Εκτύπωση του άρθρου


Σε μία πρόσφατη ανάγνωση της βιβλικής Γενέσεως στην αγγλική μετάφραση του Ρόμπερτ Άλτερ,[1] έπεσα πάνω στην επαναλαμβανόμενη λέξη “game” «παιχνίδι» ως συνώνυμο των λέξεων «κυνήγι», «θήραμα», «τροφείο», «τροφή», «μαγειρεμένο φαγητό», “έδεσμα” (κ.α.) στo χωρίο με τη σκηνή της συνομιλίας μεταξύ του Ισαάκ και του πρωτότοκου γιου του Ισαυ ως προϋπόθεση της απαραίτητης πατρικής ευλογίας του, αλλά και στην αντίστοιχη σκηνή της συνομιλίας της Ρεβέκκας με τον Ιακώβ, όπου στήνεται η μηχανορραφία της κλοπής των πρωτοτοκίων εις βάρος του Ισαυ. Ομολογώ ότι αυτή η συνεχής μετακύλιση του νοήματος της λέξης «παιχνίδι» στην προσπάθειά μου να αποδώσω τη λέξη “game” ή “savory game” ή “venison”[2] στην ελληνική, όχι μόνο με ξάφνιασε ευχάριστα αλλά λειτούργησε και σαν «κεραυνός εν αιθρία» για μένα, αφού μου άνοιξε ένα εντελώς καινούργιο ερμηνευτικό πεδίο στο τόσο προσφιλές μου αντικείμενο της ποιητικής του παιχνιδιού (Ludics)[3]. Παράλληλα, ήταν σαν να έμπαινα στην κυριολεξία σε ένα παιχνίδι ανάλογο με το κυνήγι του θησαυρού στην προσπάθειά μου να προσδώσω στη λέξη “game” την πλέον κατάλληλη σημασία και εκεί ήταν που η μετωνυμία --καθώς και η μεταφραστική περιπέτεια-- μπήκαν στο δικό μου «παιχνίδι», ανατρέχοντας και αντιπαραβάλλοντας διάφορες παραλλαγές του επίμαχου χωρίου για τα πρωτοτόκια, συμπεριλαμβανομένης και μιάς Αγγλο-Εβραϊκής μετάφρασης[4], όπου χρησιμοποιείται ο όρος «venison»,[5] που σημαίνει σάρκα άγριου ζώου ή ελαφιού που χρησιμοποιείται για έδεσμα ή αλλιώς, το θήραμα.

Νά’μαι λοιπόν τώρα σκεπτόμενη τον όρο «παιχνίδι» ή «παίγνιο» με τους όρους του κυνηγιού ή θηράματος που μου χάρισε ο Ισαάκ χάρη στην τόσο μεγάλη του επιθυμία να γευτεί το θήραμα του πρωτότοκου υιού του, στέλνοντάς με στις ρίζες του όρου «παιχνίδι», τότε που το παιχνίδι ήταν συνώνυμο της ανάγκης επιβίωσης και κατ’επέκτασιν, της μηχανορραφίας για την επίτευξη κάποιου σκοπού, ιδίως αθέμιτου ή παράνομου. Ας πάμε λοιπόν να δούμε στο σημείο αυτό πώς εκτυλίσσεται η συνομιλία μεταξύ του Ισαάκ και του Ισαυ στο κεφάλαιο 27.3-4[6]:  

νῦν οὖν λαβὲ τὸ σκεῦός σου, τήν τε φαρέτραν καὶ τὸ τόξον, καὶ ἔξελθε εἰς τὸ πεδίον καὶ θήρευσόν μοι θήραν καὶ ποίησόν μοι ἐδέσματα, ὡς φιλῶ ἐγώ, καὶ ἔνεγκέ μοι, ἵνα φάγω, ὅπως εὐλογήσῃ σε ἡ ψυχή μου πρὶν ἀποθανεῖν με.

