Εκτύπωση του άρθρου

Μ. Γ. ΜΕΡΑΚΛΗΣ

Παράδοση και μοντερνισμός στη λογοτεχνία μας

Η καταρχήν αντιθετική σχέση που χαρακτηρίζει τις έννοιες της παράδοσης και του μοντερνισμού υπάρχει, μπορούμε να πούμε, πάντα σε κάθε εποχή και σε κάθε κοινωνικό σχηματισμό. Εκείνο που διαφέρει είναι, ως ένα βαθμό, η κυμαινόμενη υπεροχή του ενός έναντι του άλλου όρου του ζεύγους. Π.χ. στην εποχή του Μεσαίωνα, αλλά και του Ρομαντισμού, η υπεροχή υπήρχε στην πλευρά της παράδοσης-ο γερμανικός Ρομαντισμός είναι γνωστό ότι ως ιδεώδες έτασσε την «κατάδυση», όπως είχαν πει στο Μεσαίωνα. Αυτό έχει τονίσει και ο Michael Lowy, μιλώντας για το γερμανικό ρομαντισμό «με την αντιφατική όψη του και τη νοσταλγία του για την προκαπιταλιστική κοινωνία και κουλτούρα».
Στη δική μας εποχή και τη δική μας κοινωνία,-δεν εννοώ μόνο την ελληνική,- την υπεροπλία έχει η τάση προς τον εκμοντερνισμό, τον εκσυγχρονισμό, νοούμενον ως εκλογίκευση και εξορθολογισμό των πάντων-ορατών, θα έλεγα, και αοράτων. Αυτό συνεπάγεται την απαξίωση της παράδοσης. Ακόμα και ό,τι ήταν, στο παρελθόν, στην εποχή του, μοντέρνο, θεωρείται πως έχει ήδη ξεπεραστεί με τη συνεχή, ατελεύτητη πρόοδο, με τον συνεχώς έτι περαιτέρω εξελισσόμενο εκμοντερνισμό των κοινωνιών.
Βεβαίως απορρίπτεται,-αυτός εξάλλου είναι και ο κύριος στόχος, η βασική επιδίωξη του μοντέρνου εξορθολογισμού, -το μη ορθολογικό και πέραν αυτού το υπερβατικό μέρος που χαρακτήριζε σε ικανό βαθμό την παράδοση. Π.χ. ο εκλογικευμένος μοντερνισμός εργάζεται σταθερά και συστηματικά, με πρωτοπόρους τους εκπροσώπους των θετικών επιστημών, για την αποδυνάμωση του, -ριζικά βέβαια μεταφυσικού,- θρησκευτικού συναισθήματος. Διάβασα πρόσφατα το κείμενο ενός καθηγητή της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, του κυρίου Απόστολου Νικολαϊδη, και εντυπωσιάστηκα, ομολογώ, βλέποντας την έκταση που έχει λάβει μέσα στους θεολογικούς κύκλους-ακαδημαϊκούς και μη- η τάση αποθρησκειοποίησης των θρησκειών, ώστε να ανοίγει πλέον ο δρόμος για την πλήρη εκκοσμίκευση του χριστιανισμού (στην περίπτωσή μας), για «την ταύτιση δηλαδή χριστιανισμού και ανθρωπισμού ή χριστιανισμού και κοινωνισμού», με αποτέλεσμα «να απογυμνωθεί ο χριστιανισμός από κάθε υπερβατικό στοιχείο». Δεν είχα φανταστεί, ότι η απομυθοποίηση, η απομάγευση του κόσμου, που λαμβάνει χώρα στην εποχή μας και στη σύγχρονη κοινωνία, έχει λάβει τέτοιες διαστάσεις.
