Εκτύπωση του άρθρου

ΠΟΛΥ ΜΑΜΑΚΑΚΗ

 

        

 

                                  



Όταν η πράξη γίνεται ποίημα

με αφορμή τη φετινή εκδήλωση της Εταιρείας Μελέτης Πολιτισμικής Ετερότητας και του Δήμου της Αθήνας με τίτλο «ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΤΡΕΛΑ»

 

Είχα στο μυαλό μου βεβαίως τους στίχους του Γιώργου Μακρή «Είμαστε εμείς οι ονειροπαρμένοι τρελοί της γης / με τη φλογισμένη καρδιά και τα έξαλλα μάτια.» και ήξερα πως δεν είμαστε πολλοί και πως δεν μας διαβάζει σχεδόν κανένας. Υιοθετώ την ενωτική αντωνυμία «μας» προφανώς εντάσσοντας και τον εαυτό μου σε αυτή τη μειονότητα του ποιητικού βιώματος που βρίθει από πάθη, εμμονές, αγεφύρωτες δομές, ανεξίτηλες οριακές καταστάσεις, εκείνες που πασχίζουν να νοηματοδοτήσουν τη λευκή σελίδα της «εχέφρονής» μας πραγματικότητας, άλλως να διατυπώσουν ή να διασώσουν μια μικρή λεπτομέρεια μέσα σε αυτήν, εννοώντας το ποίημα–απόσταγμα του παραλογισμού τον οποίο δεν παύουμε να εντοπίζουμε στις ανθρώπινες σχέσεις, στην πολιτική, στην αδικία της ανισότητας, στο δράμα του εκφυλισμού των αξιών, στον ετσιθελισμό της ασθένειας, στο ανεπιστρεπτί του πολέμου, στο ύστατο βογκητό του θανάτου, στην ατέλειωτη δηλαδή ιστορία–διαδρομή ενός και του αυτού κόσμου.

Ο φόβος άλλωστε για το άγνωστο, πάντα παρών, είναι ο ίδιος με τον φόβο απέναντι στην τρέλα ως απόλυτη ετερότητα, γι’ αυτό και τόσος δισταγμός στη χρήση της κυριολεκτικής σημασίας του όρου, που προτιμούμε να αντιλαμβανόμαστε μεταφορικά, ήτοι ως ένδειξη πάθους στον έρωτα, ως υπερβολικό μέγεθος της ορμής, ως ακατανόητο περιεχόμενο μιας δαιδαλώδους κατάστασης, ως κάτι το αντικειμενικά αδύνατο να συμβεί ή ως κάτι το όμορφο χαριτολογώντας.

Ενόψει του λουκέτου που, ελλείψει οικονομικών πόρων συντήρησης, επίκειται την 30.06.2014 στα δημόσια ψυχιατρεία της χώρας, η φετινή εκδήλωση της Ε.Μ.Π.Ε. μέσα σε χρονικό διάστημα 26 ημερών κατόρθωσε να στεγάσει, για πρώτη φορά στην Ελλάδα, το σύνολο των Τεχνών σε μια συνομιλία μεταξύ υγιών και «μη φυσιολογικών» καλλιτεχνών, παρέχοντας σε όλους ισότιμο το δικαίωμα του λόγου και αναδεικνύοντας εξίσου αξιόλογα έργα και από τις δύο πλευρές. Εάν η Art Brut (= ωμή τέχνη) που γεννήθηκε στα μέσα του 20ου αιώνα χαρακτηρίστηκε ως «η τέχνη του περιθωρίου», σήμερα δεν έχει παρά να αποδείξει πως άνθρωποι με την κυριολεκτική σημασία του όρου «τρελοί» που είναι μαθημένοι να απολογούνται στο κοινό για το κακό του κόσμου, έχουν ωστόσο «να προσφέρουν χέρια επιδέξια» κατά τον στίχο του Χαίλντερλιν. Παρακολούθησα δύο εξ αυτών των «μη φυσιολογικών» καλλιτεχνών στη συνέντευξη τύπου που δόθηκε κατά την έναρξη της εκδήλωσης. Μου έκανε εντύπωση ότι προείχε για τους ίδιους να εξηγήσουν, με μια πολύ απλή πλην όμως σαφέστατη διατύπωση, πως ήταν καλά παιδιά και μετά αρρώστησαν, ταυτίζοντας υποσυνείδητα τη φύση της ασθένειάς τους με το κακό, όπως και οι περισσότεροι από μας φαντάζομαι, και ότι η αιτία της πάθησής τους είναι συχνά κληρονομική, έχοντας την ανάγκη να αμβλύνουν το βάρος των ενοχών τους, αλλά και να συνδεθούν με την υπόλοιπη κοινωνία που εμμένει να τους περιθωριοποιεί. Η αναφορά τους στο έργο τους έγινε σε δεύτερο χρόνο, μόνο αφού ερωτήθηκαν σχετικά αλλά και με ιδιαίτερη συστολή και ταπεινότητα. Έκδηλη ωστόσο στα λόγια τους υπήρξε η υπεύθυνη αντιμετώπιση της τέχνης τους την οποία χαρακτήρισαν μάλιστα όχι μόνο ως πολύ ευχάριστη απασχόληση αλλά και ως δουλειά, υπενθυμίζοντάς μας στο σημείο αυτό ότι έχουν απόλυτη συναίσθηση της προσπάθειας, αφού ήδη η ψυχιατρική εμπειρία τους είναι μια εξαιρετικά δύσκολη, όπως μας τόνισαν, δοκιμασία. Θέλοντας να αναφερθούν στους λοιπούς καλλιτέχνες της εκδήλωσης χρησιμοποίησαν τον όρο «ο άλλος κόσμος».

