Εκτύπωση του άρθρου

Ο λόγος στους νεότερους ποιητές μας


Συνέντευξη: Μάρω Παπαδημητρίου



Δήμητρα Αγγέλου,  Χρήστος Αρμάντο Γκέζος,  Άννα Γρίβα,  Γιάννης Δούκας, Βάγια Κάλφα,  Νικόλας Ευαντινός και  Γιώργος Στεργιόπουλος, συνομήλικοι σχεδόν και ομότεχνοι, γεννημένοι όλοι στη δεκαετία του ’80, ανταποκρίνονται σε αυτή τη συνέντευξη, πρόθυμοι να αυτοπροσδιοριστούν στη συνάντηση τους με τους αναγνώστες της ποίησης και με το αισθητήριο των πολλών. Και οι επτά δημιουργοί  έχουν ήδη κάνει αισθητή την παρουσία τους  με ποιητικές εκδόσεις, βραβεύσεις, και δημοσιεύεις, ενώ καθένας ακολουθεί τον δικό του δρόμο παλεύοντας με την  προσωπική του  δοκιμασία  στον σύγχρονο ποιητικό χώρο,  φορτισμένο από τη ραγδαία τεχνολογική εξέλιξη, τον καταιγισμό της πληροφορίας, τα κοινωνικοπολιτικά αδιέξοδα, τη γενικευμένη ηθική και  οικονομική κρίση.

Η ποίηση όμως, λόγος ζωντανός,  συνδιαλέγεται από καταβολής κόσμου με όλες τις εποχές- καλές, κακές, εύκολες,  δύσκολες- κυρίως μέσω των νεότερων ποιητών της και στον τόπο μας οι καινούριες φωνές ακούγονται ήδη έντονα. Σε αυτές τι φωνές απευθυνόμαστε   ιχνηλατώντας τις ποιητικές κατευθύνσεις του σήμερα. Οι ερωτήσεις  της συνέντευξης δεν έχουν την πρόθεση να καλύψουν όλες τις εκφάνσεις της σύγχρονης εγχώριας ποιητικής ούτε οι απαντήσεις σε αυτές αντιπροσωπεύουν  το σύνολο της γραφής της.  Αποτελούν περισσότερο μια πρόθεση συνάφειας και συνομιλίας με τους νεότερους του είδους, με ζήτημα τις δυνατότητες, τάσεις και αποκλίσεις του σύγχρονου ποιητικού λόγου, όπως οι ίδιοι  τις αντιλαμβάνονται,  τις υπηρετούν και τις εκφράζουν 

Ερωτήσεις

* Ποιες είναι οι αναζητήσεις σου στο ποιητικό πεδίο όπως αυτό διαμορφώνεται σήμερα, αρχές του 21ου αιώνα;  Ποια θέματα σε απασχολούν; 

* Έχετε, συνομήλικοι και ομότεχνοι, κοινά χαρακτηριστικά έκφρασης που  σας ομαδοποιούν και σας διαφοροποιούν από τις προηγούμενες  γενιές Ελλήνων ποιητών;

* Ποια είναι η σχέση σου με τις προηγούμενες αυτές  γενιές ή με την ξένη ποίηση;  Ποιες επιρροές καταγράφεις;  Ποιες επιδράσεις Ελλήνων ή ξένων ποιητών σε χαρακτηρίζουν;

* Υπάρχει στα ποιήματα σου  διάθεση απόκλισης από το παρελθόν, πρόθεση ανανέωσης της ποιητικής έκφρασης; Πειραματίζεσαι με νέα είδη;

* Το Ίντερνετ δίνει πλέον  τον χώρο στον κάθε ένα να «δημοσιεύει» ποιήματα του με αποδέκτη ένα ευρύτατο από κάθε άποψη κοινό.  Σε εμπνέει αυτός ο χώρος;   Μπορεί να αναπτύξει τη γραφή σου; 

* Πιστεύεις ότι Facebook, Twitter και άλλοι ιστότοποι υποκαθιστούν σήμερα τα «λογοτεχνικά στέκια»  όπου σύχναζαν οι παλαιότεροι; Οι νεότεροι έχετε ανάλογα  «ζωντανά» στέκια συνάντησης;  

* Στην εποχή των Πολυμέσων, Διαμέσων και άλλων εναλλακτικών μέσων έκφρασης του ποιητικού λόγου, απηχούν οι στίχοι του Ρίτσου: «Κάτι μεγάλες, ακατανόητες λέξεις/ μπαίναν στο καθημερινό μας λεξιλόγιο.../ σα νάχαν ‘έρθει ξένοι κατακτητές κ’ εγώ είχα προφτάσει/ να κρυφτώ σε μια κρύπτη μυστική...» Αισθάνεσαι ότι η ποίηση άρχισε επιτέλους να βγαίνει από τη μυστική της κρύπτη;

* Θα ήθελες να μας στείλεις δύο ποιήματα σου σαν επίλογο αυτή της συνομιλίας;


Δήμητρα Αγγέλου


 
Θεωρώ ότι το ποιητικό πεδίο έχει μια συνέχεια, όχι απαραίτητα χρονική ή με οποιονδήποτε τρόπο γραμμική. Πιστεύω στη διαχρονικότητα  της ουσίας κι ας μην είναι μια, κι ας μου διαφεύγει… Μου είναι δύσκολο λοιπόν να το ‘προσεδαφίσω’ στο πλαίσιο της σύγχρονης εποχής. Ασφαλώς και υφίσταται δυναμική σχέση της εκάστοτε εποχής με τον ποιητικό λόγο, ο ποιητικός λόγος  δεν αποτελεί κλειστό σύστημα. Προσωπικά ωστόσο έχω την τάση να εστιάζω στον πυρήνα, τον φορέα αυτού του λόγου, πιστεύοντας πως η αγωνία και η αλήθεια του υπερβαίνει κάθε κοινωνικό-ιστορικό πλαίσιο. Ο άνθρωπος (μέσα στην πληθυντικότητά του) θέλω να είναι ανόθευτος, πρωτόγονος με κάποιον τρόπο, ασχημάτιστος, ανοιχτός στην επαφή του με τον κόσμο. Η εσωτερικότητα του, ο τρόπος με τον όποιο προσπαθεί να ξεδιπλωθεί και να εκτεθεί, να υπάρξει ως εξωτερικότητα σε περιβάλλοντα  που συχνά τον αποκλείουν, το θάμπος της ζωής, η τραυματική αίσθηση αυτής, ο έρωτας, είναι θέματα τα οποία με κινητοποιούν και τροφοδοτούν αυτόν τον πυρετό μέσα μου, όχι να φτιάξω τον κόσμο, αλλά να τον εκφράσω, κάτι που ίσως είναι το ένα και το αυτό.

Νομίζω πως υπάρχει μια μετατόπιση στον τρόπο έκφρασης σε σχέση με τις προηγούμενες γενιές. Σε πολλές περιπτώσεις ωστόσο, αυτή η μετατόπιση είναι υποκινούμενη, πηγάζει από την ίδια την διάθεση διαφοροποίησης. Η μετάβαση από τον ποιητή δεσμώτη στον ελεύθερο ποιητή πρέπει να προκύπτει πηγαία, ελευθέρα, διαφορετικά δεν μπορούμε να μιλάμε για ελεύθερο ποιητή. Αυτή η πρόθεση διαφοροποίησης που συχνά διαπιστώνω, νομίζω πως υπονομεύει την ποίηση. Όπως και κάθε πρόθεση, το πιο δύσκολο δε είναι να απεμπλακεί κάνεις την ώρα της δημιουργίας από το ίδιο το φάντασμα της ποίησης. Στο πλαίσιο των κοινών χαρακτηριστικών μεταξύ των νεότερων ποιητών θεωρώ πως είναι η διάθεση φυγής από τα δεσμά της φόρμας, η ενδοτικότητα σε έναν πιο ελεύθερο και συνειρμικό τρόπο γραφής… Δεν αισθάνομαι πάραυτα κάτι να με ομαδοποιεί ή και να με διαφοροποιεί από ομάδες ανθρώπων.  Δεν μπορώ να προσεγγίσω το λόγο ή μάλλον την αίσθηση του λόγου σε σύνολα και υποσύνολα. Είναι ένα ατελείωτο φάσμα, μια δεξαμενή χαρακτηριστικών , χαρακτηριστικά τα οποία στα χέρια του κάθε ποιητή γίνονται πάντα κάτι άλλο. Τυχαίνει να νιώθω τόσο κοντά σε ορισμένους ποιητές παλαιότερων γενιών, όσο κοντά νιώθω και σε κάποιους νεότερους της εποχής μου.