Γενικά κυρίαρχος είναι σήμερα ένας εξελικτικισμός, απίθανα καταλυτικός των παραδοσιακών στοιχείων, όχι μόνο των ανορθόλογων αλλά, όπως είπα, και των ορθολογικών, εφόσον αυτά έχουν πλέον επιστημονικά ξεπεραστεί. Χαρακτηριστική είναι η απόφανση ενός από τους κύριους εκπροσώπους της λεγόμενης λειτουργικής σχολής στην αγγλοσαξονική ανθρωπολογία, του Evans-Prichard, πως δεν υπάρχει λόγος ο κυβερνήτης ενός αεροπλάνου, προκειμένου να το θέση σε λειτουργία, να γνωρίζει και την προϊστορία της αεροπορίας. Ασφαλώς δεν το χρειάζεται αυτό ο πιλότος, δεν θα μπορούσε όμως να έχει ένα ενδιαφέρον;
Προτού να έλθω στο ειδικότερο θέμα μας, στη σχέση παράδοσης και μοντερνισμού στη λογοτεχνία, θέλω να παρατηρήσω ακόμη, ότι αυτή δηλοποιείται με ιδιαίτερην έμφαση στους κύκλους των διανοουμένων εν γένει. Τα ευρύτερα στρώματα του πληθυσμού συμμετέχουν ασφαλώς στις σχετικές εξελίξεις και τις μεταφορές των καιρών, ζουν με τον καθιερωμένο γενικά τρόπο ζωής, αλλά η πλειονότητά της, μάλλον με μιαν ενστικτώδη περίπου συμπεριφορά, που τείνει να αποκαθιστά μιαν ισορροπία. Συμμετέχουν στις εκφάνσεις του εκμοντερνισμού, του εκσυγχρονισμού, -μπορώ να αναφέρω ως μιαν εντυπωσιακά ακραία περίπτωση τη λατρεία του αυτοκινήτου ή και του κινητού τηλεφώνου, -αλλά συγχρόνως είναι αυτοί που τηρούν συγκριτικά περισσότερο –ή και πολύ περισσότερο-, σε άλλους τομείς, την παράδοση. Αν οι διανοούμενοι π.χ. αντιστρατεύονται στο θρησκευτικό γάμο, τα ευρύτερα στρώματα είναι αυτά που τον στηρίζουν, όχι, για την ακρίβεια, ιδεολογικά, αλλά, ορθότερα, αυθόρμητα, σαν να κάνουν περίπου μια φυσική κίνηση, σαν να συνεχίζουν φυσικά μια κεκτημένη συνήθεια. Τον στηρίζουν μάλιστα τόσο, ώστε ο παραδοσιακός, θρησκευτικός γάμος να ακολουθεί, πάνω από μιαν εικοσαετία τώρα, να επικρατεί σχεδόν συντριπτικά επί του προσφιλούς στους διανοουμένους πολιτικού γάμου.
Έρχομαι στη λογοτεχνία. Μοιραία θα προσκόψω βέβαια στο δύσκολο πρόβλημα του ορισμού της ή έστω του προσδιορισμού της. Τι είναι η λογοτεχνία; Οι απαντήσεις που έχουν δοθεί στο ερώτημα-και δεν θα πάψουν να δίνονται, από ειδικούς και από μη ειδικούς-συνοψίζονται σε δύο διαφορετικές διατυπώσεις. Σύμφωνά με τη μία, η λογοτεχνία-και πιο γενικά η τέχνη-είναι ένας ιδιαίτερος τρόπος έκφρασης, που αποτελεί και αυτοσκοπό, όλοι θυμόμαστε την παλαιότερη, κωδική περίπου έκφραση, ισχύουσα για πολλούς πάντως και σήμερα: η τέχνη για την τέχνη. Η άλλη διατύπωση βρίσκεται μάλλον στον αντίποδα της πρώτης: η λογοτεχνία είναι μεν μια ιδιάζουσα έκφραση, που όμως δεν περιορίζεται αποκλειστικά στον εαυτό της, στο να εκφράζει το εκάστοτε υποκείμενο, αλλά ενδιαφέρεται και για τον άλλο, τους άλλους, και αυτή γνώρισε την κωδική διατύπωσή της: η τέχνη για τη ζωή.
