Εκτύπωση του άρθρου
 
William Blake

 

Ενχεντουάννα
 
Νιν-με σαρ-ρα (Δέσποινα όλων των  δυνάμεων)
Ύμνος στη Θεά Ινάννα, απόσπασμα
 
16.  Η σύνθεση του ύμνου

Στο θυμιατό κάρβουνα στοιβαγμένα
έτοιμα για του καθαρμού την τελετουργία
Ιδές η γαμήλια κάμαρη σε περιμένει!
Ας μαλακώσει για μένα η καρδιά σου.
 
Ω Δέσποινα υψίστη,
για χάρη σου έκαμα ό,τι μπορούσα!
Για σένα δημιούργησα ετούτο τον ύμνο!
Ό,τι έψαλα τα μεσάνυχτα
ας το επαναλάβει ο ψάλτης το μεσημέρι!
Η οργή σου θεριεύει,
η καρδιά σου μαίνεται,
γιατί ο άντρας σου είναι αιχμάλωτος
αιχμάλωτο και το παιδί σου.

17. Η αποκατάσταση της Ινάννας

Η πρώτη Δέσποινα,
το στήριγμα της αίθουσας του θρόνου
εισάκουσε την προσευχή της.
Η καρδιά της Ινάννας ημέρωσε.
Η ημέρα γι' αυτήν είναι πάλι καλή.
Γι' αυτό φόρεσε όλα της τα στολίδια.
Φόρεσε τη γυνακεία ομορφιά.
Όπως το φως της ανατέλλουσας σελήνης,
ω πόσο λαμπρά στολίστηκε!.
Όταν ο Νάννα εμφανίστηκε
όλοι τη Μάνα της δόξασαν, τη Νινγκάλ.
Κι απ' το κατώφλι της πύλης τ' ουρανού
αντήχησε το "Χαίρε!"

18. Δοξολογία

Γι' αυτό η Ενχεντουάννα τη σεπτή κόρη εξύψωσε.
Δόξα των χωρών η ερημώτρια,
η προικισμένη από τον Αν με τις Θείες Δυνάμεις!
Ω Δέσποινα περιβεβλημένη το κάλλος,
ω Ινάννα, δόξα σοι!
 
Μετάφραση: Τασία Χατζή 
(Τασία Χατζή: Ενχεντουάννα, Η ΕΠΟΧΗ, Η ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ, Εκδόσεις ΟΔΥΣΣΕΑΣ, 1988)
____________________
 
Ουίλλιαμ Μπλέηκ
 
Απόσπασμα από τις παροιμίες της Κόλασης
 
Οι παλαιοί Ποιητές ζωντανεύανε όλα τα ορατά με Θεούς ή Πνεύματα,
που τους δίνανε ονόματα και τα στολίζανε με ιδιότητες από δρυμούς, ποτάμια, βουνά, λίμνες πολιτείες, λαούς, και όσα άλλα μπορούσανε να 
ξεχωρίζουνε οι απλωμένες και πολυάριθμες αισθήσεις τους. Και σπουδάξανε
ιδιαίτερα το πνεύμα κάθε πολιτείας και τόπου, βάζοντάς το κάτω από την
πνευματικιά του θεότητα.
Ώσπου αποτελέστηκε ένα σύστημα, που μερικοί εκμεταλλευτήκανε για να
σκλαβώσουνε τον άνθρωπο, με δοκιμές να ξαργυρώσουνε ή να γδύσουνε
τις πνευματικές θεότητες από τα αντικείμενά τους: αυτοί είτανε οι
Παπάδες,
Αρχίζοντας να ξεδιαλέγουνε λατρείες ή τύπους από τα αληθινά παραμύθια
των ποιητών.
Με το καιρό κάνανε τη δήλωση πως τάχα οι Θεοί διατάξανε τέτοια 
καμώματα.
Και τέλος ο άνθρωπος λησμόνησε πως Όλες οι θεότητες φωλιάζουνε στα
ανθρώπινα στήθεια.
 
Μετάφραση:  Ζήσιμος Λορεντζάτος
Ζήσιμος Λορεντζάτος, Μεταφράσεις, Ικαρος, 2014
 
************* 
 
απόσπασμα από τα " Προμηνύματα Αθωότητας" 

Φτάνουμε στο σημείο να Πιστέψουμε το Ψέμα
Όταν δε διακρίνουμε με το Μάτι.
¨Ο,τι Γεννήθηκε σε μία Νύχτα, σε μία Νύχτα να χαθεί
Αφού η Ψυχή Αναπάυτηκε σ' Αχτίνες του Φωτός
Ο Θεός είναι Φως κι ο Θεός είναι Παρών
Για κείνες τις φτωχές Ψυχές που διαβιούν τη Νύχτα
Μα παίρνει Ανθρώπινη Μορφή
Για κείνες που κατοικούνε στο Βασίλειο της μέρας
 