Η σχέση μου με την ποίηση– ως αναγνώστης – είναι θα έλεγα πειραματική. Αφήνω  τον εαυτό μου έκθετο απέναντι της και δοκιμάζω/υποφέρω τις επιδράσεις της. Συνειδητοποίησα ότι η ποίηση θέλω να γίνεται προπάντων αισθητή, όχι κατανοητή και θεωρώ πως αυτό είναι και το πιο δύσκολο. Μικρή ξεκίνησα διαβάζοντας αρκετούς από τους κλασικούς, καθιερωμένους στον χώρο Έλληνες ποιητές. Το να αναγνωρίζω κάποιον ως σημαντικό ποιητή δε σημαίνει αναγκαστικά ότι προσωπικά  ‘επικοινωνώ ’ μαζί του. Ο Ελύτης ήταν ο πρώτος ποιητής που με συγκίνησε βαθιά.  Στην πορεία εντόπισα στον Λειβαδίτη μια έντονη συγγένεια που υπερβαίνει τη γραφή κι αφορά περισσότερο την αίσθηση της ζωής που ένιωσα πως μοιράζομαι μαζί του. Από ξένη ποίηση η Anne Sexton, η Plath, η Joyce Mansour είναι φωνές που με έχουν αγγίξει με έναν μοναδικό τρόπο. Θα ήθελα να αναφέρω τον Pessoa, ο όποιος έχει λειτουργήσει καταλυτικά μέσα μου. Ακόμη κι ο πεζός λόγος του διακρίνεται από έντονη ποιητικότητα. Ο Pessoa με έκανε να νιώσω διαβάζοντας τον, κάτι που δύσκολα επιτυγχάνεται μέσα από τον λόγο. Με έκανε να νιώσω λιγότερο μόνη. Όσον αφορά την επίδραση τους στη δική μου ποίηση, είναι δύσκολο να πω. Θυμάμαι να γραφώ πολύ πριν αρχίσω το διάβασμα. Αισθάνομαι ότι όλοι αυτοί οι ‘πνευματικοί αδελφοί’, βρίσκονται κάπου μέσα μου, με έχουν επηρεάσει σαφώς σε ένα πρώτο επίπεδο, αλλά αν αυτή η επίδραση καταγράφεται με κάποιον τρόπο στα ποιήματά μου, είναι κάτι που δεν δύναμαι να γνωρίζω.

Δεν βιώνω τον χρόνο ως κάτι ξέχωρο από εμένα, έτσι δεν υπάρχει μέσα μου η διάθεση να παρεκκλίνω από αυτόν. Το παρελθόν συνίσταται κι από στοιχειά που με εμπεριέχουν, ακριβώς όπως ο ενεστώτας με αποκλείει μερικές φορές. Κι η μνήμη αισθάνομαι ανήκει περισσότερο στη φαντασία παρά σε κάποιον χρόνο παρελθόντα. Όταν γράφω, δεν διακατέχομαι από κάποια σαφή διάθεση, ο λόγος είναι οργανικός  και επιτακτικός, δεν γράφω για να πω κάτι, γράφω για ν’ αναπνεύσω. Πειραματίζομαι με τον ίδιο μου τον εαυτό, που σημαίνει πως ναι,  πειραματίζομαι και με νέα είδη. Οι λέξεις απορρέουν από μία ιδιωτική, όμορφη αλλά και βάναυση επικράτεια της φαντασίας.  Αν επιθυμώ κάτι από την ποίηση, είναι να επιτυγχάνει αισθητικό σεισμό, του οποίου να μη δύναται κανείς - ούτε καν εγώ - να αναγνωρίσει το σημείο της δόνησης, πόσο μάλλον σαν κάτι το αιτιατό. Αν υπάρχει κάποια διάθεση απόκλισης από κάτι, αυτή είναι από το να γίνουν τα γραπτά μου κάτι συγκεκριμένο, κάτι συντελεσμένο. Ο λόγος μου είναι ορφανός, όσο κι αν μου αρέσει να τον χαϊδεύω…

Θεωρώ θετικό το ότι μέσα από το διαδίκτυο έχει κανείς πιο εύκολη και άμεση πρόσβαση σε ποικίλο υλικό γραπτού λόγου.  Επίσης παρέχεται σε νέους- ανέκδοτους ποιητές η δυνατότητα να επικοινωνήσουν  το έργο τους. Από την άλλη πιστεύω ότι σε ένα βαθμό το γεγονός αυτό συρρικνώνει την αναζήτηση βιβλίων κι ίσως υποβαθμίζει κάπως τη σχέση αναγνώστη-βιβλίου. Ίσως πρόκειται για μια προσωπική ιδιοτροπία, αλλά μου αρέσει να διαβάζω σε χαρτί, μου αρέσει το γήινο και διαχρονικό στοιχείο αυτής της επαφής. Προσωπικά δεν με εμπνέει ιδιαίτερα αυτός ο χώρος, αναζητώ ποιήματα/ποιητές κάποιες φορές, αλλά όχι συχνά. Ως εκ τούτου δε θεωρώ ότι αυτός ο χώρος μπορεί να επηρεάσει και να αναπτύξει τη γραφή μου.

Προσωπικά χρησιμοποιώ το facebook και άλλους ιστότοπους κυρίως για να ενημερώνομαι και να ανακαλύπτω καινούργια πράγματα όσων αφορά τη μουσική και την ποίηση- λογοτεχνία. Δυστυχώς δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω τα «λογοτεχνικά στέκια» όπου σύχναζαν οι παλαιότεροι, παρότι η φαντασία μου και οι διάφορες αναφορές, έχουν φτιάξει μια «ατμόσφαιρα» στο μυαλό μου. Ίσως οι ιστότοποι  και η δυνατότητα επικοινωνίας που παρέχεται μέσω διαδικτύου να έχουν περιορίσει κάπως τις ζωντανές συνευρέσεις των ανθρώπων, αλλά δε θεωρώ ότι τις έχουν υποκαταστήσει. Άνθρωποι του χώρου της ποίησης με πραγματική όρεξη γι' αυτό που κάνουν, επιμένουν στις μαζώξεις, στις ποιητικές βραδιές κτλ…

Αισθάνομαι ότι η μυστική κρύπτη είναι προσωπική για τον κάθε ποιητή. Η ποίηση – ως τρόπος έκφρασης, ως τέχνη- έχει ήδη βγει, είναι ελεύθερη. Νομίζω πως η μυστική κρύπτη είναι η ίδια μας η φωνή. Η ποίηση πάντα εναντιωνόταν στον ίδιο της τον εαυτό, πάντα φορέας του ανθρώπινου, φρόντιζε να υπογραμμίζει την απόσταση της από αυτόν. Θα ήθελα να παραθέσω ένα απόσπασμα του Pessoa: «Προκειμένου η τέχνη να είναι τέχνη δεν απαιτείται απόλυτη ειλικρίνεια, αλλά κάποιος βαθμός ειλικρίνειας είναι αναγκαίος. Μπορεί κάποιος να συνθέσει ένα άρτιο ερωτικό σονέτο κάτω από δύο προϋποθέσεις – επειδή είναι σφοδρά ερωτευμένος με την γυναίκα ή επειδή είναι  σφοδρά ερωτευμένος με την ποίηση, διαφορετικά δεν μπορεί να κατακτήσει καμία από τις δυο. Μπορεί να φλέγεται εσωτερικά, χωρίς να σκέφτεται το σονέτο που γράφει, μπορεί να φλέγεται εξωτερικά, χωρίς να σκέφτεται τον έρωτα που προσπαθεί να εκφράσει. Αλλά θα πρέπει να φλέγεται. Αλλιώς δεν θα καταφέρει παρά να σκάψει το λάκκο της ανθρώπινης κατωτερότητάς του.» «Αλλά θα πρέπει να φλέγεται».  Πιστεύω πως αυτή είναι μια έξοδος….

Βιογραφικό: Η Δήμητρα Αγγέλου γεννήθηκε το 1984 στην Αθήνα. Ακολούθησε σπουδές στη Βιολογία. Έχει εκδώσει την πρώτη ποιητική συλλογή « Στάζουν Μεσάνυχτα », Μελάνι 2013. Ετοιμάζει τη δεύτερη συλλογή της που αναμένεται να κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Μελάνι το φθινόπωρο του 2014. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.

