Εκτύπωση του άρθρου

ΜΑΡΙΑ ΤΣΑΤΣΟΥ

 

 

Άντερλεχτ


βββρρρζζγιχχράαατσσκςςςς
ΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΌΟΟΟΟΟΟ βββρρζζγιχχράαατσσκςςςς
ΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟ
βρζιχχχχςςςςςςςςςς
ΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟ
ΟΟΟΟΟΟΟΟ
ΟΟΟΟ
ΟΟΟ
Ο
φφρρρρρρρρρρρτπτπτπτπτπτπτπτπτ
μουουουουουουουουουουουουουουουουου
σιωπή

Εγώ βόδι
που ανοίγει στον πόνο σα ρόδι
Εγώ ρόδι
χύνω αίμα και αίμα και βουλιάζω στο αίμα σαν πόδι
Εγώ πόδι
κομμένο σφαγμένο περπατάω το δικό μου το ξόδι
Εγώ ξόδι κομμάτια το σώμα το αίμα το σώμα
Σφαγμένο σα βόδι

χλιτςχλαπτςχλιτςχλαπτςχλιτςχλαπτςχλιτςχλαπτςχλιτςχλαπτς

στο σφαγείο μπότες
μπότες στις πλάκες
στις πλάκες αίμα
αίμα στον τοίχο
στον τοίχο καλώδια
στα καλώδια ο θάνατος
ο θάνατος ο ηλεκτρισμός
ο ηλεκτρισμός το μαχαίρι
το μαχαίρι το παιδί
το παιδί το μαστίγιο
το μαστίγιο πάλι
πάλι το παιδί
πάλι το μαστίγιο
πάλι και
πάλι και
πάλι
ΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟ

να οι γελάδες
να τα μοσχάρια
γελάδες
μοσχάρια
σφαγείο
κρύο
λευκό
παύση
αίμα
ΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟ

ο ερωτιδεύς
ο δήμιος
αλέθουν οι μύλοι του πόνου
ατάραχο αιώνιο ιερό
πρόσωπο
πρόσωπο ιερό πρόσωπο ιερό πρόσωπο ιερό
Ναι ιερό
βόδιβόδιβόδιβόδιβόδιβόδιβόδιβόδιβόδιβόδιβόδι

///////////////////////////////////////////////////////
μπλάβο πρόσωπο μπλαβίζει από τις καμουτσικιές
ο σάπιος Χριστός του Van der Weyden
ο σάπιος Χριστός του Mantegna
ο σάπιος Χριστός του Maître de Flémalle
ο βοδινός ζωντανός σάπιος Χριστός του Anderlecht
///////////////////////////////////////////////
ατάραχη σάρκα
σάρκα με γνώση
μυρουδιά με γνώση
γνώση του τέλους
λέξη το ΟΟΟΟΟ
κύκλο κύκλο κύκλο
στο χορό του αίματος κάνετε κύκλο
χορέψτε το αίμα σε κύκλο
το αίμα σε κύκλο χορέψτε
κύκλο κάντε τη σφαγή
και χορέψτε το αίμα των ζώων σε κύκλο
σε κύκλο
σε κύκλο χορέψτε το αίμα
κάντε κύκλο τη σφαγή
πώς σε λένε
Μαρί Μποβίν
Μαρία Γελάδα
Μάσα Γελάδοβνα
Μαρί Μοσκάρ από τη Μαρσίλια
Mary Beef, née Cow
φυλή: βαρύ θηλαστικό και μηρυκαστικό
τι είσαι; είμαι κρέας
είμαι ροσμπίφ
boeuf aux légumes. ghoulash. stewed beef.
εγώ
το ξόδι
εγώ
το πόδι
εγώ
το ρόδι του αιμάτου
και το βόδι εγώ
μαρτύριοκρατητήριοβασανιστήριο
μαρτύριοκρατητήριοβασανιστήριο
βασανιστήριο