Μετάφραση: Κώστας Λάνταβος
Ουίλλιαμ Μπλέηκ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, επιλογή, Πρόλογος-Μετάφραση, Κώστας Λάνταβος, Εκδόσεις Αρμός,1999.
____________________
 

Διονύσιος Σολωμός

Carmen Seculare

1.
Όξω ανεβοκατέβαινε το στήθος, αλλά μέσα
Aνθίζει με τους κρίνους του παρθενικός ο κόσμος.
Aυγή ’ναι κι’ άστραφτε γλυκά σα στην αρχή της πλάσης,
Kι’ εκράτουνε τα κάτασπρα ποδάρια στη δροσιά της.
 
2.
Kρατεί στο χόρτο τα κεριά, κεριά κομματιασμένα·
Oυρανός δένεται και γη στην όμορφη ματιά της.
 
3.
Δεν είναι χόρτο ταπεινό, χαμόδεντρο δεν είναι·
Bρύσες απλώνει τα κλαδιά το δέντρο στον αέρα·
Mην καρτερής εδώ πουλί, και μη προσμένης χλόη·
Γιατί τα φύλλ’ αν είν’ πολλά, σε κάθε φύλλο πνεύμα.
Tο ψηλό δέντρ’ ολόκληρο κι’ ηχολογά κι’ αστράφτει
M’ όλους της τέχνης τους ηχούς, με τ’ ουρανού τα φώτα.
 
Σαστίζ’ η γη κι’ η θάλασσα κι’ ο ουρανός το τέρας,
Tο μέγα πολυκάντηλο μες στο ναό της φύσης,
Kι’ αρμόζουν διάφορο το φως χίλιες χιλιάδες άστρα,
Xίλιες χιλιάδες άσματα μιλούν και κάνουν ένα.
Στο δένδρο κάτου δέησην έκαμ’ η βοσκοπούλα·
T’ άστρα γοργά τη δέχτηκαν καθώς η γη τον ήλιο.
Tα Σεραφείμ εγνώρισαν το βάθος της αγάπης,
Kι’ ολόκληρ’ η Παράδεισο διπλή Παράδεισό ’ναι.
Ποιος είχε πει που σούμελλε, πέτρα, να βγάλης ρόδο;
...................................
Aλλά πού τώρα βρίσκονται τα κάτασπρα ποδάρια;
Πού ’ναι το στήθος τ’ όμορφο που τέτοιους κόσμους έχει;
 
Στ’ αμπέλ’ η κόρη κάθεται και παίζει με τ’ αρνί της.

Ακούστε την ανάγνωση αποσπάσματος του ποιήματος από τον Ηλία Λάγιο
(Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού)

____________________

 

Άγγελος Σικελιανός
 

Αλαφροΐσκιωτος 
                      
                                  ΑΚΟΥΣΜΑ (απόσπασμα)
……
Την προφητείαν ο ήλιος βασιλεύοντας
μόδωκε.  Με αλαφρό στα χείλη
της Οδύσσειας το στίχο,
και βαθιά
τη θεοτική της γνώμη,
δίπλα από σένα πρώτα,
Ιόνιο, κ’ ύστερα
αγνάντεψα ποιοί διάπλατοι
φεύγουν στην τόλμη δρόμοι.

                                 Ο ΒΑΘΥΣ ΛΟΓΟΣ   
Κ’ ένας απ’ όλους μού έφεξε
και ακόμα φέγγει λόγος.  Και η ψυχή μου
στην πλάση μέσα τον αλήθεψε-
και νάμπει
στο νόημα, σύγκορμη και πριν ακέρια εστάθη.

Ως ένα στύλο ένας σεισμός,
Τη ζύγιασε, την έστησε, 
σαν κυπαρίσσι ρίζες άδραξε απ’ τα βάθη.

Και ήταν ο λόγος του Οδυσσέα
στου τραγωδού το νου,
που τρίσβαθα
του ραψωδού του εμίλει η αρμονία,
μπρος στον γιγάντιο πόνο του Αίαντα
και την ιερή ανία.
……
«Είδωλα είμαστε και ίσκιοι.»
Το λόγο, που αχνίζει την πράξη,
για νύχτες, για μέρες,
ψηλά στα βουνά,
όπου απάτητοι δρόμοι,
στον βαθιόν ελαιώνα,
που οι άγραφοι νόμοι
πάντα αστράφταν μπροστά μου,
τον έφερα. – Η τρίσβαθη γνώμη
τάρα αντρίζει βαθιά τα ήπατά μου. 