Ποιήματα: Η γυναίκα θυμήθηκε / Είναι μόνο του το δωμάτιο κι ο χρόνος                                   


Η γυναίκα θυμήθηκε                                                                                          

Η γυναίκα θυμήθηκε
Η νύχτα τη σταμάτησε
Την έβαλε στο αμάξι
Πήγανε στην άκρη της θάλασσας

Η γυναίκα πλησίασε
Τον χρόνο που κατάπινε κύματα
Γονάτισε
Το νερό έγλειφε το εσωτερικό των μηρών της
Θυμήθηκε το σώμα του άντρα

Βύθισε τις παλάμες της
Έσκυψε
Γυναίκα τετράποδο
Στην άκρη της θάλασσας

Η νύχτα έβαφε τα νύχια της κόκκινα
Καθισμένη στις άκρες των βράχων

Το σώμα του άντρα το έβλεπε
Ξαπλωμένο στο βυθό, ανάσκελα
Συσπάστηκε
Άνοιξε το στόμα
Κι άδειασε στο νερό τα παιδιά της
Ξέσκισε τους ομφάλιους λώρους με τα δόντια της

Η νύχτα στις άκρες των βράχων
Κόκκινη

Η γυναίκα γέμισε την κοιλιά της πέτρες
Σύρθηκε μες την θάλασσα
Θυμήθηκε το σώμα του άντρα
Η γυναίκα θυμήθηκε

Είμαι ο ύπνος του δάσους
Το ελάχιστο των ονείρων του
Οι ματωμένοι ίσκιοι
Το θρόισμα των σιωπών
Το παγωμένο έλατο
Με τα τρελαμένα του φωτάκια
Καρφωμένο στον αφαλό

Δεν ήξερα τι να το κάνω το δάσος
Μέχρι που το θέλησα
Καμένο

Φύσα τις πυγολαμπίδες
Να σβήσουμε


Είναι μόνο του το δωμάτιο κι ο χρόνος

Είναι μόνο του το δωμάτιο κι ο χρόνος

Περπατώ προσεκτικά μη και πατήσω μνήμες
Μπήγονται στα πόδια μου

Κοίτα πως μ’ αναπνέει η κοιλιά μου
Αγάπη κοίτα
Πως με καπνίζουν τα χείλη μου
Πως με χειρονομούν τα χέρια

Είναι οι κινήσεις που με κάνουν να υπάρχω
Αυτές και η αγάπη μου για εσένα
Γιατί προκειμένου να υπάρξω
-σα να το όφειλα καιρό στη φαντασία-
Επινόησα κάποιον να σε αγαπά
Με επινόησα

Σκορπισμένα τα μέλη μας στο δωμάτιο
Χέρια κομμένα, μάτια δεμένα
Αστράγαλοι και ώμοι
Πεταμένοι στο πάτωμα

Θέλουν άλλαγμα τα σεντόνια
Θέλει άλλαγμα ο χρόνος
Κι εγώ δε μπορώ…

Από την άλλη
Μου αρέσει να κάθομαι να μας κοιτώ
Μέσα στην τόση εγκατάλειψη                


Χρήστος Αρμάντο Γκέζος



Τα θέματα που με απασχολούν έχουν να κάνουν με οτιδήποτε αφορά ή αναδεικνύει τη φθαρτότητα του ανθρώπου, και με αυτό δεν εννοώ φυσικά μόνο τον θάνατο αλλά και τις καθημερινές μικροεκφάνσεις της ζωής. Τα θέματα πάνω κάτω παραμένουν ίδια στην πάροδο των αιώνων, αυτό που αλλάζει είναι πως όσο προοδεύει, εντός ή εκτός εισαγωγικών ο άνθρωπος, διαθέτει όλο και περισσότερα μέσα για να αντιλαμβάνεται βαθύτερα τη φθαρτότητα αυτή.

Προσωπικά, δεν έχω παρατηρήσει μέχρι τώρα κάποια κοινά χαρακτηριστικά στους νέους ποιητές, όχι κάποια τουλάχιστον που να συνιστούν αξιοσημείωτη διαφοροποίηση από τους παλαιότερους. Ίσως είναι ακόμη νωρίς για να πούμε κάτι τέτοιο.

Είναι αυτονόητο πως ο καθένας που δημιουργεί πρέπει να έχει μια επίγνωση του τι έχει προηγηθεί αλλά και του τι διαδραματίζεται στον καιρό του, να το έχει έστω πάνω στο τραπέζι σαν ένα κομμάτι ξύλο, κι από κει και πέρα να το σκαλίσει ή να το κάψει. Ειδικά η ξένη ποίηση προσφέρει ένα ανεξάντλητο πεδίο προς εξερεύνηση, είμαι σίγουρος πως ακόμα και στις λιγότερο προβεβλημένες χώρες υπάρχουν σπουδαίοι ποιητές που τους αγνοούμε. Όσον αφορά εμένα, στην ποιητική μου πορεία με έχει επηρεάσει βαθύτατα ο Πόε, ακόμα κι αν αυτό δεν είναι πλέον τόσο εμφανές. Από Έλληνες, θα μπορούσα να πω τον Σαχτούρη και τον Καρυωτάκη. 

Με ενδιαφέρει ο πειραματισμός στο στιλ και το ύφος, γιατί μπορεί να με οδηγήσει σε μονοπάτια και παιχνίδια τα οποία κι εγώ δεν τα περιμένω με αποτέλεσμα να μην βαριέμαι τόσο εύκολα, αλλά πιστεύω πως δεν πρέπει να είναι και αυτοσκοπός. Προτεραιότητά μου είναι η σύμπλευση του ύφους μου με την εσωτερική μου προσταγή. 

Τη γραφή μου σαν δημιουργία δεν την επηρεάζει το ίντερνετ, ούτε θετικά ούτε αρνητικά. Δηλαδή, δεν θα γράψω κάτι επί τούτω για το ίντερνετ, για κάποιο blog ή για να το δημοσιεύσω στο facebook, αλλά τη γραφή μου σαν διαρκή διαδικασία και επικοινωνία σίγουρα τη βοηθάει, κυρίως μέσω των πολλών αξιόλογων περιοδικών-χώρων όπου μπορεί να διαβαστούν ποιήματά σου πολύ εύκολα και άμεσα.

Οι διάφοροι ιστότοποι και τα κοινωνικά δίκτυα όπου γίνονται λογοτεχνικές συζητήσεις κάθε είδους, δεν υποκαθιστούν τα αντίστοιχα στέκια, περισσότερο θα έλεγα τα συμπληρώνουν. Μου φαίνεται μια θετική τάση, πολλώ δε μάλλον αν αναλογιστούμε ότι μέσω τέτοιων ψηφιακών τόπων οργανώνονται και διαδίδονται πολλές εκδηλώσεις και συναντήσεις με συναρπαστική πολυμορφία.
  
Δεν έχει βγει μόνο η ποίηση από τη μυστική της κρύπτη. Διανύουμε μια περίοδο όπου όλες οι τέχνες γνωρίζουν μια άνευ προηγουμένου απομυθοποίηση. Απομυθοποίηση με την έννοια πως ο καθένας είναι πλέον σε θέση να αντιληφθεί από την καρέκλα του σπιτιού του ότι η τέχνη δεν έχει κάτι περισσότερο υπερβατικό στην ουσία της από τον αέρα που αναπνέει. Η ποίηση, ο κινηματογράφος, η μουσική, καταναλώνονται όπως άρχισαν να καταναλώνονται τα τρόφιμα μετά την αγροτική επανάσταση και παρόλο που είναι αυτονόητη η ύπαρξη κινδύνων σε μια τέτοια προσέγγιση, πιστεύω πως έχουμε να κάνουμε με μια μοναδική ευκαιρία για τον ανθρώπινο πολιτισμό.

Βιογραφικό: Ο Χρήστος Αρμάντο Γκέζος γεννήθηκε το 1988 στη Χιμάρα και είναι απόφοιτος της Σχολής Αγρονόμων Τοπογράφων Μηχανικών του Ε.Μ.Π.  Η πρώτη του ποιητική συλλογή «Ανεκπλήρωτοι Φόβοι» (Πολύτροπον, 2012) τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα.

Ποιήματα: η κηδεία μου / σκαντζόχοιρος    


η κηδεία μου

Όταν πεθάνω δεν θέλω να μου βάλετε σταυρό.
Ένα Χ μεγάλο να καρφώσετε στο μνήμα,
λίγο απ’ το όνομα
λίγο απ’ τη χάρη
και πάει τέλειωσε.

Όταν πεθάνω, όποτε κι αν είναι αυτό,
θάψ’ τε με στις 17 του Μάη,
και που να πάρει
όχι στεφάνια κι άλλες ανοησίες.

Όταν πεθάνω θα κλάψω πιο πολύ εγώ,
εκεί σε μια γωνιά το στήθος θα ξεσκίζω
καθώς θα βλέπω το χώμα να με ραίνει,
εσάς να πίνετε κρασί,
γύρω απ’ την τρύπα να χορεύετε,
να τραγουδάτε όλοι μαζί
χρόνια πολλά πατέρα.


σκαντζόχοιρος

Εκείνον τον νεκρό σκαντζόχοιρο
που μάζεψα απ’ τον δρόμο
και τον έχω στο χαρτονένιο φέρετρο
πάνω στο τραπεζάκι,
μου λένε οι γείτονες πέτα τον πια
έχει κακοφορμίσει,
σάπισε,
ρίχ’ τον στα σκουπίδια
ή τάισέ τον στα σκυλιά,
κάνε τ’ αγκάθια του καρφιά
και κρέμασε το δέρμα του στον τοίχο,
φτάνει πια μας βρόμισε τον τόπο.
 
Εγώ τους λέω προτιμώ αυτόν
και τ’ αντεράκια τα χυμένα σαν μπουκέτο
παρά εσάς με τις γλαδιόλες σας,
αυτόν και τη δυσωδία του θανάτου
παρά το φαρμάκι Κάλβιν Κλάιν
που αναβλύζει απ’ τους λαιμούς σας.
 
Στο κάτω κάτω τι θράσος είναι αυτό
–τι προστυχιά–
πώς ζητάτε από κάποιον
να πετάξει έτσι ελαφρά
ό,τι πιο κοντά σε ομοίωμα του εαυτού του; 


 Άννα Γρίβα



Στην ποίησή μου με απασχολούν τα αιώνια θέματα του ανθρώπου: ο κύκλος της ζωής και του θανάτου, το μυστηριώδες πέρασμα των  ψυχών μέσα από την ύλη, η ομορφιά και η δύναμη της αγάπης και της γνώσης.