Δεν πρέπει εντούτοις να μας διαφεύγει διόλου, ό,τι, παρά την αντίθετη βιοθεωρία, τον αντίθετο προορισμό της λογοτεχνίας, υποκειμενοκεντρικό στη μία περίπτωση, κοινωνιοκεντρικό στην άλλη, υπάρχει ένα κοινό και στις δύο γνώρισμα, που δεν μπορούμε να το παραβλέψουμε, γιατί συνιστά την απώτερη ειδοποιό διάκριση της λογοτεχνίας, σημείωσα ήδη, ότι και στη μία και στην άλλη περίπτωση η λογοτεχνία αποτελεί ιδιάζουσα έκφραση, έχει τη δική της γλώσσα, δεν μπορεί να εκφράζεται, να μιλάει, όπως μιλάει η πολιτική, η φιλοσοφία, η επιστήμη, αλλά ούτε και όπως μιλούν οι άνθρωποι στην καθημερινότητά τους, στην πρακτική «των σχέσεων και των συναναστροφών τους.»
Υπήρξαν και εκδοχές στη λογοτεχνία μαγνητοφωνικής-θα λέγαμε σήμερα-απόδοσης του περιεχομένου της, με πιο χαρακτηριστική εκείνη του νατουραλισμού. Αλλά δεν αποτελούν παρά ελάχιστες εξαιρέσεις του κανόνα. Ακόμα και ο πολύ συζητημένος άλλοτε σοσιαλιστικός ρεαλισμός δεν θέλησε ποτέ να ταυτιστεί με το νατουραλισμό, κάθε άλλο μάλιστα. Ήδη η απαίτηση, τα παριστανόμενα από το σοσιαλιστικό ρεαλισμό κοινωνικά και ιστορικά συμβάντα να διαπνέονται από ένα πλέγμα ορισμένων ιδεών, τον διαφοροποιούσε από τη φωτογραφική στερεοτυπία του νατουραλισμού.
Η λογοτεχνία έχει λοιπόν τη δική της γλώσσα. Αυτό σημαίνει τη δική της μορφή, ποικίλλουσα βέβαια, ανάλογα με το αν είναι ρομαντική, κλασική, νεοκλασική, ρεαλιστική, υπερρεαλιστική κ.λ.π.
Αυτό είναι, καταρχήν, κάτι πολύ σημαντικό για το λόγο, ότι μέσω της γλώσσας-μορφής, που είναι ιδιάζουσα, γίνεται μια υπέρβαση του αμιγώς πραγματικού. Η λογοτεχνία υπερβαίνει με τη γλώσσα της, και με τη γλώσσα της, με τη μορφή της, το πραγματικό ασφαλώς το περιέχει. Αλλά δεν μένει μόνο σ’ αυτό, ή μόνο στις αντικειμενικές εκδοχές που εκείνο προβάλλει.
Ξεφυλλίζοντας αυτές τις ημέρες τον Εξεγερμένο Άνθρωπο του Albet Camus είδα πώς, μεταξύ άλλων, είχα άλλοτε υπογραμμίσει και την εξής φράση: «ούτε το πραγματικό είναι εξ ολοκλήρου λογικό, ούτε το λογικό είναι ολότελα πραγματικό».
Υπογραμμισμένο είδα και το επόμενο χωρίο, ειδικότερα, για τη μορφή: «Όποια προοπτική κι αν προτιμά ο καλλιτέχνης, μία αρχή παραμένει κοινή για όλες τους δημιουργούς: η διαμόρφωση του ύφους, η οποία προϋποθέτει, συγχρόνως, το πραγματικό και το πνεύμα, που δίνει στο πραγματικό τη μορφή του. Με τη μορφή η δημιουργική προσπάθεια ξανακάνει τον κόσμο, και πάντα με μιαν ελαφρά αδεξιότητα (gauchissure), που είναι το σημάδι της τέχνης και της διαμαρτυρίας» (είναι γνωστό ότι ο Καμύ, ανεβάζοντας υψηλά την τέχνη-όπως αυτός την εννοούσε και την ήθελε-τη θεωρούσε και ως μια μορφή διαμαρτυρίας απέναντι στην έτσι κι αλλιώς υπάρχουσα αδικία της Ιστορίας).