(στο Βέλγιο ασελγούνε στα βόδια ακόμη και τα νήπια
λίγο πριν τη σφαγή των μελλοντικών κρεάτων
λίγο πριν την τρομερή σφαγή των αμάχων
τα ταπεινώνουν με το καμουτσί στο τίμιο
και αγνό τους μουσούδι)


Η Αγία Κότα

Να, εδώ,
σ’ αυτόν το μικρό χώρο
ακριβώς όσο αυτή η σελίδα
θα ζω.
Είκοσι πέντε μέρες. Ύστερα
θα έχω το κατάλληλο βάρος
θα έχουν σπάσει τα πόδια μου
θα είμαι έτοιμη πια.
Δείτε, είναι μέρα ακόμη.
Εδώ δεν νυχτώνει ποτέ.
Έχω μπροστά μου είκοσι πέντε ολόκληρες μέρες,
με τους λαμπτήρες πάντα αναμμένους.
Δεν θα κοιμηθώ. Ποτέ.
Μόνο θα τρώω. Πρέπει να τρώω συνεχώς.
Δεν κάνει να σταματώ. Πρέπει να έχω
το κατάλληλο βάρος όταν θα έρθουν.
Πρέπει να τρώω πολλές φορές την ημέρα τις ορμόνες μου.
Να παίρνω τα φάρμακά μου.
Να τρώω την άμμο μου, το χαλίκι μου, τον ασβέστη μου.
Αφού ο ήλιος δεν με βλέπει ποτέ.
Σαν τις θυγατέρες στα πλουσιόσπιτα.
Αλλά τα σπίτια έχουν κρυψώνες.
Εγώ δεν έχω πού να κρυφτώ.
Πίνοντας νερό δεν βλέπω τον ουρανό.
Δεν θα μάθω ποτέ μου τι είναι το χώμα.
Δεν μπορώ να ραμφίσω. Μου έκοψαν το ράμφος μου.
Ήμουν κακή. Ράμφιζα μέχρι αίματος το στήθος μου.
Μου αύξησαν τα ηρεμιστικά.
Ύστερα μου έκοψαν τα νύχια.
Ξέσκιζα το λαιμό μου και τα σπλάχνα μου με νυχιές.
Δεν άπλωσα ποτέ τις φτερούγες μου.
Θα μπορούσα να πω ότι είμαι ένα στομάχι.
Μηχανικό ζώο. Πέλμα τέρατος. Σκοτεινός οιωνός.
Με ξεκουφαίνει ο θόρυβος μέσα στ’ ολόφωτο λάγκερ.
Χιλιάδες, ίδιες, πανομοιότυπες κότες κακαρίζουν.
Χωρίς σταματημό.
Πάνε κι έρχονται, έρχονται και φεύγουν.
Σαν να μην υπάρχουν καν, σαν να μην είναι τίποτα!
Μια πόρτα που ανοιγοκλείνει, ένα ρεύμα αέρος.
Μόρια σκόνης που αιωρούνται.
Δεν είναι για κανέναν τραγικό το κεφάλι της σφαγμένης κότας!
Λες και γεννήθηκε γι’ αυτό. Την αιώνια λαιμητόμο.
Για το κορμί που σπαρταράει κανένας δεν έχει νοιαστεί.
Για το βρέξιμο, το ηλεκτροσόκ, το σφάξιμο, το διαμελισμό
και κυρίως την αναμονή πριν από φτο.
Το σπρώξιμο, το στριμωξίδι, τη βουβή σκοτεινή γνώση, ναι!
Και κατέαξαν τα μέλη αυτών στα φραγμένα χωρίσματα. Και
τα στοίβαξαν, τα σύλησαν, τα κομμάτιασαν.
Μας αθωώνει η απουσία κοτίσιου προσώπου; Η ανωνυμία;
Το άλογον του πράγματος; Ή συνιστά εσχάτη ενοχή;
Αυτό που οι καλόγεροι αναζητάνε με εμμονή,
την ανωνυμία, την καταστροφή του ατομικού είναι,
εκ γενετής κατέχει το ζώο, κότα, όρνις, πουλί,
χρυσό κοτοπουλάκι, μάννα κλώσσα, κόκκορας, πετεινάρι.
Και να η έκπληξις, καλοί μου άνθρωποι, ιδού η ανατροπή!
Κάθε κότα είναι μοναδική. Πρόσωπο υπάρχει. Εμείς δεν το βλέπουμε.
Ουκ αν εμβαίης δις εις τον αυτόν ποταμόν.
Ποταμός είναι η καθεμιά κότα.
Ποτάμι ζωής και ποτάμι θανάτου.
Ροή δημιουργίας και ροή καταστροφής.
Γι’ αυτό, φίλοι, γονυπετείς,
ας προσευχηθούμε στην Αγία Κότα.
Ας κείται εν ειρήνη στη σελίδα αυτή.
Ας σπλαχνιστεί την εσχάτη ανθρώπινη ύβρι.
Ας μην απαντήσει στην ανείπωτη φρίκη
με ανείπωτη φρίκη.
Σε χαιρετάμε, Ave, Ακεραία Κόττα!
Σπουδαίο, καλό πουλί.
Χαίρε, και πάλι Χαίρε!
Στους δροσερούς ουράνιους λειμώνες που αξίζεις,
μέμνησο ημών!