Κάποιοι προσπαθούν να ομαδοποιήσουν τους νεότερους σε μια λογοτεχνική γενιά. Δε θεωρώ πως είναι κάτι που μπορεί να γίνει – τουλάχιστον για την ώρα – αφού δεν έχουμε όλοι οι συνομήλικοι κοινά χαρακτηριστικά γραφής. Αναλόγως των αναζητήσεων του καθενός, παρατηρώ διαφορές – συχνά μεγάλες αποκλίσεις - στον τρόπο έκφρασης. Από τις προηγούμενες γενιές - ιδίως γενιά του ’30, αλλά και πρώτη και δεύτερη μεταπολεμική γενιά – βλέπω αρκετές επιρροές στους νεότερους. Τις διαφοροποιήσεις δεν μπορώ να τις οριοθετήσω, γιατί όπως είπα δεν βλέπω έναν ενιαίο τρόπο έκφρασης στη νεότερη γενιά.

Όσον αφορά εμένα, θεωρώ πως χρωστάω τον τρόπο που διαβάζω, αντιλαμβάνομαι και γράφω, στους παλιότερους Έλληνες ποιητές, η ελληνική ποίηση έχει να δείξει ποιητές παγκόσμιου βεληνεκούς. Μελετάω την ελληνική ποίηση σε όλη της την ιστορική εξέλιξη, γιατί η γλώσσα είναι για τον ποιητή η μόνη ύλη. Αυτή την ύλη πρέπει να τη γνωρίζει κανείς και να τη δουλεύει σε βάθος για να πάρει μορφή και ουσία. Από την ξένη ποίηση αγαπώ ιδιαίτερα την ιταλική λόγω της ξεχωριστής της εσωτερικότητας και μεταφυσικής αναζήτησης. Δεν νομίζω πως έχει νόημα να αραδιάσω ονόματα ποιητών που με έχουν καθορίσει. Ίσως μαντέψετε… Οι αποκλίσεις ή η ανανέωση της έκφρασης για μένα δεν είναι αυτοσκοπός. Αν υπάρξει, θα υπηρετεί κάποια ανάγκη του ποιήματος. Εξάλλου κάθε ποίημα έχει έναν δικό του μοναδικό τρόπο να δομείται και να ξετυλίγεται, σχεδόν με καθοδηγεί, προσφέροντάς μου τις λέξεις που υπομονετικά αναζητώ. 
 
Πολλοί λένε πως το διαδίκτυο έχει βοηθήσει τη διάδοση της ποίησης. Με εξαίρεση όμως συγκεκριμένα ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά που έχω στο μυαλό μου, τα περισσότερα αποτελούν ένα σωρό κειμένων και στίχων που δεν έχουν τύχει καμίας σοβαρής αξιολόγησης. Η γραφή του καθένα μας, αν αναπτύσσεται, είναι αποτέλεσμα βαθύτερων πνευματικών και ψυχικών δυνάμεων, που κατά τη γνώμη μου προηγούνται των δυνατοτήτων δημοσιοποίησης. Όσον αφορά τα Facebook, Twitter και λοιπούς ιστοτόπους δεν είμαι κατάλληλη να μιλήσω, εφόσον δεν είχα ποτέ επαφή μαζί τους και δεν γνωρίζω καν τι συζητιέται εκεί. Μάλλον όμως θα ισχύει ό,τι προ είπα για το διαδίκτυο. Ας μη γελιόμαστε, η θέση της ποίησης είναι πάντα σε μια κρύπτη μυστική. Όσοι θέλουν τρυπώνουν εκεί και τη βρίσκουν. Τα ποιήματα τόσους αιώνες περιμένουν με υπομονή, όποιος θέλει να βρει τα μυστικά τους, ας μοχθήσει…

Βιογραφικό: Η Άννα Γρίβα γεννήθηκε το 1985 στην Αθήνα. Σπούδασε ελληνική φιλολογία. Έχει εκδώσει δυο ποιητικές συλλογές: Η φωνή του σκοτωμένου, Χαραμάδα 2010 και Οι μέρες που ήμασταν άγριοι, Γαβριηλίδης 2012. Επίσης τις μεταφράσεις Antonia Pozzi, Λέξεις, Γαβριηλίδης 2013 και Isabella di Morra, Μέσα από δρόμους έρημους, Κουκούτσι 2014. Έχει συνεργαστεί με τα περισσότερα λογοτεχνικά περιοδικά με ποιήματα της, μεταφράσεις και δοκίμια.


Ποιήματα: Τυφλοπόντικας /  Οι πέντε αισθήσεις
   


Τυφλοπόντικας

Τρυπώνω βαθιά
στις ρίζες των δέντρων
κι ακούω τον φλοίσβο
να φέρνει λυγμούς
υπόγειων κόσμων

η ιστορία του ανθρώπου
κρέμεται από τη σκαπάνη μου

τις σκοτεινές νύχτες
βρίσκω τη μάνα του Οδυσσέα
να του πλέκει ζακετάκια 
μήπως ξανάρθει
«κάνει κρύο εδώ κάτω»
μου γνέφει και γελά
«δεν είναι τόπος για επιζώντες»

πώς να της πω
ότι έχει νήμα αόρατο
που οι κόμποι του δε δένουν
παρά σε κάθε βελονιά
ξηλώνονται αθόρυβα
τα σεντονάκια της αυγής
 
δε θα της πω:
οι ποντικοί στο στόμα τους
δεν πιάνουν τα αιώνια
μόνο σκάβουν.


Οι πέντε αισθήσεις

Τα μάτια κλειδώνουν
τα δάχτυλα προσεύχονται
τα σπλάχνα πενθούν
τα μαλλιά ανατριχιάζουν

οι νεκροί ροκανίζουν
το τραγανό μας δεντράκι.   

(ποιήματα από την ανέκδοτη ποιητική συλλογή «Έτσι είναι τα πουλιά»)


Γιάννης Δούκας

Στον βαθμό που δικαιούται κανείς να αναφερθεί στον εαυτό του και σε αυτά που ο ίδιος γράφει, θα έλεγα ότι με απασχολεί πρωτίστως το πώς γίνεται το ποιητικό πεδίο να συνομιλήσει με το κοινωνικό, να διευρυνθεί, να ανοιχτεί στον δημόσιο χώρο και την Ιστορία, να συνδιαλεχθεί και με άλλους εκφραστικούς τρόπους, όπως, λ.χ., τις εικαστικές τέχνες.

Συνθήκη απαραίτητη της γραφής είναι η ανάγνωση, η μαθητεία σε άλλα, προϋπάρχοντα, κείμενα, o διάλογος του ποιητή με το παρελθόν της τέχνης του και με το διεθνές περικείμενό της. Γιατί ποίηση δεν προκύπτει μόνο από την έκλαμψη της έμπνευσης, εφόσον δεχτούμε ότι υφίσταται κάτι τέτοιο, αλλά και από την αυτοεξέταση, τη σχολαστική παρατήρηση, τη συστηματική μελέτη.

Δεν νομίζω ότι θα μπορούσα να συζητήσω ο ίδιος τις επιρροές που έχω υποστεί: πολλά θα μου διαφύγουν. Εξάλλου, δεν επιδρούν επάνω μας μόνον εκείνα που μας τέρπουν. Πολλές οι οφειλές μου, πάντως, και δεν παύω να επιστρέφω, μεταξύ άλλων, στον Σολωμό, τον τεχνουργό Καβάφη, τον Έλιοτ, τον Σεφέρη (και, γενικότερα, στα πρώτα φανερώματα του μοντερνισμού).

Η σχέση με το παρελθόν εμπεριέχει αναπόφευκτα και αποκλίσεις, λοξές αναγνώσεις, παρατυπώσεις. Σε μια εποχή που κυριαρχεί ο ελεύθερος στίχος, χωρίς να φέρει πλέον τη ζωτικότητα του νέου είδους, χωρίς να συνδέεται με πειραματικές αναζητήσεις, επιλέγω να γράφω σε έμμετρη μορφή – μια επάνοδος ίσως και «αντικομφορμιστική». Προσπαθώ, επίσης, να ενημερώνομαι σταθερά για τα τεκταινόμενα στη σύγχρονη ξένη ποίηση, ιδίως την αγγλόφωνη, και παρακολουθώ με πολύ ενδιαφέρον τη χρήση των ψηφιακών μέσων (digital poetry) και την παραστατική ποίηση (spoken word).

Εκτός, βέβαια, από το παρελθόν, επικοινωνεί κανείς και με τους συνομηλίκους του. Δεν το θεωρώ, ωστόσο, χρήσιμο να μετατρέψουμε τη σύσταση γενιάς σε αυτοσκοπό. Το δείγμα και το στίγμα μας είναι ακόμη πολύ περιορισμένο – οι περισσότεροι από μας δεν έχουμε πάνω από δυο ή τρία βιβλία στο ενεργητικό μας. Σαφώς και νιώθω, ως προς τις αναζητήσεις μου, πολύ κοντά σε ορισμένους ποιητές, αλλά και πεζογράφους. Θα ήταν, εντούτοις, βεβιασμένο να αναγάγουμε τις όποιες αναλογίες σε διάγνωση λογοτεχνικών ρευμάτων και να εφαρμόσουμε εργαλεία φιλολογικής ταξινόμησης σε κάτι προς το παρόν αδιαμόρφωτο.

