρχαία μου δάχτυλα άνοιξε
το ρόδο της κοιλίτσας σου
το ρόδο το γαλαζωπό !

Πέρα πετάει το ντέφι της
και τρέχει τρέχει η Παινεμένη.
ξοπίσω της ο άντρας ο άνεμος
με σπάθα καυτερή.

Του πόντου ο βόγκος μεγαλώνει.
Χλωμιάζουνε τα λιόφυτα.
Παίζουν των ίσκιων οι φλογέρες
Και το λευκό χιονίσιο τούμπανο.

-Τρέχα Παινεμένη τρέχα
τι θα σ’ αρπάξει ο πρασινάνεμος !
Τρέχα Παινεμένη τρέχα
κοίταξε πούθεν έρχεται
Σάτυρος απ’ τα κοντινά
τ’ αστέρια και σε κυνηγά
με τις φλογάτες γλώσσες του.

Η Παινεμένη τρέχοντας
τρυπώνει μες στο σπίτι
πόχει ψηλά πάνω απ’ τα πεύκα
ο κόνσουλας ο εγγλέζος.

[…]
                         Μετ. Οδυσσέας Ελύτης, Δεύτερη γραφή, εκδόσεις Ίκαρος1976.


PIERRE JEAN JOUVE (1887-1976)

ΜΟΤΣΑΡΤ

Σ’ Εσένα όταν σ’ άκουγα ουράνιο τόξο μουσικής το καλοκαίρι :
Η ευτυχία ξεκινάει εκεί στη μέση του ύψους των αιθέρων
Ρομφαίες θλίψης
Που τις κρύβουν χιλιάδες νέφη και πουλιά διάσπαρτα.

Ένα λουλούδι ακουιλέγιας στο λιβάδι για να το χαίρεται η μέρα
Ξεχάστηκε απ’ το δρεπάνι,
Ξαλαφρωμένη η νοσταλγία πίκρα βαθιά η τρυφεράδα
Έχετε δει ποτέ το Σάλτμπουργκ το καλοκαίρι έξι η ώρα
Ρίγος απόλαυση ο ήλιος έχει δύσει τον έχει καταπιεί ένα νέφος.

Ρίγος – στο Σάλτσμπουργκ καλοκαίρι
Ω ιλαρότητα θεών δέσμια θα πεθάνεις ω νιότη επινοημένη
Όμως ξανά μια μόνο μέρα περιβάλλει αυτούς τους γνήσιους λόφους,
Έβρεξε, τέλος καταιγίδας. Ω ιλαρότητα θεών

Ήμερους κάνε  τους ανθρώπους με τα κλεισμένα μάτια σ’ όλες τις αίθουσες
του κόσμου όπου ηχούν κονσέρτα.

                                                Μετάφραση Στρατής Πασχάλης


PAUL CELAN ( 1920-1970)

ΦΟΥΓΚΑ ΘΑΝΑΤΟΥ

Μαύρο γάλα του πρωινού το πίνουμε το βράδυ
Το πίνουμε το μεσημέρι και το πρωί το πίνουμε τη νύχτα
πίνουμε όλο πίνουμε
σκάβουμε έναν τάφο στον αέρα όπου κείτεται κανείς ευρύχωρα
Ένας άντρας κατοικεί στο σπίτι παίζει με τα φίδια γράφει
γράφει όταν σκοτεινιάζει κατά τη Γερμανία τα χρυσά σου μαλλιά Μαργαρίτα
γράφει και βγαίνει μικρός στο σπίτι και αστράφουν τ' αστέρια σφυρίζει στα λυκόσκυλά του
σφυρίζει στους Εβραίους του τους βγάζει να σκάψουν έναν τάφο στη γη
μας διατάζει παίχτε τώρα για να χορέψετε

Μαύρο γάλα του πρωινού σε πίνουμε τη νύχτα
σε πίνουμε το πρωί και το μεσημέρι σε πίνουμε το βράδυ
πίνουμε όλο πίνουμε
Ένας άντρας κατοικεί στο σπίτι και παίζει με τα φίδια γράφει
γράφει όταν σκοτεινιάζει κατά τη Γερμανία τα χρυσά σου μαλλιά Μαργαρίτα
Τα στάχτινα μαλλιά σου Σουλαμίτιδα σκάβουμε έναν τάφο στον αέρα όπου κανείς κείτεται ευρύχωρα
Φωνάζει σκάφτε βαθειά στο χώμα και σεις και σεις τραγουδήστε και παίχτε
αρπάζει τ' όπλο από τη ζώνη του το στριφογυρίζει τα μάτια του είναι γαλάζια
Χώστε βαθυτερα τις τσάπες και σεις και σεις μη σταματάτε να παίζετε για να χορεύετε

