Εκτύπωση του άρθρου


Η πρόσφατη διάκριση του Μπομπ Ντύλαν με το βραβείο Νόμπελ ήρθε σαν υπενθύμιση καλοδεχούμενη για τη βαθιά σχέση Ποίησης και Μουσικής από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας. Πολλοί θα σκεφτούν αμέσως το βασικό αξίωμα του Συμβολισμού «De la musique avant toute chose» που διατύπωσε ο Βερλαίν εγκαινιάζοντας μια εποχή «μαγικής» ποιητικής αναζήτησης στα βάθη του ασυνειδήτου με τα σύμβολα και τους ήχους του. Η σχέση όμως της ποίησης με τη μουσική είναι πολύ πιο παλιά και ουσιαστική, σε βαθμό που κάποτε υπήρχανε αξεχώριστα δεμένες. Αν σκεφτούμε μόνο τους ραψωδούς, τους τροβαδούρους, τους υμνωδούς, όλη την ιστορία δηλαδή της Ποίησης μέχρις ότου έγινε τυπωμένο κείμενο και βιβλίο. Μέχρις ότου, ο Μαλλαρμέ, αν και ο κατεξοχήν κήρυκας της « εύηχης, μάταιης και μονότονης γραμμής», συμπέρανε πως όλα σ’ αυτόν τον κόσμο είναι προορισμένα να καταλήξουν στο περίφημο ιδανικό Βιβλίο. Κι έκτοτε, η ποίηση έγινε ένα εκλεκτό παιχνίδι λογίων προορισμένο για μυημένους ιεροφάντες. Μια γραπτή παρτιτούρα προορισμένη να την ερμηνεύει σαν μουσικό όργανο μόνο ο νους.

Πριν χρόνια έγραφα με αφορμή τον Αντονέν Αρτώ : « Η ιδέα μιας τέχνης αποκομμένης, μιας ποίησης που λειτουργεί σαν γήτεμα και σαν σκοπός της ύπαρξής της είναι για να θωπεύει τις ώρες της σχόλης μας...Πρέπει ν’ απαλλαγούμε πια απ’ αυτή την πρόληψη που μας δυναστεύει όταν αποτιμούμε τα κείμενα και τη γραμμένη ποίηση. Η ποίηση αυτή είναι καλή για να τη διαβάζουμε μια φορά και μετά να την καταστρέφουμε...Φτάνουν πια τα ατομικά ποιήματα που κάνουν καλό σ’ αυτούς που τα γράφουν πιο πολύ απ’ όσο σ’ αυτούς που τα διαβάζουν. Πρέπει να πάρει μια για πάντα τέλος αυτή η κλειστή, εγωιστική και προσωπική τέχνη». ( μετ. Παύλος Μάτεσις)

Τέτοιες απόψεις στα ηρωικά χρόνια των μοντέρνων οδήγησαν σε μηδενιστικές ακρότητες. Σήμερα αισθάνεσαι ότι λένε κάτι βαθύτερο. Αμφισβητούν ό,τι βρίσκεται στη βάση της γραπτής ποίησης : τον κομφορμισμό του «ποιητικού είδους». Όσο η ποίηση, μας λέει ο Αρτώ, παραμένει στενά ένας λογοτεχνικός τρόπος αυτοέκφρασης τόσο θα χάνει την επαφή της με τη ζωντάνια και θα αφορά εγωκεντρικούς ανθρώπους και ειδικούς. Η ποίηση όμως είναι κάτι πιο πλατύ και πιο δυναμικό. Ποίηση θα πει ενέργεια. Και ενέργεια θα πει πράξη. Άρα ποίηση δεν σημαίνει απαραίτητα γραφή. Ή μάλλον γραφή δεν σημαίνει απαραίτητα τυπωμένο βιβλίο ή κείμενο που τελικά γίνεται φιλολογικός αυτοσκοπός. Αφού «κάτω από την ποίηση των κειμένων βρίσκεται η πραγματική ποίηση, χωρίς μορφή και χωρίς κείμενο» ( Αρτώ).