Η γάτα

τ’ αντικείμενα που με περιστοιχίζουν με τους τρόπους τους ανακαλούν στη θύμησή μου περιοχές γεμάτες υγρασία. είναι ίσως αυτή η μοναδική πηγή όπου μπορεί κανείς να καταφύγει για να επισκευάσει τα χαλασμένα ρολόγια τα οποία ως οικογενειακά κειμήλια φυλάγει στα σεντούκια της συμπόνοιας σε ατέλειωτο μήκος χιλιομέτρων και πάνω απ’ όλα της αγάπης η πηγή ο αείποτε θάλλων μαστός μιας ήδη ηλικιωμένης μητέρας της οργής μου. λοιπόν είναι αυτονόητο για τον καθένα το πώς περιμένω ο έφηβος (των Αντικυθήρων) να μου γνέψει ή να μου στείλει σημείωμα νεαρό σύνδρομο ευτυχίας (κατά σύμπτωση η κατά Down Ευτυχία είναι αδελφή μου). με τηλεγραφήματα έσπευδα να ανακοινώσω το θαύμα που μου είχε αποκαλυφθεί γέμισα κάρτες τον μαυροφορεμένο μου υπηρέτη. συνέχαιρα τον Henry για την επέτειο των γενεθλίων του τον Dorian για τις τόσες εξαίσιες στιγμές τον Basil για τη συχνότητα των παλμών του. μου πρόσφεραν το τσάϊ στην αγκαλιά τους με τόση έκφραση που αναρωτιόμουν ήμουνα πράγμα-τι μέσα στο καράβι ή η ίδια η Colette; έτσι μια μέρα διέρρηξα τις αποθήκες της αδελφής μου. το μέρος αυτό κάπου παράμερα ήτανε ως τότε της γάττας για να γεννάει. μέσα στην υγρασία βγάζανε μάτια κι οι πατάτες μεγάλα και ζωντανά που κοιτούσαν τους πάντες και τα πάντα μέσα στη νύχτα. παρακολουθούσα νυχθημερόν ό,τι συνέβαινε μέχρι που κατάφερα με τη μυρωδιά να βρω την ουρά μου και να την αδράξω. είχα ένα ανεπανόρθωτο σώμα με φτερά στο οποίο μέσα οι πιο αλλοπρόσαλλες καταστάσεις κάνανε παρέα. σκαλωμένες όλες πάνω στο ακριανό κάγκελο του νεοκλασσικού μου σπιτιού μ’ αποχαιρετούσανε καθώς κινούσα για ταξίδι μεγάλο μέσα στο χρόνο. οι σιλουέττες τους μου θύμιζαν τον Marcel Proust ή μάλλον ήτανε σιλουέττες (αγίων;) γυναικών που ώρες προσεύχονται γονατισμένες κι ύστερα με αποχές τρέχουν σε λίμνες ενστερνίζονται θερμά τα νερά ή με ευγενικές δέσποινες με hennin και houppelande που ώρες τραγουδούνε ρίχνοντας στα παγώνια των κήπων τροφή. αυτά τα εδέσματα και άλλα πολλά ακόμη έχω στους μαστούς μου μάλλον έχουν προσδεθεί εκεί σαν μια καρδιά μεγάλη με πολλά παιδιά που ασπαίρει σαν ένα πρόσωπο δοσμένο σε θριαμβολογία μαγική. σ’ έν’ άλλο μέρος είναι πίσσα. μαύρη κι άραχλη και σκοτεινή. σ’ έν’ άλλο πάλι μέρος κουρέλια όλων των χρωμάτων. και μέσα σ’ όλ’ αυτά μυστήριο έμβλημα μια γάτα.



