Εκτύπωση του άρθρου

Ευχή 

Το’ θαψε η Τασία το σκυλί στο περιβόλι κι ακούει κάθε νύχτα τα’ αλυχτίσματα η γειτονιά. Χειμώνα καλοκαίρι δεμένο σε δυο μέτρα χώρο μασούσε με τα νύχια του τις φλέβες να κόψει το σκοινί. Δώσε του Κύριε ένα χωράφι ανοιχτό κι έναν ορίζοντα

να τρέχει.



Κρυφό 


Δεν έμαθα ποτέ το όνομά της. Σκόρπιες κουβέντες, μυστικές που ψιθυρίζανε οι χωριανοί, τη θέλανε χαμένη. Κορίτσι ακόμα στα δεκαεφτά, πού βρήκε το κουράγιο πού το σκοινί να κρεμαστεί. Κανένας δεν τήνε μνημόνευσε. Ούτε καντήλι ούτε μνήμα, η θεία μου η άγνωστη που αιωρείται ακόμα πάνω από τα σχοίνα.


 


Μ’ ένα ξυπόλυτο παλτό

 

Δεν είναι ούτε δώδεκα χρονώ ο Ίβο και ήρθε από τα βόρεια κρυμμένος σ’ ένα φορτηγό. Πέντε μερόνυχτα σκοτάδι ανάσανε όλη την πίσσα και τη σκόνη της εθνικής κουλουριασμένος σε μια τρύπα. Νύχτα τον ξεφορτώσανε στα σύνορα. Μ’ ένα ξυπόλυτο παλτό γυρίζει τώρα στις πλατείες και ζητιανεύει βλέμματα.

           



Χαμηλόφωνο
 


Η Ρίτα όλη μέρα σιωπηλή πλένει και καθαρίζει τα πατώματα, ταΐζει την κυρία Αριστέα στο καροτσάκι, τεντώνει τη μπουγάδα στην απλώστρα. Το βράδυ που τελειώνει τις δουλειές ανοίγει τη φωτογραφία στο ντουλάπι και παίζει τόπι με τον μικρό Θωμά το γιό της που την περιμένει χρόνια να γυρίσει στο σπίτι τους.


 


 


 


 

 

 


 

.


Εκτύπωση του άρθρου