Ας μιλούμε, καλύτερα, για παρέες που, όσο μπορούν, «βρίσκονται». Είμαστε, ας μην το ξεχνάμε, μια γενιά πολυάσχολη, αλλά και κακοπληρωμένη για τις ασχολίες της αυτές, δουλειές και ψευτοδουλειές. Δεν κατορθώνουμε, λοιπόν, να συναντιόμαστε, όσο θα θέλαμε, με τους όποιους φίλους και συνομιλητές μας και, μοιραία, η επικοινωνία μας επικεντρώνεται στο ψηφιακό της σκέλος.

Καλό είναι, πάντως, να μην τρέφουμε αυταπάτες για τη φύση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Όλοι, ασφαλώς, τα χρησιμοποιούμε και με το παραπάνω, όσο, όμως, και αν μας είναι απαραίτητα, καταλήγουν συχνά, αντί να στεγάσουν μια εποικοδομητική επαφή, να εκφυλίζονται σε παράλληλους μονολόγους, ανέξοδους χαριεντισμούς και καλλιέργεια υπερτροφικών εγώ.

Το διαδίκτυο, λοιπόν, ως μέσο κι εργαλείο, ορίζεται από τις έμπρακτες, εφαρμοσμένες χρήσεις του και δεν νομίζω ότι θα έπρεπε να θεωρηθεί, ως έχει, επίκεντρο της ποιητικής δραστηριότητας ή καθαυτό πηγή έμπνευσης. Ως βήμα δημοσίευσης, δίνει, κατά τη γνώμη μου, τροφή στη γραφομανία, σε μια ανεξέλεγκτη παραγωγή ανεπεξέργαστου λόγου, χωρίς τη βάσανο του αναστοχασμού και της αυτεπίγνωσης. Με τα όποια στραβά τους, οι καθιερωμένες ατραποί, απ’ όπου περνούσε ένα κείμενο για να αξιολογηθεί, επέβαλλαν τελικά τη διαμόρφωση ενός κοινού κριτηρίου. Αν αυτό λείπει, κυριαρχεί η κάθε είδους ευκολία.

Εξάλλου, το να βγει η ποίηση από το καβούκι της, από τη μυστική της κρύπτη, και να βρει τους όρους μιας ουσιαστικής εξωστρέφειας ως πεδίο αποτύπωσης της σύγχρονης ευαισθησίας, δεν έχει να κάνει μόνο με τους τρόπους παραγωγής και τις τεχνικές διασποράς της, αλλά, πρωτίστως, με τις θεματικές της και τη δυνητική, ζώσα παρουσία της στο κοινωνικό γίγνεσθαι.

Βιογραφικό: Ο Γιάννης Δούκας γεννήθηκε το 1981 στην Αθήνα. Σπούδασε φιλολογία στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο και Digital Humanities στο King’s College του Λονδίνου. Βιβλία του είναι Ο κόσμος όπως ήρθα και τον βρήκα (Κέδρος, 2001), Στα μέσα σύνορα (Πόλις, 2011) Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Ποιητή του Διαβάζω, και Το σύνδρομο Σταντάλ (Πόλις, 2013). Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, τα γαλλικά και τα σερβικά. Συνεργασίες του, κριτικά κείμενα και μεταφράσεις, έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά, κυρίως στο Διαβάζω και την Ποιητική.

Ποιήματα: Το πτώμα εξαίσιο / Λεζάντες    


Το πτώμα εξαίσιο

Ήταν απόψε νύχτα βρικολάκων,
ακοίμητη, και ό,τι αγαπάτε,
είδηση έχει γίνει κι αναρτάται:
νεκρός εσταυρωμένος εκών-άκων.

Οι γύπες γύρω του κι οι τυμβωρύχοι
τον περιέφεραν σε λιτανεία,
το πτώμα εξαίσιο, και με βραβεία
τον αποτίμησαν. Είχε την τύχη

να γίνει άγαλμα προτού κρυώσει
και ταριχεύτηκε με τέτοιες λέξεις
που σε διέταζαν να τις προσέξεις
και όχι εκείνον. Και μες στην τόση

την μπόχα αυτή του πεθαμένου κόσμου,
είναι ειδωλολάτρης ο καιρός μου.


Λεζάντες

Εγώ: με τον μπερέ και τις αρβύλες,
σε στάση προσοχής και σαν το ψάρι
να τρέμω μη με δουν κοντά στον Άρη.
Κι εκείνος, πάνω στ’ άλογο: «τι νίλες

με περιμένουν, πώς να μη ματώσει
το σώμα μου, σαν βρίσκει στο μαχαίρι;
Αυτό ρωτώ, κι όμως κανείς δεν ξέρει
τ’ άκρα και τον λαιμό ν’ απαγκιστρώσει,

έστω σταδιακά, απ’ τον κορμό μου.»
Σπασμένη στάμνα εσύ, σε βεβηλώνει
τόσο πολύ τ’ alternative σαλόνι,
όσο και το φολκλόρ του οικοδόμου.

(Άκουσα πως τους bloggers καταπλήττει
η φάτσα κι η φωνή του χρυσαυγίτη). 


                                                                                                                              

Νικόλας Ευαντινός

Έχουν περάσει πάνω από δυόμισι αιώνες από το ξημέρωμα των μοντέρνων καιρών και οι κοινωνίες που αυτοαποκαλούνται ουμανιστικές και δυτικές, όχι απλά δεν έχουν καταφέρει να βγάλουν  την προβιά του αγριμιού από πάνω τους, αλλά νιώθουν για άλλη μια φορά το τρίχωμα του θηρίου κάτω από το δέρμα τους. Η εσωτερίκευση της πραγματικότητας από τον άνθρωπο γίνεται ολοένα και περισσότερο με ένα τρόπο μονομερώς ιδιοτελή, η επαφή με την Φύση είναι τεχνηέντως διαμεσολαβημένη, και άνθρωποι που κόντρα σε άπειρες πιθανότητες γεννήθηκαν ως εν δυνάμει ελεύθεροι τρέπονται σε σπιθαμιαίους διεκπεραιωτές ατομικιστικών εξουσιών. Σε αυτές τις συνθήκες η Τέχνη και δει η Ποίηση αν δεν πλάθει ξανά και συνεχώς τον Κόσμο, αν δεν  εκπέμπει ανθρωπινότητα, αν δεν μαθητεύει στην απλότητα της ηρεμίας και του θυμού που μπορεί μια θάλασσα να εκπέμψει τότε απλά διακοσμεί τον ζόφο. Δεν έχουμε την πολυτέλεια πλέον να γράφουμε προς χάριν μιας συγκίνησης. Σε μια οικουμένη που ομοιάζει με Ευρυσίχθονα, η Ποίηση είναι αναγκαία όσο ποτέ μόνο όταν φέρει ως στοιχείο ταυτότητας της την χαρακτηριστικότερη ιδιότητα των ανθρώπων: την ιδιότητα να πλάθει κάτι εκ του μη όντος με αμφιβολία, περιέργεια και με λυτρωτικό-παρηγορητικό προσανατολισμό προς την αφύπνιση της συνείδησης.

Αν η Ποίηση στο ξημέρωμα του 21ου αιώνα δεν αναδεικνύει το μεγαλείο της θνητότητας της ανθρώπινης δημιουργίας, αν δεν είναι χρηστική στους γύρω της με τρόπο άμεσο –να μεταφράζεται δηλαδή σε εμπράγματη στάση ζωής- τότε κινδυνεύει να είναι μια απλή άσκηση μεταμοντέρνας ατομικιστικής ματαιοδοξίας που οι λέξεις θα ναι σύμβολα κενά, δηλαδή νεκρά.  Και κάτι τέτοιο η Ποίηση το πετυχαίνει μονάχα όταν «αλλάζει εντός σου τον ρυθμό του κόσμου». Με βάση την παραπάνω οπτική είμαι σίγουρος πως υπάρχουν ομότεχνοι νέοι αλλά και παλαιότεροι που βαδίζουν εντός τους σε τέτοιους  ατραπούς. Μάλιστα ανάμεσά τους δεν υπάρχουν απλά ενδιαφέρουσες αλλά μεγάλες ποιητικές φωνές. Σίγουρα υπάρχουν ή υπήρξαν και οι άλλοι που γράφουν ή έγραφαν ακίνδυνα και χαλαρά, αυτοαποκαλούνται «χαμηλόφωνοι» -χαλώντας με το βόλι της σχετικοποίησης των πάντων άλλη μια λέξη/έννοια- και αντιμετωπίζουν την γραφή ως καριέρα. Αλλά αυτοί έχουν ήδη κριθεί από τα πουλιά.