Καθώς ολοκληρώνω την ανάγνωση αυτού του χωρίου δεν μπορώ παρά να θυμηθώ τον συγγραφέα του Ηomo Ludens[7] Johan Huizinga, ο οποίος το 1938 τόνισε ότι ο πολιτισμός γεννιέται και εκτυλίσσεται ως παιχνίδι και ότι το παιχνίδι σε οποιαδήποτε μορφή του είναι «σημαντικό». Πιο πολύ όμως και από αυτή την παρατήρηση, η ταξινόμηση του παιχνιδιού κατά τον Γάλλο κοινωνιολόγο Roger Callois στην πολύ σημαντική μελέτη του Les jeux et les hommes,[8] η οποία βασίζεται στη μελέτη Ηomo Ludens, μου φαίνεται ότι μπορεί να εφαρμοστεί άριστα στο συγκεκριμένο χωρίο. Σύμφωνα με τον Callois, το παιχνίδι διακρίνεται στις εξής τέσσερις κατηγορίες, ανάλογα με το στοιχείο που υπερέχει στο παιχνίδι κάθε φορά: αγών (ανταγωνισμός), αλέα (τύχη), μίμηση (θεατρικότητα) και ίλινξ (ίλιγγος, ζάλη), ενώ όλα τους περιστρέφονται γύρω από δύο πόλους, εκείνον του ελεύθερου παιχνιδιού ή αυτοσχεδιασμού (παιδιά) και τον άλλο της προμελέτης με αυστηρούς κανόνες (ludus).

Αν ξαναδιαβάσουμε προσεκτικά τη βιβλική σκηνή των πρωτοτοκίων, θα δούμε ότι σταδιακά εμπλέκονται τέσσερις παίκτες (Ο Ισαάκ, ο Ισαυ, η Ρεβέκκα και ο Ιακώβ) αλλά το παιχνίδι λαμβάνει χώρα πάντα μεταξύ δύο παικτών/ζευγαριών/ομάδων σε συνεχόμενους γύρους (Ισαάκ-Ισαυ/Ρεβέκκα-Ιακώβ/Ισαάκ-Ιακώβ/Ισαάκ-Ισαυ) ενώ αποκαλύπτεται ότι έχει προηγηθεί και ένας άλλος ήδη γύρος μεταξύ του Ισαυ και του Ιακώβ. Είναι προφανές ότι σε αυτή την μη συνηθισμένη μέρα ή αλλιώς την εξαιρετική ημέρα (γιατί το παιχνίδι εκτυλίσσεται πάντα σε εξαιρετικές συνθήκες ή δημιουργεί εξαιρετικές συνθήκες) παραδόξως όλες οι κατηγορίες του παιχνιδιού συνυπάρχουν -- σε διαφορετικό βαθμό βέβαια-- ενώ όλες τους κυμαίνονται μεταξύ του ελεύθερου παιχνιδιού και των προμελετημένων, αυστηρών κανόνων, ενώ οι παίκτες που κινούνται με βάση τους αυστηρούς κανόνες κερδίζουν (Ιακώβ-Ρεβέκκα). Πού λοιπόν βρίσκονται ο αγών, η αλέα, η μίμηση και ο ίλινξ στη σκηνή της ευλογίας του Ισαάκ;

Ο αγών είναι προφανής στον ανταγωνισμό των δύο αδερφών (και των συμμάχων τους γονέων αντίστοιχα) για την κατάκτηση της πατρικής ευλογίας. Είναι όμως και λανθάνων στο κυνήγι του Ισαυ μεταξύ του ίδιου ως κυνηγού και του τυχαίου θηράματός του/τροφείου/λάφυρού του που κατά κάποιο τρόπο αποτελεί τον αρχικό σκοπό ή την εξαιρετική ευκαιρία για την οποία και το όλο σκηνικό/παιχνίδι στήνεται από τη στιγμή που ο Ισαάκ παραγγέλνει στον Ισαυ να του φέρει το αγαπημένο του κυνήγι. Ρίχνεται λοιπόν και ο Ισαυ στη συνηθισμένη του ενασχόληση με μεγαλύτερο κίνητρο πλέον τώρα, καθώς γίνεται ο ίδιος ο ανταγωνιστής του εαυτού σε σχέση με τις προηγούμενες φορές που ήταν ένας συνηθισμένος κυνηγός που έφερε το έδεσμα της ημέρας στην οικογένεια, πολύ περισσότερο τώρα που ο πατέρας του είναι έτοιμος να ξεψυχήσει. Ανταγωνιστές είναι επίσης και οι δύο γονείς ως προς τους προστατευόμενους γιους τους. Ο μεν πατέρας Ισαάκ προτιμά τον τριχωτό και πιο “φυσικό” Ισαυ, ενώ η μητέρα Ρεβέκκα δείχνει προτίμηση προς τον θηλυπρεπή και πιο “πολιτισμένο” δευτερότοκο υιό με το λείο και απαλό δέρμα. Θα ήταν άραγε πολύ εξεζητημένο να φανταστεί κανείς εδώ σχηματικά το πρότυπο του αιώνιου ανταγωνισμού μεταξύ των δύο φύλων, αλλά κυρίως και εκείνο μεταξύ της φύσης και του πολιτισμού για να θυμηθούμε ξανά τον Huizinga, ο οποίος υποστήριξε την άποψη ότι ο πολιτισμός γεννιέται και εξελίσσεται ως παιχνίδι;

