Εκτύπωση του άρθρου

 

                                              As flies to wanton boys are we to th' gods.
                                                        They kill us for their sport.
           
                                                   (King Lear, Act 4, scene 1)


Στο βαβυλωνιακό έπος της δημιουργίας Ενούμα Ελίς οι θεοί έχουν τον άνθρωπο, πλάσμα αδύναμο, μικρό και γελοίο, προορισμένο να πεθάνει μόλις αποκτήσει αρκετή σοφία, για παιχνίδι τους, για υπηρέτη. Στην Ορθοδοξία, από την άλλη, όπου ο άνθρωπος προορίζεται για τη θέωση, την υψηλότερη θέση όπου θρησκεία ποτέ επεφύλαξε για τον άνθρωπο, ο  Θεός γίνεται, ίσως, αυτός «παιχνίδι» με την αγάπη και την συγχωρητικότητά του… Ο άνθρωπος, όμως, ενώ αναμένει το τέλος της ιστορίας, έχει την τέχνη ως παιχνίδι κατ’ εξοχήν. Η τέχνη μόνον ως παιχνίδι μπορεί να ασκηθεί με όλη τη σοβαρή έλλειψη σοβαροφάνειας που χαρακτηρίζει το παιχνίδι. Μια υπερβολική αφοσίωση στην τέχνη μπορεί κάποτε να υποκρύπτει μιαν ορισμένη έλλειψη δεξιοτήτων προς το ζην – χωρίς καθόλου να αμφισβητώ την έννοια της θυσίας στην τέχνη, όπως λ.χ. την παρουσιάζει ο T. S. Eliot στο μείζον δοκίμιό του Θρησκεία και Λογοτεχνία. Η ποίηση, ένα παιχνίδι μεταξύ του συγγραφέα και του αναγνώστη, αν θεωρηθεί ως υποκατάστατο της πραγματικής ζωής, προσφέρει τις λύσεις και την κατάληξη που εμείς θα θέλαμε. Ένα οιονεί ψυχόδραμα. Ένας τρόπος να παίρνουμε αποφάσεις χωρίς συνέπειες. Υπάρχουν, βεβαίως, και οι αισθητικές συνέπειες θα αντέτεινε κανείς αλλά μόνο στη ζωή εκτίθεται κανείς και ρισκάρει πραγματικά. Πληγώνει και πληγώνεται. Απορρίπτει και απορρίπτεται. Αγαπά, πεθαίνει. Ζει.

Παίξε
κλείνει η πόρτα της καρδιάς
με τρία άσσο και μ’ ενστάσεις.
Έξι άσσος ο φραγμός
Δεν σ’ αφήνει να περάσεις

[…]

(Ιωσήφ Βεντούρας,Το παιχνίδι)

Τα κινήματα της πρωτοπορίας ανέδειξαν τον παιγνιώδη χαρακτήρα της τέχνης υπερθεματίζοντας, νομίζω, τη σημασία της ζωής έναντι της τέχνης, πηγαίνοντας, βεβαίως, κόντρα στον ακαδημαϊκό, σπουδαιοφανή ρόλο της τελευταίας. Τι άλλο μπορεί να συνιστά η εμπρηστική προτροπή του Marinetti «φωτιά στα μουσεία» και η προτεραιότητα στην κίνηση και την μηχανή (πέρα βεβαίως από μια πρώτη ανάγνωση περί σκοταδισμού, απολιτίκ ή φασίζουσας απόκλισης). Ή τα φουτουριστικά και ντανταϊστικά happenings, η ντανταϊστική γελοιοποίηση των επιτευγμάτων των καλλιτεχνών που προηγήθηκαν… Ρήξη με το παρελθόν και την προηγηθείσα τέχνη ασφαλώς, υπάρχει όμως και ένα δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης ανοιχτό, σαν αυτό που προτείνω, πως, ναι, θέλουμε μια νέα μορφή τέχνης αλλά η τέχνη είναι απλώς ένα παιχνίδι, ίσως και η νέα τέχνη που θα αναδυθεί ακόμη, και, ίσως, μόνη σοβαρή απομένει έτσι η τέχνη της ζωής.

Νομίζω πως ξεπεράσαμε ήδη με την αναφορά μας στο βαβυλωνιακό έπος της δημιουργίας τη ζοφερή αλλά ταυτόχρονα θελκτική πιθανότητα να θεωρήσουμε  και την ίδια τη ζωή ένα παιχνίδι, ένα είδος πειράματος των θεών με πρωταγωνιστές εμάς, αυτό που στη σύγχρονη υπαρξιστική φιλοσοφία αποδίδεται ως άγχος της έλλειψης νοήματος, με μόνη παρηγοριά την τέχνη… Από την άλλη, σε όψιμα ιδίως έργα του, ο Ibsen βεβαιώνει πως η ολοκληρωμένη συναισθηματική ζωή είναι μακράν προτιμότερη από την αφοσίωση στην τέχνη, αυτό το παιχνίδι της ανθρώπινης δημιουργικότητας.  Υπάρχει πράγματι ένα ακόμη παιχνίδι για τον άνθρωπο στη ζωή: οι άλλοι. Όχι μόνον ως κόλαση αλλά και ως παράδεισος. H διττότητα της έκβασης στο αέναο αυτό παιχνίδι κρίνεται πρώτα από το κατά πόσον αυτό γίνεται μια άσκηση ελευθερίας, χωρίς κανένα δηλαδή μηχανιστικό ή ψυχαναγκαστικό χαρακτήρα. Όταν κανένας από μηχανής θεός δεν αναμένεται αλλά και όταν ως ύστατη λύση απλά τον αποδεχόμαστε. Έπειτα από το κατά πόσον γίνεται μια άσκηση αγάπης χωρίς καμιά δηλαδή υποψία χειραγώγησης. Το παιχνίδι μας με τους άλλους ωστόσο δικαιώνεται από το κατά πόσον γίνεται μια άσκηση θυσίας που κάνουμε για χάρη τους. Ενδιαμέσως γράφουμε και κανένα ποίημα, αναφωνώντας μαζί με τον Benigni: La Vita è Bella!

Σάρα Θηλυκού 
(© Poeticanet

Εκτύπωση του άρθρου