Οπωσδήποτε ας διευκρινίσω καλύτερα την παραπάνω σημείωσή μου για την υπερβαίνουσα το πραγματικό μορφή (γλώσσα) της λογοτεχνίας, το πραγματικό, ας πω πιο συγκεκριμένα, όπως το ορίζουν οι φυσικές επιστήμες ή και οι κοινωνικές επιστήμες. Ήδη μια απλή μεταφορά, μεταφορική χρήση μιας λέξης, είναι και μια τέτοια υπέρβαση, δεδομένου ότι συνδέει δύο στοιχεία, τα οποία είναι αντικειμενικά ασύνδετα και ασύμβατα. Τα «ουράνια ρόδα» του Ανδρέα Κάλβου, που «με το αμαυρότατον πέπλον (τα) σκεπάζει η νύκτα», δεν είναι φυσικά, είναι, κατά κυριολεξία, μεταφορικά-όπως και το «αμαυρότατον πέπλον» της νύχτας, η φυσική νύχτα δεν φορεί πέπλα, όπως μια γυναίκα. Όμως η τέχνη, μας είπε ο Καμύ, «ξανακάνει» (refait) τον κόσμο.
Αλλά η γλώσσα, γενικά, υπάρχει (ασφαλώς δεν είμαι ο αρμόδιος γι’ αυτήν, ευτυχώς όμως και δεν πρέπει, δεν είναι ανάγκη, εδώ, να μπω βαθιά στο βασίλειό της), υπάρχει, λέω, η γλώσσα ασφαλώς για να ονομάζει τα πράγματα του κόσμου, την αντικειμενική πραγματικότητα, αλλά και για να εξωτερικεύει ο άνθρωπος (αυτό δεν ενδιαφέρει τη φυσική επιστήμη) τα γεγονότα του μέσα του κόσμου. Η γλώσσα είναι μια έξοχη σύμβαση, την επινόησε ο άνθρωπος  και την τοποθέτησε ανάμεσα στον εαυτό του και το ρητό, αλλά και το άρρητο.
Εν πάση περιπτώσει η γλώσσα, όπως πλάστηκε, προϋποθέτει πως υπάρχουν τόσο φυσικά όσο και μεταφυσικά πράγματα. Η γλώσσα μας πηγαίνει και στα δύο, μας φέρνει σε επαφή και με τα δύο. Δεν είναι η στιγμή για να φιλοσοφήσουμε κάπως, ωστόσο θα έλεγα πως, όσοι θεωρούν τα πράγματα της μεταφυσικής ανυπόστατα, επί τη βάσει του συλλογισμού ότι ανυπόστατος είναι εκείνος που θα μπορούσε να τα δημιουργήσει, και αυτά, μαζί με τον κόσμο, που θα μπορούσε να είναι η αιτία της ύπαρξής τους, παραβλέπουν κάπως επιπόλαια και βιαστικά το γεγονός, ότι, επιτέλους, αυτά τα δημιούργησε ο υπάρχων άνθρωπος με τη γλώσσα του, η οποία τα ονομάζει, και τα υποστασιώνει με το να τα ονομάζει, γιατί, προφανώς, τα είχε ανάγκη. Τα μεταφυσικά και υπερβατικά υπάρχουν, γιατί τα έχει ανάγκη ο άνθρωπος.
Όταν ένας ποιητής ή ένας άνθρωπος οποιοσδήποτε λέει, ότι τα πράγματα έχουν ψυχή, τότε αυτά έχουν, γι’ αυτόν τον ίδιο που το λέει, ψυχή. Ο Ρίτσος είπε: «Κοιτώ τους κάμπους/να εισπνέουν ειρηνικά/τη βραδινή σιγή/και χαιρετώ τις ψυχές των πραγμάτων». Και για τον Παλαμά δεν είναι ένα απλό σχήμα λόγου, όταν λέει πως ένα δέντρο, έχει ψυχή και μιλιά (το βεβαιώνει αυτό εξάλλου μακρότατη λαϊκή παράδοση):
Γρίκησε το λέει το δέντρο
που το κόψανε και το κάμανε καράβι:
«Μες στο νέο κορμί μου ολάσβηστη
Η παντοτινή ψυχή μου ανάβει».