Όσο για την αλέα, ήδη προαναφέρθηκε ο βαθμός στον οποίο ενυπάρχει στη σκηνή του κυνηγιού σε σχέση με το τυχαίο θήραμα του Ισαυ το οποίο (οποία ειρωνία!) αργότερα θα ταυτιστεί μεταφορικά με τον θηρευτή του στην τελική σκηνή του παιχνιδιού, αφού ο Ιακώβ θα τον “φάει”/ “καταβροχθίσει”, υποσκελίζοντάς τον για δεύτερη φορά χάρη στην πονηριά του/ραδιουργία του, η οποία και αντιπροσωπεύει την μίμηση της ταξινόμησης του Callois στην προκειμένη περίπτωση. Πράγματι, αν κάτι υπάρχει σε υπερβολικό βαθμό από τις τέσσερις κατηγορίες του Γάλλου κοινωνιολόγου και που περιστρέφεται γύρω από τον άξονα ludus, αυτό είναι η μίμηση/θέατρο/υποκριτική που αποδεικνύεται από την μεταμφίεση του Ιακώβ σε Ισαυ χάρη στην ένδυσή του, κατά συμβουλή της μητέρας του, με τα ενδύματα του Ισαυ, δηλαδή με τα δέρματα εριφίων στα χέρια του και στον λαιμό του προκειμένου να μοιάζει με τον τριχωτό Ισαυ, για να καλύψει το λείο και απαλό δέρμα του. Η υποκριτική ικανότητα του Ιακώβ ταυτίζεται εδώ με την υποκρισία (δόλος) και το καλοστημένο παιχνίδι/παγίδα τόσο για τον Ισαάκ όσο και για τον πατέρα του που μένουν άναυδοι στο τέλος, θολωμένοι και ζαλισμένοι από την απάτη/εξαπάτηση εις βάρος τους. Και εκεί μπορούμε να φανταστούμε τον ίλιγγο (από τις τέσσερις κατηγορίες του παιχνιδιού του Callois), όταν ο Ισαυ αναφωνεί: “Δεν εφύλαξας δι' εμέ ευλογίαν;” Αυτή η απελπισμένη κραυγή του Ισαυ ηχεί στα αυτιά μας ως συνώνυμη της κραυγής οποιουδήποτε τυχαίου θηράματος/θύματος που πέφτει θύμα μηχανορραφίας/καλοστημένου παιχνιδιού. Αλλά το ίδιο μπορούμε να φανταστούμε και τον “ίλιγγο”/ζάλη του Ιακώβ και της μητέρας του από τη μέθη της κατάκτησης του ιδανικού τους τόσο ως στόχο όσο και ως αποτέλεσμα, κάτι που τους εκτροχιάζει από τον κοινό χώρο της καθημερινότητας και τους εισάγει σε έναν άλλο χώρο, κάτι σαν ¨μαγικός κύκλος.” Εν τέλει, το μόνο σίγουρο είναι ότι στο παιχνίδι, εκτός από τους κανόνες του που πρέπει να τηρούνται κατά γράμμα από τους παίκτες που μπαίνουν οικειοθελώς στο παιχνίδι, υπάρχουν νικητές και ηττημένοι. Ακόμα όμως και οι ηττημένοι γίνονται νικητές κατά κάποιο τρόπο αφού δοκιμάζουν τις αντοχές τους κάθε φορά ή γίνονται σοφότεροι ή για όσο διαρκεί το παιχνίδι μπαίνουν και αυτοί στη σφαίρα του “εξαιρετικού” και θα γευτούν --ενόσω το παιχνίδι διαρκεί-- την ηδονή του παιχνιδιού, ακόμα και αν αυτή περιορίζεται στο πεδίο της Λογοτεχνίας.   