Η παλιά εκείνη φράση του Νοβάλις ότι «η ποίηση είναι απείρως διαφορετική ακόμα και από την τέχνη της συγγραφής» προβάλλει επιτακτικά στο προσκήνιο. Γιατί αν δεχτούμε ότι η ποίηση δεν είναι «λογοτεχνικό είδος» αλλά η πιο καταλυτική στιγμή της ανθρώπινης έκφρασης, και ότι ο ποιητής είναι κάτι εναργέστερο από κάποιον που γράφει ναρκισσιστικά στίχους για να τους εκδώσει, ότι ποιητής είναι αυτός που αισθητοποιεί την πνευματική ενέργεια σε μια «γλώσσα» πέρα απ’ τη γλώσσα, σε μια δύναμη που κινητοποιεί μηχανισμούς φαντασίας, ανατρέποντας τις νοητικές συμβάσεις, με σκοπό την απογείωση και την έξαρση, τότε θα έπρεπε να σκεφτούμε το πώς αυτή η «γλώσσα», εάν υπάρχει, κάτω από συνθήκες όπως οι σημερινές, είναι δυνατό, καθώς εμφανίζεται, να «ακούγεται» έτσι ώστε να γίνεται αποτελεσματική

Και ρωτώ : Αυτό το «άκουσμα» της ποίησης μπορεί ποτέ να είναι άσχετο με τη Μουσική, στην πιο βαθιά και πιο πλατειά έννοιά της; Όταν μάλιστα σκεφτείς πως η λέξη λυρισμός περιέχει μέσα της τη λέξη λύρα, πως στην παραδοσιακή ποίηση τα ποιήματα ονομάζονταν τραγούδια, πως ο Λόρκα ήταν μουσικός και μελοποιούσε ο ίδιος τους στίχους που αργότερα τυπώθηκαν και θεωρήθηκαν σπουδαία αριστουργήματα της λόγιας ποίησης, πως ο Έλιοτ, σύμφωνα με τον βιογράφο του,  την εποχή που έγραφε την Έρημη χώρα, σαγηνεύτηκε από την Ιεροτελεστία της Άνοιξης του Στραβίνσκυ ( άλλωστε είναι γνωστό πόσο τον ενδιέφερε η ρυθμολογία της τζαζ), πως τα ποιήματα του Ντύλαν Τόμας ενεργοποιήθηκαν και άρχισαν να συγκινούν μόνο από τη στιγμή που άρχισε ο ίδιος να τα διαβάζει σε ραδιοφωνικές εκπομπές και με την ξεχωριστή φωνή του, σαν όργανο μουσικό,  να θέτει σε κίνηση τους ιδιαίτερους τόνους και ήχους της έκφρασής του, πως η ποιητική ιδιοφυία του Μπωντλαίρ και όλων των συνεχιστών του βρισκότανε σε συνεχή και γόνιμο διάλογο με το έργο του Βάγκνερ, πως το Απόγευμα ενός Φαύνου (Μαλλαρμέ) έδωσε αφορμή για ένα μουσικό αριστούργημα του Ντεμπυσύ που σημάδεψε τη ζωή και την τέχνη του Νιζίνσκυ, πως οι Έλληνες νεωτερικοί ποιητές γονιμοποίησαν με τους στίχους τους την μεγάλη αναγέννηση στην ελληνική μουσική των δεκαετιών 50-60…. κλπ…κλπ

Μουσικήν ποίει και εργάζου, ψιθύρισε η παράξενη φωνή μέσα στο όνειρο του Σωκράτη. Σμίγοντας για πάντα την ποίηση και τη μουσική. Και δίνοντας τόσο στην ποίηση όσο και στη μουσική την πιο πλατειά και πιο ανοιχτή έννοιά τους. Σε μας, τους ποιητές, εναπόκειται ν’ ακούσουμε το ψιθύρισμα αυτής της φράσης και να διαποτίσουμε ξανά τους στίχους με τον ιδιαίτερο εκείνο μαγνητισμό που μας έχει κάνει να τον ξεχάσουμε η στεγνή και λόγια νοοτροπία μας.

Στρατής Πασχάλης

Εκτύπωση του άρθρου