Στο Ρίτσο είναι κάτι σύνηθες ν’ αντανακλάται το μυστηριακό στο πραγματικό και συγκεκριμένο και, αντίστροφα, στο μυστηριακό το πραγματικό. Δεν διστάζει π.χ. να πει-συμβολικά σχεδόν-σε μια στιγμή, όπου έπεφτε μια φορά στους Δελφούς το πρώτο σκοτάδι της νύχτας:
Σ’ ένα σπασμένο κιονόκρανο απομένουνε δυο άδεια
μπουκάλια λεμονάδας
αντιφεγγίζοντας ήρεμα το πρώτο φέγγος των άστρων.

Τους στίχους του Ρίτσου αλλά και του Κάλβου, του Παλαμά παρέθεσα και για έναν άλλο λόγο, σε σχέση προς τη γλώσσα πάλι, αλλά ιδιαίτερα κρίσιμο, και που μας οδηγεί κατευθείαν πλέον στο κέντρο του ζητήματος που τίθεται εδώ και δηλώνεται με τον τίτλο της ομιλίας.
Είπα, πως η ποιητική (η λογοτεχνική) γλώσσα είναι ήδη, καθ’ εαυτήν, μια υπέρβαση της μονοδιάστατης αντικειμενικής πραγματικότητας. Κι αυτό γιατί η ποιητική-λογοτεχνική γλώσσα εκφράζει, ονομάζει και πράγματα που δεν ανήκουν στην αντικειμενική πραγματικότητα. Μπορούμε συναφώς να πούμε, ότι η γλώσσα είναι η πρώτη βαθμίδα, απ’ την οποία περνάει στην παραπάνω, δεύτερη βαθμίδα όποιος βιώνει εκείνη την άλλη, έκτακτη πραγματικότητα.
Εδώ, λοιπόν, συμβαίνει κάτι που συνιστά σοβαρή διάκριση και διαφοροποίηση ανάμεσα στη λογοτεχνία της παράδοσης και τη λογοτεχνία του μοντερνισμού. Στην πρώτη οι λέξεις, που πηγαίνουν, που οδηγούν στα μεταφυσικά πράγματα είναι καθαρές, συνιστούν νοήματα που μπορεί να τα προσλάβει ο ενδιαφερόμενος. Στη λογοτεχνία του μοντερνισμού συνήθως οι λέξεις παριστάνουν εικόνες και νοήματα που είναι δυσπρόσιτα ή τελείως αδιαπέραστα, κι έτσι δεν καθίσταται δυνατή η ολοκλήρωση μιας σχέσης, μιας επαφής, μιας βίωσης με τα επέκεινα του πραγματικού στοιχεία. Με άλλα λόγια η μορφή, εν προκειμένω, της λογοτεχνίας δεν μας οδηγεί, δεν μας παρέχει τη δυνατότητα να πάμε, να επικοινωνήσουμε με το περιεχόμενό της.
Η δυσκολία αυτή άρχισε να εκδηλώνεται κατεξοχήν με τον υπερρεαλισμό. Έκτοτε ένα μεγάλο μέρος της λογοτεχνίας έγινε δυσνόητο ή και ολότελα ακατανόητο. Τέθηκε έτσι άλλη μια φορά επί τάπητος το ζήτημα της ασάφειας, η οποία έχει γνωρίσει τόση διάδοση, ώστε πλείστα όσα ποιητικά και πεζογραφικά κείμενα να την επιδιώκουν και να σφραγίζονται από αυτή. Κατ’ αποκλειστικότητα είναι κείμενα του μοντερνισμού, ο οποίος τείνει να ταυτιστεί με την ασάφεια, ανάγοντας τη δυσκολία προσπέλασης του νοήματος σε κύριο γνώρισμα, καθοριστικό, της απαιτητικής, τουλάχιστον για ορισμένους, τέχνης.