Και όσο το ξανασκέφτομαι, επανέρχομαι στο δικό μου κυνήγι της έννοιας του “παιχνιδιού”, είτε στο δημιουργικό μου έργο, είτε στο ερευνητικό μου έργο, και τα δύο εν τέλει όψεις του ίδιου νομίσματος, συγκοινωνούντα δοχεία που το ένα τροφοδοτεί το άλλο σε ένα αέναο παιχνίδι που κυνηγά «το θαυμαστό» μέσα στην καθημερινότητα, έτσι όπως το έχω διδαχτεί και ενστερνιστεί από τα διδάγματα του Υπερρεαλισμού. Από το πρώτο μου βιβλίο Ludics in Surrealsit Theatre and Beyond (Ashgate, 2013; Routledge, 2015; Francis & Taylor, 2017) μέχρι την τελευταία ποιητική συλλογή μου Transitorium (Somerset Hall 2015) που ξεκινά με το ποίημα “Καυκαλήθρες, Ρείθρα και Καύκαλα Χελώνας” το οποίο κλείνει ως εξής:  “Γύριζε γύριζε /και θάμπωνε τον αστερισμό που τη φιλοξενούσε / ώσπου μια μέρα /η αγάπη εκείνη έγινε ένα κατακόκκινο τεράστιο μπαλόνι /που αιωρούνταν στον αέρα προς άγραν εθελοντή στο παιχνίδι της.” Και ως φαίνεται, όσο ζω, θα συνεχίσω να παίζω το δικό μου κυνηγητό…


[1] The Book of Genesis, translation by Robert Alter, illustrated by R. Crumb, 2009, W.W. Norton (first edition, 1996). 
[2] https://www.mechon-mamre.org/p/pt/pt0127.htm
[3] Αναφέρομαι στο διεπιστημονικό σεμινάριο που φέρει τον ίδιο τίτλο στο Κέντρο Ανθρωπιστικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ το οποίο συνίδρυσα και συνδιεύθυνα με την Καθηγήτρια Katherine Coleman από τον Μάιο του 2013 μέχρι τον Ιούλιο του 2014. Από τότε το διευθύνω μόνη μου με τη συνδρομή δύο μεταπτυχιακών φοιτητριών του Χάρβαρντ, την Έφη Γκόνη και την Ιλάνα Φρήντμαν. Στόχος του σεμιναρίου είναι να ανοίξει έναν διάλογο για την έννοια του παιχνιδιού και τις ευρείες του εφαρμογές στις τέχνες και τις επιστήμες. Οι πρώτες εργασίες που έχουν παρουσιαστεί στα πλαίσια του σεμιναρίου αυτού έχουν συγκεντρωθεί σε έναν υπό έκδοσιν συλλογικό τόμο (Palgrave/McMillan, 2019), Για περισσότερες πληροφορίες, μπορεί κανείς να ανατρέξει στην εξής ιστοσελίδα: http://mahindrahumanities.fas.harvard.edu/content/ludics.
[4] https://www.mechon-mamre.org/p/pt/pt0127.htm

[5] Για τον όρο αυτό βρήκα τον εξής ορισμό στην εξής ιστοσελίδα: http://m.interglot.com/en/es/game: venison (n.) meat from a deer used as food.
Synonyms: game /savory game wild animals hunted for food. Σημειωτέον, o όρος κυνήγιον αναφέρεται 7 φορές στο κεφάλαιο 27, ενώ επίσης απαντάται άλλη μία φορά στον στίχο 28 του κεφαλαίου 25 της Γενέσεως ως εξής: “Και ο μεν Ισαάκ ηγάπα τον Ησαύ, διότι το κυνήγιον ήτο τροφή εις αυτόν· η δε Ρεβέκκα ηγάπα τον Ιακώβ.” https://m.bibleonline.ru/bible/ell/01/25/

[6] Η ευλογία του Ισαάκ http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Genesis/Genesis_kef.26-30.htm#Kef.27
[7] Huizinga, Johan. Homo Ludens: A Study of the Play Element in Culture. London:      Maurice Temple Smith Ltd, 1970. Print.
[8] Callois, Roger. Les jeux et les Hommes. Paris: Le Masque et Le Vertige, 1967.

Βασιλική Ράπτη   
© Poeticanet

Εκτύπωση του άρθρου