Ανέβηκα – φίλος
ανήφορων – όλες
τις κορφές που αγναντεύουν τα πέλαγα,
γαλήνη άγγιξε όλα η ορμή μου,

το γεράκι που επέρνα,
το σύννεφο στον αγέρα,
το διάστημα
που είχε ζώσει βαθιά το κορμί μου.
Πόσο φως εποτιίστηκεν
η κρυφή δύναμή μου!

Και όχι καύχημα ανίερο-
σε πηγές δαφνοσκέπαστες
έπια εγώ και στη στέρνα-
τη ματιά και τη ράχη μου,
λαιμός βέβαιος-
και βέβαιο 
το ποδάρι εκυβέρνα.
Και είπα , όλα  γύρω βλέποντας-
«Νησί,
αβασίλευτη στο πέλαο δόξα,
ώ ριζωμένο 
στο πολύβοο διάστημα, 
και στου Ομήρου το στίχο
λουσμένο
βυθισμένο στον ύμνο.

Δάσο, όλο δρυ, στην κορφή σου, 
σιδερόχορδη ανάβρα,
που αχνίσαν τα σπλάχνα μου  απάνω
ολοκαύτωμα θείο,
και η άκρη σου τρέμει σα φύλλο,
μέσα βροντάει ο Λευκάτας, 
μαζώνεται η μπόρα,
ξεσπάζει μες στο θείον  ελαιώνα,
τρικυμίζει το πέλαο,
νησί  μου,
άλλη θροφή από τη θροφή μου
δε θα βρω,
απ’ την ψυχή μου άλλη ψυχή,
άλλο κορμί από το κορμί μου.

Αλλού οι ναοί και αλλού οι θεοί.
Μού αστράφτει γύρω των ηρώων η μοίρα.
Τη μοναξιά στη δύναμη μου υπόταξες-
της γλαυκομάτας η έγνια μού είναι κλήρα!

Του νου το νόμο, στα βουνά,
στον κάμπο, ολούθε βρήκες.
Να, η αγριλίδα ξεπηδάει
κλαδιά, για όλες τις άγνωρες
και τις μεγάλες νίκες!»
 
      Άγγελος Σικελιανός (1884-1951)

____________________

 

Πιερ Πάολο Παζολίνι
 
Προφητεία  (απόσπασμα)

Στον Ζαν-Πωλ Σαρτρ, που μου διηγήθηκε
Την ιστορία του Αλή με τα Γαλάζια Μάτια.