Μπορώ στο σημείο αυτό να επισημάνω μια βαθύτερη, μολονότι έκδηλη, αντίφαση. Ο μοντερνισμός-όπως το μαρτυρεί και ο ίδιος ο όρος-είναι το παρακολούθημα της λογοτεχνίας στη διαδικασία εκμοντερνισμού-εκσυγχρονισμού σε όλους τους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας. Ο εκμοντερνισμός όμως είναι προϊόν της αντίληψης (κυρίαρχης στον καιρό μας) για τη διαρκή εξελικτική διαδικασία μιας αδιάκοπης προόδου, με παράλληλη σταδιακή απομυθοποίηση και εξορθολογισμό του κόσμου, ενώ συστατικό στοιχείο της τέχνης καθόλου είναι η συμπερίληψη, στο δικό της κόσμο, και του μύθου, της μαγείας, του μη κατανάγκην ορθολογικού (πολλά μπορεί να δει κανείς εν σχέσει προς το μέγα τούτο ζήτημα και στο βιβλίο του προέδρου μας κ. Βιτσαξή για το μύθο, με τον αποκαλυπτικόν ήδη τίτλο του: «Ο μύθος. Σημείο αναφοράς της υπαρξιακής αναζήτησης»). Ακόμα και αν δεχτούμε, ότι η μορφή της μοντέρνας λογοτεχνίας νεωτερίζει με την αινιγματώδη έκφρασή της (μολονότι και αυτό είναι ήδη αντιφατικό, αφού η ασάφεια δεν είναι ορθολογικό προσόν), το ουσιαστικό περιεχόμενό της, το βαθύτερο υπόστρωμά της την υποχρεώνει, την αναγκάζει να είναι παραδοσιακή, αφού τα μεγάλα υπαρξιακά προβλήματα του ανθρώπου, τα οποία κατά βάση απασχολούν την τέχνη, δεν είναι τωρινά, σύγχρονα, μόνο: υπήρχαν, υπάρχουν, και θα υπάρχουν.
Σε τελευταία ανάλυση μοντέρνα έργα είναι εκείνα που, άσχετα προς την ηλικία τους, - η οποία μπορεί να μετράει αιώνες-, εμπεριέχουν τα παντοτινά αυτά προβλήματα και τα παρουσιάζουν με τρόπο, που η πρωτοτυπία του δεν στηρίζεται στην ασάφεια και την ακατανοησία, αλλά στην έξοχη επίδοση μιας προσωπικής λογοτεχνικής, και πάντως ολοκάθαρης γλώσσας. Ένας από τους πιο γνωστούς σήμερα συγκριτικούς φιλολόγους, ο George Steiner, στο περισπούδαστο βιβλίο του για την Αντιγόνη του Σοφοκλή και όλες τις Αντιγόνες, που το κλασικό εκείνο έργο ενέπνευσε, γράφει τα εξής: «Νομίζω πως ένα μόνο λογοτεχνικό κείμενο έχει το χάρισμα να εκφράζει όλες τις κύριες σταθερές που διέπουν τις εγγενείς στην ανθρώπινη κατάσταση συγκρούσεις, αυτές οι σταθερές είναι πέντε: η αναμέτρηση μεταξύ ανδρών και γυναικών, μεταξύ ηλικιωμένων και νέων, μεταξύ κοινωνίας και ατόμου, μεταξύ ζωντανών και νεκρών, μεταξύ ανθρώπων και θείου (θεών)» (το έργο αυτό του Steiner έχει μεταφραστεί έξοχα στα ελληνικά, από τις εκδόσεις Καλέντης).
Ασχέτως προς το αν είναι δυνατό ή και αναγκαίο, ένα έργο να περιλαμβάνει και τις πέντε αυτές αναμετρήσεις,-στις οποίες εγώ θα προσέθετα και μιαν έκτη: μεταξύ παρόντος και παρελθόντος-(ο Steiner τις ανακαλύπτει όλες στη σοφόκλεια Αντιγόνη), ενδιαφέρον έχει να προσέξουμε, ότι από τις πέντε σχέσεις οι δύο τουλάχιστον είναι δεδηλωμένα μεταφυσικές: των ζωντανών με τους νεκρούς, των ανθρώπων με το θεό. Σχέσεις εξαιρετικά δύσκολες ως προς την προσέγγισή τους και, βέβαια, ως προς τη διατύπωσή τους. Ωστόσο ο μεγάλος ποιητής μπόρεσε, και αυτές, να τις εκφράσει με μιαν απαράμιλλη γλωσσική διαφάνεια και σαφήνεια.
