Εκτύπωση του άρθρου

 

 

Vates στα λατινικά σημαίνει μάντης, προφήτης. Αλλά επειδή συχνά οι προφήτες έδιναν τους χρησμούς τους σε στίχους, η λέξη πήρε γρήγορα και τη σημασία του ποιητή. Στα ιταλικά η λέξη vate σημαίνει τόσο τον προφήτη, όσο και τον ποιητή μεγάλης θεϊκής έμπνευσης. Ο ποιητής προφήτης (poeta vates) είναι ένας όρος που πρώτη φορά αποδόθηκε στους Λατίνους συγγραφείς, οι οποίοι αναζήτησαν μέσα από το έργο τους τις αξίες της αρχαιότητας, όταν αυτές οι τελευταίες έμοιαζαν να έχουν χαθεί στην περίοδο της μεγάλης διαφθοράς που επικράτησε στη Ρώμη μετά την εποχή του Καίσαρα. Ο όρος, που αποδόθηκε στους Λατίνους ποιητές Οράτιο και στον Λουκρήτιο, αφορά έναν ποιητή ο οποίος είναι εμπνευσμένος από το θείο και μπορεί να αποτελέσει οδηγό για την κοινότητα, προσπαθώντας ενεργά να επαναφέρει ηθικές αλλά και φιλοσοφικές αξίες.

Με παρόμοιο τρόπο εμφανίζεται ο ποιητής προφήτης στον Ρομαντισμό, όταν η επικράτηση του συναισθήματος, σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε στο προηγούμενο ρεύμα του Νεοκλασικισμού, συνδέεται με την εσώτερη ανάγκη των ποιητών να γίνουν ερμηνευτές του κόσμου και αυτοί που θα ανακαλύψουν τις κρυμμένες στους υπόλοιπους αξίες του. Στην ιταλική ποίηση χαρακτηριστικό παράδειγμα ποιητή προφήτη είναι αυτό του Ούγκο Φόσκολο (Ugo Foscolo), ο οποίος συναρμόζει το χαρακτηριστικό της προφητείας με αυτό της εγκατάλειψης στα πάθη και τα ένστικτα, μέσα σε μια κατάσταση ένθεης έμπνευσης.

Σε νεότερα χρόνια, ίδια εικόνα παρουσιάζει και ο Γκαμπριέλε Ντ’ Αννούντσιο (Gabriele D'Annunzio), o οποίος εκπροσωπεί το ρεύμα που ονομάστηκε στην Ιταλία decadentismo (από τη λέξη decadenza= παρακμή) και αρκετοί μελετητές έχουν παραβάλλει το έργο του με αυτό του Μπωντλέρ (Baudelaire). Σε αυτή την περίπτωση ο ποιητής προφήτης χαρακτηρίζεται από μια σχεδόν μαγική ικανότητα να αποκαλύπτει το μυστήριο της ζωής και να κάνει κάθε όψη της πραγματικότητας σύμβολο για μια βαθύτερη αλήθεια. Παράλληλα, συνυπάρχουν σε αυτόν το πάθος για το ωραίο ως αυταξία και η μετατροπή της ίδιας της ζωής σε έργο τέχνης. Ο αισθητισμός αυτός δεν θα πρέπει να μας φανεί περίεργο ότι συνδυάστηκε με το χαρακτηριστικό του ποιητή προφήτη, αφού τόσο ο εστέτ όσο και ο προφήτης είναι οι εκλεκτοί μέσα σε έναν κόσμο μετριότητας και έλλειψης αρμονίας.

Ο D’ Annunzio, αναζητώντας αυτή τη χαμένη αρμονία, εμπνέεται από την Ελλάδα και τη μυθολογία της και κυρίως από το ταξίδι του Οδυσσέα, ενώ στο επίκεντρο της λατρείας προσπαθεί να θέσει τον θεό Πάνα, που κατά τη γνώμη του αντιπροσωπεύει την κοσμική πληρότητα. Βλέπει την αρχαιότητα ως μια εποχή ευτυχίας, στην οποία οι άνθρωποι ζούσαν ελεύθεροι, χωρίς τους περιορισμούς που έθεσε έπειτα ο χριστιανισμός. Ενδεικτικό είναι το ποίημα που ακολουθεί, στο οποίο η ζωή θεωρείται ως ένα δώρο του θεού Διονύσου. Παρατίθενται σε μετάφραση οι πρώτοι  στίχοι:

Ύμνος στη ζωή

Ω Ζωή, ω Ζωή,
δώρο φρικτό του Θεού,
σαν ένα πιστό σπαθί,
σαν ένας πυρσός που βρυχάται,
σαν τη γοργόνα,
σαν το κενταύριο ρούχο,
δώρο του αθανάτου
στην αδυσώπητη δίψα μου,
στη αδηφάγο πείνα μου,
στη δίψα και στην πείνα μου
μια μέρα, δεν θα πω εγώ
όλη την ομορφιά σου;
ω Ζωή, ω Ζωή,
δώρο της λήθης,
άγρια προσφορά,
σαν καθαρό νερό,
σαν στέμμα

Το παραπάνω απόσπασμα ανήκει στη συλλογή Maia (με υποτίτλο Laus Vitae). Η συλλογή αυτή είναι ουσιαστικά ένα μακροσκελές αυτοβιογραφικό ποίημα με πάνω από 8000 στίχους, που εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1903. Σε όλη την έκταση του έργου ο ποιητής εξυμνεί τη θέρμη με την οποία ο άνθρωπος μπορεί να ζήσει διακινδυνεύοντας και κατακτώντας εντέλει τη μυστική αλήθεια, αυτή που ο ποιητής προφήτης ατενίζει πάντοτε ελεύθερος…

Άννα Γρίβα

 

 

Εκτύπωση του άρθρου