Οι τελευταίες ημέρες της Πομπηΐας

βρισκόμουνα τότε στην κονίστρα έτοιμη να παλέψω υπό τας ιαχάς του πλήθους και με την ευχή της μάννας μου μ’ όποιο τρομερό τέρας ή ανίκητο μονομάχο μου ’στελνε ο βασιλιάς. είχα ντυθεί όψη λύκου κι ένα πνεύμα όχι τρέχον για
ν’ ανταποκριθώ και στ’ αυτιά μου πάντα ηχούσε το σήμαντρο του Αγίου Σουλπικίου μια φθινοπωρινή μέρα του Παρισιού. είχα προετοιμαστεί καλά για τον αγώνα που θα ήταν ο τελευταίος μου. ύστερα θα ’παιρνα τα βουνά. ο εκδικητής μεθυσμένος με το ακόντιο στο χέρι πήδηξε στην αρένα κι έσπειρε τον πανικό. μερικοί Χριστιανοί κιθαριστές μέσ’ από τα μπουντρούμια τους μόλις τον είδαν άρχισαν να παίζουν απαλές συγχορδίες για να τον μερώσουν αλλ’ από μένα ο συρφετός απαιτούσε άλλα. έτσι και γω αντάλλαξα την πόρπη μου μ’ ένα ζευγάρι μεγάλα φτερά κι όρμησα καταπάνω του με τριγμούς οδόντων. όταν κάτω από κατάλληλες χρωματικές συνθήκες η αναμέτρηση αυτή ξανάρχεται στο μυαλό μου – περαιτέρω λεπτομέρειες ίσως αναφέρω αργότερα – καταλαβαίνω με πόσο πάθος αλλά και πόσο μάταια έζησα προσπαθώντας να κατασκευάσω ένα αξιόλογο και ασυνήθιστο έργο τέχνης εκ του μη όντος σχεδόν με υλικά μάλλον από κατεδαφίσεις παλαιών νεοκλασσικών σπιτιών. κι αισθάνομαι φοβερά προδωμένη τη λιονταρίσια ψυχή μου. δε μου ’πρεπεν η μοίρα του μικροπωλητή του αφεψηματοποιού καν της ανθοπώλιδος. είχα και έχω μίαν και μόνην vocation τις μεγάλες πλατειές αίθουσες ανακτόρων όπου βασιλικοί χοροί δίδονται σε χλιδή υπό τα όμματα των κατόπτρων και όπου τους συνδαιτημόνας στα intermezza διασκεδάζουν θίασοι εξάλλων θαυματοποιών προκαλούντων κρουνούς δακρύων κρουνούς γέλωτος. και το θαυμασιότερο το πιο ουράνιο και το απίστευτα τραγικό που μόνον ο ιδικός μου νους το βάζει είναι πως όλα τούτα γίνονται για μία και μοναδική φορά για μία και μοναδική φορά λούζονται στο ύψιστο δραματικό τους μεγαλείο κι ύστερα μέσα σ’ έκρηξη φοβερή εξαφανίζονται στα τάρταρα μια κι έξω ενώ επάνω στα ερείπια γυμνή θρηνεί μια νηρηΐς ερωτόληπτος. πολλοί θα με κατηγορήσουνε για Sturm und Drang θα με κατατροπώσουνε με αναλύσεις. αλλά στην ψυχή στο σώμα και στα όνειρά μου κυριαρχεί η λέξις κονίστρα. η κονίστρα-αιώρα η κονίστρα-πολυθρόνα η κονίστρα-αλεξίκακον ποίημα η κονίστρα-μαϊμού δεμένη μ’ αλυσίδες ατλαζιού η κονίστρα-μητέρα.