Με την ευκαιρία θέλω να πω, ότι η ασάφεια του μοντερνισμού είναι και ένα εύκολο όσο και πονηρό άλλοθι στην έλλειψη και απουσία λογοτεχνικής (καλλιτεχνικής) αξίας. Έτσι έχει η ασάφεια καταντήσει ένα είδος μαζικής, κενής περιεχομένου μόδας.
Εξάλλου, ακόμα και οι επιτυχημένες περιπτώσεις υπ’ αυτήν την έννοια μοντέρνων ποιητών και πεζογράφων, πίσω από την ασάφεια των οποίων διαπιστώνεται η ύπαρξη και ταλέντου και νοημάτων, ιδεών κ.λ.π., υποχρεώνουν τον αναγνώστη να υποβάλλεται σε ένα λύτη αινιγμάτων και αποκρυπτογράφο σπαζοκεφαλιών, ώστε η αισθητική μέθεξη να μεταβάλλεται εν πολλοίς σε κουραστική εγκεφαλική διαλεύκανση αλλεπάλληλων γρίφων. Ο αναγνώστης, στο δρόμο του προς την ανακάλυψη της ουσίας, χάνεται πολλές φορές σε αδιέξοδους λαβύρινθους, τους λαβύρινθους, τελικά, της μορφής. Δεν είναι σπάνιο το φαινόμενο, σπουδαίοι, όντως, ποιητές να θυσιάζουν τον εαυτό τους, περισσότερο ή λιγότερο, σε μια μορφολατρία ή αλλιώς, στο φορμαλισμό (δεν είναι λίγες οι φορές, όπου ο Ελύτης δεν τα κατάφερε να ξεφύγει από αυτό τον πειρασμό).
Θα αναφέρω άλλη μια φορά τον Καμύ, ο οποίος χτύπησε το φορμαλισμό (μαζί με το ρεαλισμό, είναι αλήθεια, τουλάχιστον σε μια νατουραλιστική εκδοχή του, με μια υπέρμετρη προσήλωσή του στην ιστορική πραγματικότητα). Γράφει: «Ο ρεαλιστής καλλιτέχνης και ο φορμαλιστής καλλιτέχνης (l’artiste formel) ζητούν την ενότητα εκεί που αυτή δεν υπάρχει, μέσα στο πραγματικό που βρίσκεται σε ακατέργαστη κατάσταση ή μέσα σε μια φανταστική δημιουργία που πιστεύει ότι εξορίζει όλη την πραγματικότητα. Αντίθετα η ενότητα στην τέχνη αναδύεται στο όριο εκείνο της μεταμόρφωσης, την οποία ο καλλιτέχνης επιβάλλει στο πραγματικό. Η ενότητα αυτή δεν αγνοεί ούτε το ένα ούτε το άλλο». Διευκρινίζω, ότι σ’ αυτό τον κόσμο που ο δημιουργός, σύμφωνα με τον Καμύ, τον «ξανακάνει», σύμμεικτο από ατ πράγματα και το πνεύμα, απαιτείται να είναι όλα αναγνωρίσιμα-μόνο έτσι θα μπορεί να παρηγορηθεί ο άνθρωπος από την τέχνη ή να αντιληφθεί το μήνυμα της διαμαρτυρίας το οποίο αυτή στέλνει, και το οποίο ο Γάλλος στοχαστής θεωρεί ως το κατεξοχήν γνώρισμα της τέχνης. Ειδικότερα για το μυθιστόρημα γράφει ο Καμύ: «Ιδού λοιπόν ένας κόσμος της φαντασίας, αλλά δημιουργημένος με τη διόρθωση αυτού εδώ του κόσμου, ένας κόσμος όπου ο πόνος μπορεί, αν το θέλει, να διαρκεί ως το θάνατο, όπου τα πάθη δεν είναι ποτέ αφηρημένα, όπου τα πλάσματα έχουν παραδοθεί στις έμμονες ιδέες τους και είναι