Εκτύπωση του άρθρου


Η μουσικότητα της ποίησης βρίσκεται στο επίκεντρο της σκέψης του 19ου αιώνα. Ο γαλλικός συμβολισμός – ιδιαιτέρως ο Mallarmé – εντοπίζει στη μουσικότητα την ουσία της ποίησης, θεωρώντας ότι είναι το στοιχείο που την ξεχωρίζει από την πρόζα και την καθημερινή επικοινωνία. Από αυτή τη γραμμή σκέψης ξεκινά ο πρωτεύων ρόλος που αποκτά το σημαίνον στην ποίηση του 19ου αιώνα.

Η ιδέα ότι η μουσικότητα είναι μια ουσιώδης ποιότητα της ποίησης δεν είναι πρόσφατη. Ήδη από τα αρχαία χρόνια υπήρχε η αντίληψη ότι ήχος και ρυθμός είχαν ένα ειδικό βάρος στην τέχνη του λόγου. Κι όμως μόνο στον 19ο αιώνα αυτή η ιδέα τίθεται στο κέντρο της αισθητικής σκέψης.

Ένας από τους πιο σημαντικούς θεωρητικούς της «μουσικότητας» ως ουσίας της ποίησης είναι ο Edgar Allan Poe, ο οποίος το 1846 γράφει πως η μουσική μοιάζει με την ποιητική ιδέα, επισημαίνοντας ότι η αοριστία της αίσθησης είναι ακριβώς εκείνο στο οποίο πρέπει να εστιάσουμε στην ποίηση. Η ακουστική διάσταση της γλώσσας, που στο παρελθόν είχε μια δευτερεύουσα και συμπληρωματική λειτουργία, το να γίνεται ευχάριστο και αρμονικό το κείμενο, ορίζεται σαν η ίδια η καρδιά του ποιητικού λόγου, ο οποίος πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πιο «αόριστος», δηλαδή απομακρυσμένος από την καθημερινή χρήση του λόγου, και να προκαλεί «αόριστες» αισθήσεις, έχοντας ως μοντέλο την τέχνη της μουσικής. Έτσι, χωρίς να θεωρητικοποιεί, ο  Poe θέτει προς συζήτηση την ιεράρχηση των τεχνών.

Το ότι η προσπάθεια ιεράρχησης των τεχνών θεωρείται σημαντική μετά τα μέσα του 19ου αιώνα, μπορούμε να το αντιληφθούμε και από όσα γράφει ο  Charles Baudelaire για τον Wagner το 1861: «Ακόμη και χωρίς κείμενο η μουσική του Wagner θα παρέμενε το ίδιο ποιητικό έργο, όντας προικισμένη με όλες τις αρετές μιας καλοδουλεμένης και αυτάρκους ποίησης, με τα συστατικά της στοιχεία τέλεια εναρμονισμένα, συνδυασμένα (…)». Επαινώντας τον Wagner, ο Baudelaire δίνει πρωτεύουσα σημασία στη μουσικότητα. Ακριβώς αυτά τα χρόνια όμως, αρχίζει να βεβαιώνεται μια νέα «τάξη» στις σχέσεις μεταξύ των τεχνών. Ήδη στην αρχή του αιώνα ο Arthur Schopenhauer (1819) είχε ορίσει τη μουσική ως άμεση αναπαράσταση της θέλησης. Στη Γένεση της τραγωδίας (1872) ο Friedrich Nietzsche βλέπει στη μουσική – σε αντίθεση με τις τέχνες του λόγου – τη διονυσιακή έκφραση του πράγματος καθεαυτό. Με αυτή την πρωτεύουσα θέση που λαμβάνουν οι ήχοι  στην τέχνη συμπίπτει μια βαθιά κρίση της ποίησης.

Ο Paul Valéry διηγείται πως ο Stéphane Mallarmé «έβγαινε από τα κοντσέρτα  πλημμυρισμένος με ένα αίσθημα ζήλιας». Αυτό που ζήλευε στη μουσική ήταν η αοριστία των περιεχομένων, η έλλειψη δεσμών με τον κοινό λόγο. Ο Mallarmé στην προσπάθειά του να διαφοροποιήσει την ποίηση από την πρόζα και από τη γλώσσα της επικοινωνίας επαινεί τη μουσική και τη θέτει ως μοντέλο για την ποίηση. Θέτει λοιπόν το ερώτημα: μπορεί ποτέ η ποίηση να είναι μουσική όσο η ίδια η μουσική; Τελικά φτάνει στο σημείο να ισχυριστεί ότι η ποίηση είναι μουσική περισσότερο από όσο η τέχνη που έχει αυτό το όνομα. «Αυτό που εγώ κάνω είναι μουσική», γράφει του 1893. «Αποκαλώ έτσι όχι εκείνη την τέχνη που προκύπτει από την ευφωνική προσέγγιση των λέξεων(…), αλλά από το μαγικό αποτέλεσμα που παράγεται  από συγκεκριμένες διατάξεις των λέξεων». Η πραγμάτωση μιας τέτοιας «μουσικής» προϋποθέτει την αφαίρεση κάθε περιεχομένου υπερβολικά καθαρού και καθορισμένου. Αυτό που μετρά δεν είναι τι λέει η ποίηση, αλλά η υποβολή που προέρχεται από τους ήχους.

Με τον Mallarmé η αναζήτηση της «μουσικότητας» στην ποίηση θέτει στο επίκεντρο το σημαίνον σε βάρος του σημαινόμενου. Είναι μια τάση που θα βρει τη συνέχειά της στη λεγόμενη «καθαρή ποίηση» και, όσον αφορά την ιταλική λογοτεχνία, στον ερμητισμό, όπως επίσης και στον φουτουρισμό, τον σουρρεαλισμό και τον ντανταϊσμό. Στον 20ο αιώνα η έμφαση που συνεχίζει να δίνεται στη μουσικότητα φαίνεται από την ανάγκη που αισθάνεται ο T. S. Eliot να γράψει (1942): «Η μουσική της ποίησης δεν υπάρχει ανεξάρτητα από τη σημασία. Διαφορετικά θα ήταν μια ποίηση μεγάλης ομορφιάς, αλλά χωρίς νόημα, πράγμα που ποτέ δεν μου συνέβη να διαβάσω». Κατά τον Eliot ένα ποίημα είναι «μουσικό» όταν έχει μια διπλή δομή, η μία αφορά τον ήχο, η άλλη τις λέξεις που το συνθέτουν. Αυτές οι δύο μουσικές δομές είναι αξεδιάλυτες και αποτελούν πάντα ένα σύνολο.

Άννα Γρίβα

Εκτύπωση του άρθρου