Ο Παύλος Ζάννας και το Πεπρωμένο του

Ο Παύλος Ζάννας κοιτούσε το φλιτζάνι του και πήγαινε με ύφος ευχαριστημένο κοιτούσε τον καφέ στο φλιτζάνι του και πήγαινε υπομειδιώντας με την κόκκινη χαίτη των μαλλιών του πάνω στ’ ωραίο χαλί ή έτσι μου φάνηκε καθώς σιωπηλή από το νεροχύτη τον παρακολουθούσα και απορώ πώς δε σκόνταψε στα έπιπλα έτσι που πήγαινε κοιτώντας σε βάθος το φλιτζάνι του ή περ’ από φτο ταυτόχρονα σ’ ένα μέρος πολύ μακρινό τι να σκεφτόταν άραγε τι άλλο επρόκειτο να πει, τι ευφυές σ’ ένα φιλικό σπίτι ή μήπως να φύγει ό,τι ώρα ήθελε η πόρτα ήταν εκεί την άνοιγε κι έφευγε ή να κρυφτεί να χωθεί μες στα έπιπλα σαν το παιδάκι στο σπίτι της γιαγιάς του αλλά τι να’βλεπε μες στον καφέ ο ισορροπιστής αυτός το σχήμα που ποθούσε ή ένα σχήμα που μη έχοντας άλλο είπε ε, καλό είναι ας το δεχτώ ούτως ή άλλως δεν υπάρχει άλλη επιλογή ας φανώ υπεράνω καταστάσεων και γενναίος αλλά μήπως τον κυνηγούσαν πουλιά όπως στη Μάρνη ή όπως κυνηγούν εμένα τα πουλιά-τύψεις τα πουλιά-ατελείωτα πράγματα, κι αδιόρατα μειδιώντας εκρύπτετο και υπεκρύπτετο εις τον ωραίον σκύφον τον οποίον του ενεχείρισε η εύχαρις οικοδέσποινα και εν τω φευγαλέω βλέμματί του είχεν εγκιβωτίσει την αποστροφήν αυτής ταύτης της πραγματικό¬τητος την οποίαν ουχ ήττον ενηγκαλίζετο και εθώπευε ή εταξίδευε ναι μάλλον εταξίδευε μεταξύ εισόδου και αιθούσης υποδοχής τον εαυτόν του τον οποίον αντελαμβάνετο ως πολύτιμον από κάτω όμως μυριζότανε τα βρώμικα και κοίταζε μια τρύπα στο νερό που είχε κάνει τόσα χρόνια τι στο καλό τίποτα δεν μπορείς να ελέγξεις σε γαμάει το πεπρωμένο σου από μπρος κι από πίσω βέβαια κι έτσι κομμάτι ζεις όπως-όπως τουλάχιστον αν μπορούσε να αναθέσει εις ανώτερα κλιμάκια την διεκπεραίωση αλλά τι τα θες μάταιος κόπος ας ταξιδέψω λοιπόν τώρα μιας κι έχω γλιτώσει για την ώρα δεν με κυνηγούν έχω υποστεί και την παιδικήν ηλικίαν ας ταξιδέψω κι αύριο μεθαύριο κάμνω απόφασιν για το πεπρωμένο μου έχω μαθές λίγον καιρόν ακόμη για να κανονίσω λογαριασμούς μαζί του πριν να πετρώσει τελεσίδικα τα βήματα του λοιπόν τον οδηγούν όπως πολλά βράδυα στα σοκάκια της μικρής