παντού παρόντα το ένα με το άλλο. Ο άνθρωπος δίνει επιτέλους ο ίδιος στον εαυτό του τη μορφή και το πραϋντικό όριό του, που το αναζητεί μάταια στην πραγματική ζωή του. Το μυθιστόρημα κατασκευάζει πεπρωμένο με μέτρο. Έτσι αμιλάτται προς τη δημιουργία και θριαμβεύει, προσωρινά, πάνω στο θάνατο. Μια λεπτομερειακή ανάλυση των πιο ονομαστών μυθιστορημάτων θα έδειχνε, σε διαφορετική κάθε φορά προοπτική, ότι η ουσία του μυθιστορήματος συνίσταται σ’ αυτή τη διαρκή διόρθωση του κόσμου, με κατεύθυνση πάντα προς το ίδιο νόημα, που ο καλλιτέχνης πραγματώνει με βάση την πείρα του. Μακριά από το να είναι η ηθική ή καθαρά φορμαλιστική, η διόρθωση αυτή αποβλέπει εν πρώτοις στην ενότητα και διερμηνεύει έτσι μια μεταφυσική ανάγκη. Το μυθιστόρημα, έτσι εννοούμενο, είναι πρώτα μια άσκηση του νου στην υπηρεσία μιας νοσταλγικής ή εξεγερμένης ευαισθησίας».
Μιλώντας ο ίδιος κριτικά για το αμερικανικό μυθιστόρημα (των δεκαετιών του 1930 και 1940, όπως διευκρινίζει, του 20ου αιώνα, και όχι για «τη θαυμάσια αμερικανική άνθηση του 19ου αιώνα»), παρατηρεί, ότι «ακόμα και στο Faulkner, μεγάλο συγγραφέα αυτής της γενιάς, ο εσωτερικός μονόλογος δεν αναπαράγει παρά τη φλούδα της σκέψης», πρόκειται δηλαδή, θα έλεγα, για μιαν αποτίμηση του έργου του Φώκνερ ως έργου, σε τελευταία ανάλυση, φορμαλιστικού.
Θα τελειώσω αφήνοντας την περιοχή της λογοτεχνίας (και της τέχνης) και επιστρέφοντας στον όλο κοινωνικό και πολιτισμικό χώρο, απ’ τον οποίο ξεκίνησα, και κατεξοχήν, όπως έκανα και στην αρχή, στους κύκλους των διανοούμενων, στην πλειονότητα των οποίων επικρατεί η λανθασμένη,-όπως πιστεύω και όπως επιχείρησα να δείξω,-αξιολόγηση της μεν παράδοσης-γενικά πλέον-ως μιας περισσότερο ή λιγότερο συντηρητικής ή οπισθοδρομικής ακριβέστερα έννοιας και δύναμης στο ιστορικό και πολιτισμικό γίγνεσθαι, του δε μοντερνισμού στη λογοτεχνία και την τέχνη ως φαινομένου απότοκου του εκμοντερνισμού στο σύνολό του, ο οποίος είναι η κατεξοχήν ή, ακριβέστερα πάλι, η μοναδική προοδευτική τάση και κινητήρια δύναμη προς τα εμπρός.
Αυτή η αξιολόγηση διέπει την όλη φιλοσοφία, όπως λέμε, τους σχεδιασμούς, τα προγράμματα και της δικής μας επίσημης Πολιτείας, η οποία αδυνατεί να εμβαθύνει, απελευθερωμένη από τους ψυχαναγκασμούς που ασκούν πάνω της οι καθιερωμένοι δίπλα της διανοούμενοι σε μια στοχαστικότερη θεώρηση του πολιτισμού, ως μιας ενότητας, όπως θα την ήθελε, π.χ. ο Καμύ.

Μ.Γ. Μερακλής

Εκτύπωση του άρθρου