Έτσι λοιπόν οι επιρροές για κάποιον που στέκεται στο δικό μου μετερίζι είναι περιορισμένες και άπειρες. Περιορισμένες γιατί έχουν αναγκαστικά ως γνώρισμά τους την έννοια του χρέους να κυνηγούν το ποίημα, λες και κυνηγούν μια μεγάλη απόδειξη ότι ο  κόσμος φτιάχτηκε από μια μουσική που μόνο οι λέξεις θα μπορούσαν να αποδώσουν - και αυτό να συμβαίνει παντελώς μοναχικά ενώ γύρω η πραγματικότητα διαρκώς να δείχνει πως περί άλλων  τυρβάζει.  Άπειρες γιατί άπειρες είναι και οι στιγμές που κάτι τέτοιο η Ποίηση σε παγκόσμιο επίπεδο έχει καταφέρει με αποτέλεσμα όλη αυτή η οχλαγωγία της εξωτερικής πραγματικότητας να βγάζει τον σκασμό προς χάριν του καρδιακού παλμού. Σε μια τέτοια ερώτηση λοιπόν ταπεινά θεωρώ πως η ονοματολογία δεν ενδείκνυται.

Προσωπικά θεωρώ το πείραμα και άρα τον πειραματισμό αναπόσπαστο στοιχείο της ποιητικής διαδικασίας. Προσπαθώ να μην γράφω ποιητικές συλλογές, αλλά ποιητικά βιβλία- κάθε βιβλίο δηλαδή να διέπεται από έναν άξονα μορφολογικό (η λέξη μορφή εμπερικλείει κατ’ εμέ και το περιεχόμενο) ο οποίος να είναι αδιάσπαστος και ενιαίος. Η ανάμειξη πρόζας και ποίησης πολλές φορές αποδεικνύεται επιτυχημένη Παρακολουθώ επίσης και τις διάφορες δραματοποιημένες/ διαδραστικές απαγγελίες τους καιρού μου, παρόλα αυτά νιώθω πως η μεγάλη πρόκληση είναι να καινοτομεί κανείς μονάχα με τις λέξεις του στο χαρτί. Όσον αφορά το διαδίκτυο έχει όλα τα οφέλη της απατρωνάριστης διαδικασίας, όμως οι ιστότοποι που θα μπορούσαν να σηκώσουν το βάρος μιας σοβαρής δημοσίευσης είναι λίγοι. Και ο λόγος είναι πως ο διαδικτυακός αχταρμάς των λογής σχολιαστών, στιχοπλόκων και λοιπών μνησίκακων κατόχων άπλετου ελεύθερου χρόνου δυστυχώς θολώνει το τοπίο πολύ εύκολα. Και η Ποίηση είναι μια πολύ σοβαρή υπόθεση για να τίθεται προς βρώση αυτού του αχταρμά. Ευτυχώς.-

Βιογραφικό: Ο Νικόλας Ευαντινός γεννήθηκε (1982) και μεγάλωσε στην Ιεράπετρα (Κρήτη). Σπούδασε Νεότερη Ιστορία με μεταπτυχιακές σπουδές στην Νεοελληνική Φιλολογία. Έχει εκδώσει τρία ποιητικά βιβλία: Μικρές Αγγελίες και Ειδήσεις (Γαβριηλίδης 2008), Ρουβίκωνας στα μέτρα μας (Μελάνι 2010), Ενεός…(Μανδραγόρας 2012). Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα γαλλικά και έχουν  δημοσιευτεί σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά. Παράλληλα ασχολείται με την μουσική. Το 2010 κυκλοφόρησε ο πρώτος του προσωπικός δίσκος με τον τίτλο Πανταχού Απών.


Ποιήματα: …της καταδίκης  (ένα ποίημα σε δύο μέρη) 


                                           … της καταδίκης


                                                          Α

 
εἰ πάντα τὰ ὄντα καπνὸς γένοιτο,
ῥῖνες ἂν διαγνοῖεν

ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ


-Η Φύση πενθεί επειδή είναι βουβή
ή είναι βουβή επειδή πενθεί;
                                               
                                                -Κύριε δεν μπορείτε να απαντάτε με ερωτήσεις.

-Οι λεπτομέρειες της Άνοιξης αποστηθίζονται;

                                                -Κύριε δεν μπορείτε να απαντάτε με ερωτήσεις.

- Ποιος είναι ο αμνιακός σάκος των θαυμάτων,
αν όχι το ρίγος;
                                                 -Κύριε δεν μπορείτε να απαντάτε με ερωτήσεις.

-Τι δίνει στάθμη στην θάλασσα, αν όχι η όραση
 κάποιου που γονάτισε μπροστά σε ένα κοριτσάκι
 και του ορκίστηκε πως ο πόνος από το ματωμένο
 του δάχτυλο θα περάσει;   

                                                 -Κύριε πλατειάζετε ….καταδικάζεστε…
…άλλο που δεν ήθελε


                                                              Β


Χαράκτης μιας πίστης και μιας απιστίας
στο μπράτσο της γνώσης,
οργωτής μιας ξέρας με μια μανταρινιά για ελπίδα,
σπασμένο λουκέτο του μπαούλου ονείρου του,
τρυγητής μιας αυγουστιάτικης πανσελήνου,

ναι αυτός
ο που μπορεί να κάνει χαρούμενο
έναν ολόκληρο σκύλο

ναι αυτός
ο που αλυσοδένεται
στα πόδια της νύχτας
καθώς ποδοβολά πάνω στην πλάτη
της πόλης

ανέβηκε μια νύχτα
στην γριά ζυγαριά
της τυφλής κορασίδας
κι αίφνης εφωταγωγήθη ο εγκέφαλός του
καθώς εκολυμπούσε στο σάλιο του Διονύσου.

Επιτέλους λοιπόν δικαιώθηκε
που τόσα χρόνια προπονήθηκε
για να γίνει ολάκερος ακοή
τον κόσμο να νιώσει

-και ήταν η εποχή της στάχτης
και του κράτους της όσφρησης
ή αλλιώς του φόβου.


«Κι όμως άδειο σακί που στέκεται Όρθιο
Ό,τι χώρεσε τις λεπτομέρειες της Άνοιξης»



Βάγια Κάλφα


Τα πάντα αποτελούν δυνάμει ερεθίσματα. Ειδικά σήμερα, είναι τόσες οι πληροφορίες και αντίστοιχα οι ανησυχίες πάνω σε αυτές που συχνά βραχυκυκλώνεται κανείς. Αν μπορούσα να το πω με τρόπο που να μην με περιορίζει -και με δεδομένο ότι συχνά μού δείχνουν τα ποιήματα τι είναι αυτό που βαραίνει περισσότερο μέσα μου- θα έλεγα ότι με ενδιαφέρει ο άνθρωπος και ό,τι υπονομεύει την αξιοπρέπειά του μέσα στον κόσμο, από τον ίδιο του τον εαυτό μέχρι τους άλλους.

Σήμερα σε γενικές γραμμές -και μέχρι τώρα τουλάχιστον- νομίζω πως δεν υπάρχει ομάδα νέων λογοτεχνών με σαφείς, κοινούς στόχους και εκφραστικά μέσα, όχι με κάποιο μανιφέστο τουλάχιστον που να τοποθετεί ρητά σε ένα ρεύμα. Σε καμία περίπτωση δηλαδή δε βλέπω να γίνεται κάτι αντίστοιχο, για παράδειγμα, με το κίνημα του υπερρεαλισμού που συσπείρωσε συγγραφείς και καλλιτέχνες με κοινούς τρόπους έκφρασης. Έχω την αίσθηση πως μπορούμε να μιλάμε για γενιά με βιολογικούς όρους -και με την έννοια ότι έχουμε κάποιες κοινές προσλαμβάνουσες- από εκεί και πέρα νομίζω ότι -ίσως και λόγω της διασποράς- έχουμε περάσει στην εποχή της μονάδας και φαίνεται αυτό και στην ποίηση. Για την ποίηση, ειδικά, το θεωρώ πλεονέκτημα. Βρίσκω πολύ γοητευτική την πολυφωνία, σε αναγκάζει να βρεις τη φωνή σου για να υπάρξεις. Εννοώ πως από τη στιγμή που κάποιος ήδη γράφει με έναν τρόπο πριν από σένα (λόγου χάριν γράφει σονέτα ή επιστρέφει στο παραδοσιακό μέτρο γενικότερα, χρησιμοποιεί τη γλώσσα της τηλεόρασης και των social media ως μέσο παρωδίας, είναι κοινωνικά προσανατολισμένος ή έχει ένα σαφές φιλοσοφικό υπόβαθρο) και το κάνει καλά σε βάζει να σκεφτείς διπλά και τριπλά γιατί να μπεις και εσύ στη διαδικασία να το κάνεις με τον ίδιο τρόπο, να δεις πού βρίσκεσαι κι εσύ σε σχέση με αυτό, αν είσαι στον απόηχο της φωνής του και πώς μπορείς να έρθεις στον αντίποδα σοβαρά ή να το πας παραπέρα.