Η τέχνη ως έκφραση ανθρώπινου ψυχισμού και κοινωνικής αλήθειας έχει κοινή καταγωγή και δεν παύει να είναι λόγος, ο άλλος λόγος, εκείνος που μας στερείται ενδεχομένως στους περισσότερους τομείς της εν γένει καθημερινότητας. Έτσι, παρατηρώντας λ.χ. τα ζωγραφικά έργα των τρελών – ας τους λέμε απενοχοποιημένα πλέον με το όνομά τους – που έλαβαν μέρος στην εικαστική έκθεση, μας δόθηκε η ευκαιρία να διαπιστώσουμε ότι οραματίζονται τη φύση, τα ζώα, τα χρώματα, τη συμμετρία της έξωθεν κανονικής ζωής σε κάποιο ειρηνικό τοπίο. Αντιθέτως οι υγιείς προσεγγίζουν το χώρο της τρέλας με τρόμο, σκιές, σκούρα απειλητικά και δυσοίωνα χρώματα. Η κάθε πλευρά προσπαθεί να προσεγγίσει την άλλη, όπως ακριβώς – ασυνειδήτως ή στερεοτυπικά ή από κάποια μερική εμπειρία – τη φαντάζεται. Ενώ, και στις δύο περιπτώσεις, το μάτι ως σύμβολο που επαναλαμβάνεται, δηλώνει την ψυχή, τον Θεό, το δίκαιο.

Μετά από πρόσκληση του ιδρυτή της Ε.Μ.Π.Ε. Φώτη Καγγελάρη συμμετείχα στην οργάνωση και την εκτέλεση δύο ποιητικών δράσεων ανοιχτού χώρου, στην πλατεία Αγίας Ειρήνης και στο Αττικό μετρό, όπου μια μικρή ομάδα ποιητών με μόνο κοινό τους φίλους μας και τον ανύποπτο κόσμο των περαστικών απαγγείλαμε στίχους αγαπημένων μας ποιητών που κάποτε νοσηλεύθηκαν ή που έγραψαν σχετικά με την τρέλα. Το εγχείρημα δεν ήταν εύκολο. Κάποιοι δίστασαν να ακολουθήσουν, κάποιοι ενθουσιάστηκαν με την ιδέα από την πρώτη στιγμή. Το ένα δρώμενο στήθηκε μέσα στη βουή της πολυσύχναστης πλατείας που όλοι συνδέουμε με τις βραδινές βόλτες μας και τις πρωινές αγορές μας, το άλλο μέσα στην τακτική διαδρομή του μετρό από το Σύνταγμα στον Κεραμεικό όπου ανέκφραστοι άνθρωποι πηγαινοέρχονται μηχανικά στους προορισμούς τους. Η ειδοποιός διαφορά στην επιλογή αυτών των άβολων, αν μη τι άλλο, για άρτιες ποιητικές αναγνώσεις δημοσίων χώρων, έγκειται στο ότι ελάχιστα μας ενδιέφερε ο θόρυβος και η ακουστική στο συγκεκριμένο εγχείρημα, άλλως προείχε για μας η εμφανής ποιητική πράξη και δηλωμένη ιδέα, δευτερευόντως δε το αισθητικό αποτέλεσμα. Η δυσχέρεια μάλιστα της όλης συνθήκης στάθηκε μάλλον δελεαστική παρά αποθαρρυντική, αφού στόχος μας ήταν ακριβώς η διατάραξη της καθημερινότητας, το ξεβόλεμα από την κανονικότητα και το τετριμμένο, η ανατροπή του καθεστώτος της άγνοιας, η άλλη όψη της τέχνης, το εγγενές παράδοξο αυτής, η ενσάρκωση της δράσης σε ζωντανό ποίημα. Σε μια εποχή ομολογουμένως ηχηρού εγωτισμού που αποπροσανατολίζει τους στόχους της δημιουργίας, η ευαισθητοποίηση σε αυτό το συλλογικό πείραμα για την προσέγγιση της διαφορετικότητας γύρω μας, αλλά και μέσα μας, μετουσίωσε ένα ωφέλιμο σε κάθε περίπτωση μήνυμα, διότι αν «ο τρελός» ακούγεται ως το πιο μακρινό σε μας παράδειγμα ετερότητας, το να κατορθώσουμε να ακούσουμε τον πλησίον μας είναι μια άσκηση που μπορούμε να κάνουμε όλοι. Εξάλλου, «Η μόνη διαφορά ανάμεσα σε μένα και έναν τρελό είναι ότι εγώ δεν είμαι τρελός.» δήλωσε κάποτε ο Νταλί με αφοπλιστική βεβαιότητα.

[Πόλυ Μαμακάκη, Οκτώβριος 2014]
Εκτύπωση του άρθρου