Μαύρο γάλα της αυγής σε πίνουμε τη νύχτα
σε πίνουμε το πρωί και το μεσημέρι σε πίνουμε το βράδυ
πίνουμε όλο πίνουμε
ένας άντρας κατοικεί στο σπίτι τα χρυσά σου μαλλιά Μαργαρίτα
τα στάχτινα μαλλιά σου Σουλαμίτιδα παίζει με τα φίδια

Φωνάζει παίχτε πιο γλυκά το θάνατο ο θάνατος είναι ένας αριστοτέχνης από τη Γερμανία
φωνάζει αγγίχτε πιο σκοτεινά τα βιολιά μετά θ' ανέβετε σαν καπνός στον αέρα
μετά θα έχετε έναν τάφο στα σύννεφα όπου κανείς κείτεται ευρύχωρα
Μαύρο γάλα του πρωινού σε πίνουμε την νύχτα
σε πίνουμε το μεσημέρι ο θάνατος είναι ένας αριστοκράτης από τη Γερμανία
σε πίνουμε το βράδυ και το πρωί πίνουμε όλο πίνουμε
ο θάνατος είναι ένας αριστοκράτης από τη Γερμανία το μάτι του είναι γαλάζιο
σε χτυπά με σφαίρα μολυβένια σε πετυχαίνει ακριβώς
ένας άντρας κατοικεί στο σπίτι τα χρυσά σου μαλλιά Μαργαρίτα
ρίχνει τα λυκόσκυλά του απάνω μας μάς δωρίζει έναν τάφο στον αέρα
παίζει με τα φίδια κι ονειρεύεται ο θάνατος είν' ενας αριστοκράτης απ' τη Γερμανία
τα χρυσά σου μαλλιά Μαργαρίτα
τα στάχτινα μαλλιά σου Σουλαμίτιδα.

μετάφραση Όλγας Βότση
 

MARTA PESSARODONA ( 1941-  )

ΠΑΝΩ ΣΕ ΜΙΑ ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΠΕΡΣΕΛ

Δεν ξέρω κάτω απ’ τη σκέπη αντίπαλου θεού
αν έχω αρχίσει να γράφω…

( Δεν ξέρω αν μένει ακόμα
σκόνη πάνω στους στίχους σας,
εμφανώς υπογραμμισμένους
μες στις βιβλιοθήκες
των εργοστασιαρχών του λαού μου.)

Ξέρω πολύ καλά, ωστόσο, ότι
πίσω απ’ το μύθο υπάρχει οδύνη
βαρβαρότητα πίσω απ’ την ιστορία.

Ξέρω πολύ καλά πως η Διδώ
είναι ένας ρόλος που ταιριάζει πάρα πολύ καλά
σε οποιαδήποτε γυναίκα :

κι ότι ο Βιργίλιος, ο Οβίδιος
και εσείς οι ίδιοι,
μπορούσατε να την υμνήσετε.

Ξέρω ότι ο Πυγμαλίων δεν είναι
ένας αδελφός διαφορετικός
από τόσους άλλους :

ούτε ο Αινείας εραστής
λιγότερο σταθερός
από τον Οδυσσέα
που του δώσατε τη δική μας φωνή.

Delenda est…
Όχι ! Εσείς
εσείς υπήρξατε
απόλυτα ξεκάθαρος :

« Την ποίηση, πρέπει να την αναζητούμε
εκεί που ξέρουμε πως υπάρχει….»
χωρίς να γνωρίζουμε, ίσως,
εάν κάτω απ’ τη σκέπη αντίπαλου θεού
έχουμε αρχίσει ή και με πείσμα έχουμε βαλθεί
να γράφουμε.

                                    Απόδοση από τα Γαλλικά Στρατής Πασχάλης

 

 

 

 

 

Εκτύπωση του άρθρου