Αγαπώ πολλούς ποιητές και σίγουρα ξεχωρίζω κάποια ποιήματα. Σταθερά ξεχωρίζω τον Bukowski, την Coleman, τον Parra. Επίσης τη Symborska, τον Transtromer, τον Larkin. Από τους Έλληνες, τον Καβάφη, τον Καρυωτάκη, τον Γιώργο Ιωάννου, τον Αναγνωστάκη, τον Λειβαδίτη, τον Λάσκαρη, τη Γώγου, τον Χριστιανόπουλο, τον Χιόνη και κάποιους ακόμα που αυτή τη στιγμή μου διαφεύγουν. Περισσότερο κοντά, όμως, στη θεματική και στην εικονοποιία με βρίσκω με σύγχρονους ζωγράφους και γλύπτες του -ας το πούμε σε πολύ χοντρές γραμμές- αστικού ρεαλισμού, όπως τους: Tetsuya Ishida, Laurie Lipton, Thomas Saliot, Yanne Kintgen, Andrea Anghel.

Πρόθεση ανανέωσης πάντα υπάρχει. Αν αισθάνεσαι ότι όλα έχουν ειπωθεί με τον τρόπο που θα έπρεπε να έχουν ειπωθεί, αν νιώθεις δηλαδή καλυμμένος, δεν υπάρχει λόγος να δημοσιεύσεις. Πειραματίζομαι με τρόπους, θέματα, τη μορφή. Αν νιώσω πως κάτι όντως αξίζει και δε γίνεται απλά για να γίνει θα το δημοσιεύσω. Σε κάθε περίπτωση σε οδηγεί το ίδιο ποίημα.

Το Ίντερνετ είναι ένα μέσο που μπορεί να φέρει την ποίηση στην οθόνη του καθενός, να την κάνει προσβάσιμη, πράγμα σπουδαίο, ειδικά μέσα στην κρίση. Δεν το βρίσκω καθόλου κακό που δημοσιεύουν εκεί όλο και περισσότεροι. Ίσως χρειαστεί περισσότερος χρόνος κι εξάσκηση στο να ξεχωρίσεις αυτά που σου ταιριάζουν, παρ' όλα αυτά θεωρώ πως αυτό που είναι να μείνει θα μείνει. Προσωπικά, έχω ξεχωρίσει κάποιες σελίδες και κάποια ιστολόγια και τα παρακολουθώ, κάποιες φορές δημοσιεύω. Δε θα πάρω, όμως, μέρος σε φόρουμ, συχνά αναλώνεται κανείς σε διαφωνίες για χάρη της διαφωνίας, πράγμα χρονοβόρο και ψυχοφθόρο.

Νομίζω πως δε μου ταιριάζει -μέχρι τώρα τουλάχιστον- η λογική της λογοτεχνικής παρέας, έτσι κι αλλιώς, οπότε δεν την αναζητώ ούτε διαδικτυακά. Προτιμώ κάτι λιγότερο δεσμευτικό, στην περίπτωση του φέισμπουκ, να δω μία ανάρτηση ενός ποιήματος, μία νέα κυκλοφορία, μία εκδήλωση, έναν νέο καλλιτέχνη που προτείνει ένας ηλεκτρονικός φίλος, αλλά μέχρι εκεί.

Η ποίηση σήμερα έχει πετάξει από το λεξιλόγιό της το βαρύγδουπο, τα περιττά στολίδια και τις εξιδανικεύσεις που την έκαναν να μοιάζει καθηλωμένη στον κόσμο της κι εξωπραγματική. Βρίσκεται μακριά από τον αισθητισμό και στο ρομαντισμό δίνει ένα νέο περιεχόμενο. Κι ο λυρισμός της είναι κρατημένος, δοκιμάζεται από το σύγχρονο λεξιλόγιο της τεχνολογίας, των ειδήσεων. Και καθώς περνάει στα χέρια των νεότερων φέρει τις αναζητήσεις, τη φόρμα, τις εικόνες και τη γλώσσα της εποχής που αμφιβάλλει και ζητά διαφάνεια. Επιπλέον, κάτι που δείχνει αυτό το άνοιγμα είναι ότι αυτοί που γράφουν και διαβάζουν είναι πολύ περισσότεροι από όσους θα θέλαμε- ή δε θα θέλαμε. Η ποίηση έχει ανοίξει, με τη βοήθεια του διαδικτύου, τις βιβλιοπαρουσιάσεις, τα φεστιβάλ, τις συνεντεύξεις των ποιητών και ο ποιητής έχω την αίσθηση πως αντιμετωπίζεται πια ως λιγότερο εξωγήινος.

Βιογραφικό: Η Βάγια Κάλφα γεννήθηκε στην Αλεξανδρούπολη, το 1984. Σπούδασε Ελληνική Φιλολογία στην Κομοτηνή και το Μπέρμιγχαμ. Σπουδάζει Φιλοσοφία στο Ρέθυμνο. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές Απλά Πράγματα (Γαβριηλίδης 2012) και Ληθόστρωτο (Εκάτη 2013).

Ποιήματα: Βυθός χωρίς πιάνο / Απογευματινό μαγκαζίνο                                     
                                                                                                                    
                                                                                      
Βυθός χωρίς πιάνο
  
 Μετά την πρόσκρουση
 Άφαντος ο πατέρας
Ακρωτηριασμένη η μητέρα
-ο παπάς αγιάζει
τα ύδατα-
Κι ο αδερφός
με τα τεράστια μάτια του
πάντα ανοιχτά
βυθίζεται αργά
  
 Ανεβάζοντας
τη στάθμη του ποιήματος

Έτσι είναι οι θάλασσες
έλεγαν
Μη φοβάστε
Και προπάντων
μη μιλάτε γι αυτό
παραέξω


Στη μέση του δείπνου
σηκώνονταν κύματα
πελώρια κύματα
απ’ όλες τις πλευρές
- κρατιόμασταν-

κι όλα
γκρεμίζονταν
Το τραπέζι
τα σερβίτσια
σωριάζονταν
Ποτήρια
ανάποδα στο χώμα
Βούλιαζαν
οι καρέκλες
Κι εμείς
μέσα από καρχαρίες
μαχαίρια και φύκια ανεβαίναμε
μπλεγμένοι στο τραπεζομάντηλο

μούσκεμα μες
στις σαλάτες
που έπλεαν ψηλά

Απόψε έχει μπουρίνι
Να μας συγχωρείτε- ας το κανονίσουμε
αύριο
Ή ίσως μία άλλη φορά

Θα ενημερωθείτε σχετικά
στο δελτίο


Απογευματινό μαγκαζίνο
      "με πυροβόλησαν".

Κάθε απόγευμα
ίδια ώρα
ο μικρός ρεπόρτερ
στην οθόνη σου
Προσπαθούσε
κάτι να πει
-στόμα στον ήχο
ασυγχρόνιστο-

Νέα των stars, μυστικά ομορφιάς
ο νικητής της Eurovision

-ο μικρός ρεπόρτερ
μέσα σε όλα-

Κι όμως, κάθε τόσο
γύριζε και κοίταζε
επίμονα πίσω
κλείνοντας τ' αφτιά του
σαν σ' έκρηξη- αγωνιώδη νεύματα

απόπειρες κραυγής στα κενά

Στο σημείο αυτό μαύριζαν όλα
κι έπεφτε τ' όνομα
του μεγάλου καναλιού  


                           
Γιώργος Στεργιόπουλος

Έχω αρχίσει να πιστεύω πως δεν επιλέγει ο συγγραφέας τα θέματα και τους συμβολισμούς που θα  χρησιμοποιήσει στους στίχους του. Καλύτερα, θα ‘λεγε κανείς πως είναι η θεματολογία αυτή που σε επιλέγει. Η υπερβολή έρχεται και στρογγυλοκάθεται στο χαρτί εντελώς αντιδημοκρατικά: Είναι ο συγκερασμός των εμπειριών, των γεγονότων και της ζωής του εκάστοτε ανθρώπου. Παραδείγματος χάριν, συχνά στους στίχους χρησιμοποιώ τον Θεό ως σύμβολο. Τις περισσότερες φορές, αυτό που θέλω να πω δεν έχει θρησκευτική υφή. Απλά το σύμβολο του Θεού είναι αρκετά δυνατό για να εκφράσει το μέγεθος του νοήματος που θέλω να μεταφέρω (όπως π.χ. στο ποίημα «Θα σε ξανασταυρώσω» από “την διάβολο”. Δεν έχει θρησκευτικό χαρακτήρα. Αναφέρομαι στους ανθρώπους που μας πληγώνουν κι εμείς τους συγχωρούμε).

Κάθε δημιουργός είναι ο συγκερασμός των εμπειριών και των γεγονότων που βίωσε, διυλισμένα μέσα από τον προσωπικό του χαρακτήρα που κι αυτός αμφίδρομα διαμορφώνεται καθώς διαμορφώνει. Τούτο ισχύει για όλους. Παρόλα αυτά, στο ίδιο καζάνι βράζουμε. Έχουμε κοινά ερεθίσματα, ζούμε στην ίδια κοινωνία και βιώνουμε παρόμοια προβλήματα. Ως εκ τούτου, είναι λογικό να έχουμε κοινά σημεία που μας ομαδοποιούν, τουλάχιστον όσων αφορά την θεματολογία και τα μηνύματά που κοινωνούμε. Σε επίπεδο τεχνικής, τα πράγματα είναι πιο υποκειμενικά. Ο καθένας πιστεύω ακολουθεί μια ελεύθερη δομή την οποία ντύνει με στοιχεία και τεχνικές που του ταιριάζουν. Εξάλλου, ο μεταμοντερνισμός έχει αλλεργία στις ρητές δομές δημιουργίας… Οπότε βουτάς, κι όπου σε βγάλει το κύμα.