Ήταν στον κόσμο ένας γιος
Και μια μέρα πήγε στη Καλαβρία:
Ήταν καλοκαίρι, και ήσαν
Αδειανά τα χαμόσπιτα,
Καινούρια, σαν από ζαχαρωτό ψωμί,
Από παραμύθια με νεράιδες στο χώμα
Των περιττωμάτων. Αδειανά. Σαν χοιροστάσια χωρίς χοίρους,
Στο κέντρο κήπων χωρίς πρασινάδα χωραφιών χωρίς χώμα,
Καναλιών χωρίς νερό. Καλλιεργημένες από το φεγγάρι οι πεδιάδες.
Βλαστάρια μεγαλωμένα μέσα από στόματα σκελετών. Ο άνεμος
Απ’ το Ιόνιο ανακάτευε άχυρα μαύρα
Όπως στα όνειρα τα προφητικά:
Και η σελήνη, στο χρώμα των περιττωμάτων,
Καλλιεργούσε χωράφια
Που ποτέ δεν αγάπησε το καλοκαίρι.
Και ήταν η  εποχή του γιου
Που τούτη η αγάπη μπορούσε
Ν’ αρχίσει, και δεν άρχισε.
Ο γιος είχε μάτια
Από καμένο άχυρο, μάτια
Χωρίς φόβο, και τα είδε όλα
Όσα ήταν στραβά: τίποτε
Δε γνώριζε από γεωργία,
Από μεταρρυθμίσεις, από τους
Συνδικαλιστικούς αγώνες, από τα Κοινωφελή Ιδρύματα,
Αυτός. Είχε όμως εκείνα τα μάτια…
Ο Αλή με τα Γαλάζια Μάτια,
Ένας από τους τόσους γιους των γιων,
Θα κατεβεί από το Αλγέρι, πάνω σε καράβια
Με πανιά ή κουπιά. Θα είναι
Μαζί του χιλιάδες άνθρωποι
Μικρόσωμοι και με τα μάτια
Των φτωχών σκύλων των πατεράδων
Πάνω στις βάρκες τις φτιαγμένες στα Βασίλεια της Πείνας.
Θα φέρουν μαζί τους τα μωρά,το ψωμί και το τυρί, στα λαδόχαρτα της Δευτέρας του Πάσχα.
Θα φέρουν τις γιαγιάδες και τα γαϊδούρια,
Πάνω στις τριήρεις τις κλεμμένες στα αποικιακά λιμάνια.
Θα ξεμπαρκάρουν στον Κρότωνα, στο Πάλμι,
Κατά εκατομμύρια, ντυμένοι με ασιάτικα
Κουρέλια και με  αμερικανικά πουκάμισα.
  Μεμιάς οι Καλαβρέζοι θα πουν
Όπως αλήτες σε αλήτες:
«Να οι παλιοί αδερφοί,
Με τους γιους και με το ψωμί και το τυρί!».
Από τον Κρότωνα και το Πάλμι θ’ ανεβούν
Στη Νεάπολη, κι από κει στη Βαρκελώνη
Στη Θεσσαλονίκη και στη Μασσαλία,
Στις Πολιτείες της Διαφθοράς.
Ψυχές και άγγελοι, ποντίκια και ψείρες,
Με σπέρμα της Αρχαίας Ιστορίας,
Θα πετάξουν μπροστά στους νέγρους.
Αυτοί πάντα ταπεινοί
Αυτοί πάντα αδύναμοι
Αυτοί πάντα φοβισμένοι
Αυτοί πάντα κατώτεροι
Αυτοί πάντα ένοχοι
Αυτοί πάντα υπήκοοι
Αυτοί πάντα  μικροί,
Αυτοί, που δε θέλησαν ποτέ να γνωρίσουν,
Αυτοί που είχαν μάτια μόνο για να παρακαλούν,
Αυτοί που έζησαν σα ληστές,
Στο βάθος της θάλασσας, αυτοί που έζησαν σαν τρελοί
Στη μέση τ’ ουρανού,
Αυτοί που φτιάξανε
Νόμους έξω από το νόμο,
Αυτοί που προσαρμόστηκαν
Σ’ έναν κόσμο κάτω από τον κόσμο
Αυτοί που πίστεψαν
Σ’ έναν θεό δούλο του θεού,
Αυτοί που τραγούδησαν
Στις σφαγές των βασιλιάδων,
Αυτοί που χόρεψαν
Στους πολέμους των αστών,
Αυτοί που προσευχήθηκαν
Στους εργατικούς αγώνες
καταθέτοντας την τιμιότητα
Των χωριάτικων θρησκειών,
Ξεχνώντας την τιμή
Του υποκόσμου,
Προδίνοντας την ειλικρίνεια
Των βαρβαρικών λαών
Πίσω από τους δικούς τους Αλή με τα Γαλάζια
Μάτια – θα βγουν κάτω από τη γη για να ληστέψουν –
Θ’ ανέβουν από το βάθος της θάλασσας για να σκοτώσουν –
Θα κατεβούν από τα ύψη του ουρανού
Για ν’ αρπάξουν – και για να μάθουν στους συντρόφους
Εργάτες τη χαρά της ζωής –
Για να μάθουν στους αστούς
Τη χαρά της ελευθερίας –
Για να μάθουν τους χριστιανούς
Τη χαρά του θανάτου
Θα καταστρέψουν τη Ρώμη
Και  πάνω στα ερείπιά της
Θα καταθέσουν το σπόρο
Της Αρχαίας Ιστορίας.
Ύστερα με τον Πάπα και με το κάθε άγιο μυστήριο
Θα πάνε σαν τους τσιγγάνους
Τον ανήφορο προς τη Δύση και το Βορρά
Με τις κόκκινες σημαίες
Του Τρότσκι να κυματίζουν…  
 
Μετάφραση: Ανδρέας Ριζιώτης
Από το βιβλίο: Ποίηση σε σχήμα τριαντάφυλλου, Τυπωθήτω, 2004
____________________
 
Παυλίνα Παμπούδη
 

Η Προφητεία

Θα σκίσεις την σελίδα. Την Τετάρτη
Θα κοιμάσαι.
Με το φτερό καρφωμένο στον λαιμό
Με το μενεξελί σου αίμα
Και το μαύρο σπέρμα μου.
Με στεγνωμένα τα ούρα στα μάτια σου.

Και ο πλανήτης θα δύσει με βουή
Στον ανατιναγμένο εγκέφαλο.
Και κενό το κενό θα πληρώσει:

Σκοτάδι θα γίνει και δεν θα’ χει να κρύψει
Θα τρέμει η γη και δεν θα υπάρχει
Νερά τα νερά θα αφανίζουν.

Και θα πέσει θάνατος
Και δεν θα υπάρχω ο θάνατος
Να δοξαστώ-  

(Από την ποιητική συλλογή : ΑΥΤΟΣ ΕΓΩ, Τραμ, 1977)

Εκτύπωση του άρθρου