επαρχιακής πόλης των Άνδεων όπου τον έχει στείλει η Εταιρεία κι η μοναξιά τον βαραίνει όπως κάθε Σαββατόβραδο έκατσε στους ώμους του ασήκωτη πάντα η ίδια θυμήθηκε τη μάννα του και τον πατέρα του που τον αφήνανε στη γιαγιά του και στις θείες του ενώνοντας κι ανταλλάσσοντας τη Μικρά Ασία με τις κορδιλλιέρες των Άνδεων την ίδια στιγμή που η ιλαρή οικοδέσποινα παρουσίαζε τον τελευταίο αλφαβητικό πίνακά της στους καλεσμένους οι αγκαλιές με την ελαφριά ξυνίλα, παραμύθια καλοφαγία, αλλά η μοναξιά σα δίχτυ τον τύλιγε κάτι απαλό και βαρύ
που ’ρχότανε και στον ύπνο του καμιά φορά να τον φοβερίσει τα χείλια του είχανε γανιάσει από έναν πασατέμπο που ’χε βρεθεί στην τσέπη του χοντρού του παλτού κι έφτυνε τα τσόφλια με θόρυβο στις σκοτεινές γωνιές η μοναχική του φύση πεισμάτωνε οι θύμισες τσουρουφλίζανε τις αμασχάλες του ήπιε τον καφέ ανακάτεψε τη ζάχαρη στον πάτο εκεί πάνω στο απέραντο κομπολόϊ των Άνδεων μια χάντρα ο παφλασμός των στιγμών σκεπάζει το τίναγμα του βούρδουλα του χρόνου μετράω κάποια στιγμή θα τελειώσουν όλ’ αυτά μετράω και θα σκύψουμε να σφουγγίσουμε το μέτωπο του δημίου μας το μέτωπό μας το μέτωπό σου με τα κόκκινα μαλλιά και τη λιονταρίσια χαίτη σου πάει κουβαλώντας ένα φορτίο αντίστασης που γινότανε όσο πήγαινε πιο ελάχιστη σ’ έναν τόπο άγνωστο ως τα χτες σ’ ένα τεθλασμένο μοιραίο υψίπεδο τρελλή αντίσταση ενώ υπομειδιώντας κανονίζει τους όρους παράδοσης ζητάει άφεση στην αγάπη και στο μίσος γδύνει την τέχνη απ’ τ’ άμφια της ρίχνει την αγιαστούρα κάτω βλαστημάει ο βαρύς γοργός άνεμος φέρνει τη βρισιά στα μούτρα του ροχάλα πάνω στ’ ωραίο χαλί με τα παγωμένα του δάχτυλα σαλιώνει το μολύβι έτοιμος για το τελικό μοντάζ ξετυλίγει τις μπομπίνες καζάντισε τόσα χρόνια απ’ τις αναδρομές η ζωή κλαυσίγελως κοίτα πόσο καλά ξέρω να σε φτάνω τρώω τα χιλιόμετρα και σε φτάνω καθώς τεράστιος κόκκινος ανεμίζοντας με το πρόσωπο χωμένο στα σύννεφα μια χάντρα στο απέραντο κομπολόϊ των Άνδεων υπομειδιάς και εκτείνεσαι μετράς κι ανεβαίνεις Παύλο Ζάννα λάτρη των ορατών και αοράτων της ζωής και λάτρη του θανάτου.

Μαρία Τσάτσου

Εκτύπωση του άρθρου