Παρά τα κοινά βιώματα και ερεθίσματα, η επιρροή του παρελθόντος είναι (και πρέπει να παραμένει) εμφανής. Προσωπικά, ασπάζομαι την ρήση πως «παρθενογένεση στην τέχνη, δεν υπάρχει». Ώρες-ώρες νιώθω περισσότερο ένα κολλάζ συγγραφέων παρά μια αυτάρκης φωνή: Baudelaire, Poe, Eliot, Rilke, Pessoa, Rimbaud, Yeats είναι ίσως οι σημαντικότεροι για μένα. Έλληνες ποιητές που με επηρέασαν, είναι σίγουρα οι Σεφέρης, Καβάφης, Ελύτης, Δημουλά, Λειβαδίτης, Καρυωτάκης. Αλλά είναι και τόσοι άλλοι: Βούδας, Νietzsche, Hesse, Kafka και πάει λέγοντας.  Εν τέλει, ίσως είμαστε αυτό: Η κόλλα που ενώνει όλα εκείνα που αγαπάμε και μας έχουν σημαδέψει. Χωρίς αυτό να σημαίνει πως, το τελικό αποτέλεσμα, δεν έχει κάτι κι από μας. Όπου βάλεις την ψυχή σου, σίγουρα αφήνει κατάλοιπα.

Η ανανέωσης της ποιητικής έκφρασης έρχεται, θαρρώ, από την επίδραση του σύγχρονου πάνω στο αιώνιο. Η σύγχρονη πραγματικότητα είναι αναγκαία, αλλά όχι ικανή συνθήκη από μόνη της. Ο Baudelaire έγραψε κάποτε πως «το ωραίο αποτελείται από ένα στοιχείο αιώνιο, αμετάβλητο, και από ένα στοιχείο περιστασιακό, η εποχή, η μόδα, η ηθική. Χωρίς το δεύτερο, το πρώτο θα ήταν δύσπεπτο».  Προσωπικά, αν πειραματίζομαι στην γραφή μου, δεν το κάνω εν γνώσει μου. Με ενδιαφέρει περισσότερο να αποτυπώσω την σκέψη με τρόπο τέτοιο ώστε να μεταφέρεται όσο το δυνατόν πιο παραστατική και αυτούσια στον αναγνώστη. Τα υπόλοιπα για μένα είναι δευτερεύοντα.

Όσων αφορά τα μέσα «μεταφοράς» της ποίησης, το διαδίκτυο –και κατ’ επέκταση όλοι οι ιστότοποι των social media-- αποτελούν τον πλέον εύκολο τρόπο για να «δημοσιεύει» κανείς ποίηση --ή οτιδήποτε άλλο κατ’ επέκταση. Σημαντικό είναι να σημειωθεί εδώ, βέβαια, πως το διαδίκτυο είναι ένα εργαλείο, ίσως ακόμα κι αγαθό. Όπως όλα τα εργαλεία, το θέμα είναι πώς το χρησιμοποιεί κανείς. Πρόκειται για θάλασσα. Μέσα της, μπορεί κανείς να βρει μαργαριτάρια, μπορεί να βρει και σκουπίδια. Το θέμα είναι να είναι κανείς επιλεκτικός στις παραλίες του. Η μεγαλύτερη κίνηση άρθρων παγκοσμίως γίνεται πλέον μέσω social media όπως το Facebook. Εξάλλου, τι ήταν στην ουσία τα λογοτεχνικά στέκια; Προσπάθεια ανταλλαγής γνώσης. Το πρόβλημα που εισάγει το διαδίκτυο δεν είναι η ευκολία δημοσίευσης. Έγκειται στην αποξένωση. Καμία διαδικτυακή επαφή δεν μπορεί να αντικαταστήσει πλήρως το «δια ζώσης». Έχει άλλη μαγεία να βλέπεις τα μάτια του συνομιλητή σου όταν μιλά για κάτι που αγαπά.

Το μεγάλο όφελος της επικοινωνιακής έκρηξης είναι πώς θα λύσει την «παρεξήγηση» που επικρατεί γύρω από την ποίηση. Η ποίηση δεν ήταν κρυμμένη, εξ’ αρχής. Παρεξηγημένη ήταν. Τι είναι ποίηση; Όταν βγαίνεις το πρωί και κοιτάς τον ήλιο που ανατέλλει, αυτό δεν είναι ποίηση; Η μουσική δεν είναι ποίηση; Ένα χαμόγελο δεν είναι ποίηση; Ο Παβέζε έλεγε πως «η ποίηση αρχίζει όταν κάποιος χαζός πει ότι η θάλασσα σήμερα είναι λάδι». Η συγγραφή ποίησης είναι απλά μια έκφανση της συναισθηματικής έκφρασης. Η λέξη «ποίηση» θα μπορούσε κάλλιστα ν’ αποτελεί, εννοιολογικά, ένα επίθετο της ελληνικής γλώσσας κι όχι ένα ουσιαστικό, ν’ αναγνωρίζουμε δηλαδή την ποίηση στα αντικείμενα, όπως λέμε εκείνο είναι όμορφο, ή το άλλο είναι μικρό, ή εκείνο είναι λαμπερό. Με τον ίδιο τρόπο να λέμε: «Ετούτο είναι ποίηση». Η ποίηση ήταν πάντα εδώ, εκτεθειμένη. Ο κόσμος την βλέπει ως κάτι ξύλινο και απαρχαιωμένο που πρέπει να κρύβεται στα σαλόνια και στις κρύπτες. Και είναι χρέος όλων μας να αλλάξει αυτή η αντίληψη, έναν-έναν άνθρωπο τη φορά.

Βιογραφικό: Ο Γιώργος Στεργιόπουλος γεννήθηκε στον Χολαργό Αττικής (1985). Έχει ολοκληρώσει σπουδές Θεωρίας και Αρμονίας της Μουσικής (Δημοτικό Ωδείο, 2000). Έχει πτυχίο Επιστήμης των Υπολογιστών (Πανεπιστήμιο Πειραιά, 2008), M.Sc. Πληροφοριακών Συστημάτων (Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, 2011) και είναι Υποψήφιος Διδάκτορας στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Είναι συγγραφέας των: "Κατά Χρόνον Ευαγγέλιο" (2012, Οι Εκδόσεις των Φίλων), "Η διάβολος" (2011, Οι Εκδόσεις των Φίλων, Β' βραβείο 32ου Συμποσίου Ποίησης). Ήταν υποψήφιος των Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας 2011, κατηγορία Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα. Ποιήματα και άρθρα του έχουν δημοσιευθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά.

Ποιήματα: Τριών, τεσσάρων πέντε ετών / Ο γείτονας    


Τριών, τεσσάρων πέντε ετών

Υπήρξαν! Πώς! Υπήρξαν ηλικίες
που μετρούσαμε στα δάχτυλα:
Τριών, τεσσάρων, πέντε ετών.
Κι ο αιτών, τριών,
τεσσάρων, πέντε φιλιών. Μία, δύο οι λύπες.
Αναμνήσεις που χωρούσαν στο ένα χέρι --το άλλο,
το ‘χαμε ακόμη για να πιάνουμε ζωή.

Τώρα πια, ούτε λόγος. Κι οι γηραιότεροι
σαν ζητιάνοι πλησιάζουν:
«δάνεισέ μου το χέρι σου,
όσα δάχτυλα έχετε ευχαρίστηση».

Τι έμαθες, λοιπόν; Ψεύδεται το παρόν,
μαζί κι εσύ.
Κι η ευτυχία, τίποτε άλλο,
παρά οι μικρές παύσεις, οι εκκωφαντικές
σφηνωμένες, αναπάντεχα, καταμεσής στη μουσική.


Ο γείτονας

Βγήκε έξω πάλι ο γείτονας, σκουπίζει
την βεράντα ∙ μιαν αντίρρηση
στον χρόνο. Η σκόνη στροβιλίζεται
κι απαλά, πάνω της, κάθεται ξανά.
Στην κουζίνα, άπλυτα πιάτα,
της ζωής σημερινή σοδειά.

Η επανάληψη τον γέρασε.
Δυο ετών άνθρωπος. Αγάπη το ένα
κι ένα ακόμη θάνατος.


Μέσα πάλι ο γείτονας, σκουπίζει
την ζωή του. Οι αναμνήσεις στροβιλίζονται
και απαλά, πάνω του, κάθονται ξανά.
Στα μάτια, άπλυτες ημέρες,
ζωής στερνή σοδειά.

Δυο ετών άνθρωπος. Αγάπη το ένα
κι ένα ακόμη θάνατος.
Τριών, ποτέ.

                        

Εκτύπωση του άρθρου