Εκτύπωση του άρθρου

ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ

Το ποίημα και η εποχή:
παιχνίδια της διακειμενικότητας


Πολλές φορές η διακειμενικότητα μπορεί να μας παίζει τρελά παιχνίδια και να κρυφογελά με την αμηχανία μας. Τις προάλλες διάβαζα κάπου τους ηχηρούς στίχους του Εγγονόπουλου: «Προπαντός στα χρόνια τα δικά μας, τα σακάτικα, είθισται να δολοφονούν τους ποιητές». Κάνοντας λοιπόν τις συνδέσεις με το σήμερα, είναι πασιφανές ότι και τα χρόνια που ζούμε τώρα εμείς θα μπορούσαν άνετα να χαρακτηριστούν «σακάτικα» και αυτός θα ήταν ένα επιεικής χαρακτηρισμός, όσο κι αν αυτό πονάει. Από την άλλη, ναι, είναι γεγονός ότι υπάρχειμια πολεμική απέναντι στο πνεύμα και ό,τι αυτό συνεπάγεται. Το να είσαι πνευματικός άνθρωπος σήμερα από μερικούς θεωρείται ντεμοντέ. Η κυριαρχία της ύλης, των αριθμών, του συρμού και του διασυρμού! Κι όμως...κοιτώντας πιο προσεκτικά, θα δεις ότι η Ποίηση επιμένει πεισματικά. Οι Ποιητές δεν σιωπούν,υψώνουν το ανάστημά τους, γράφουν ανελλιπώς, εκδίδουν ανελλιπώς και δραστηριοποιούνται απίστευτα μέσα στο διαδικτυακό σύμπαν. Και εδώ, για να γυρίσω πάλι στη διακειμενικότητα που έλεγα, μου έρχονται στο μυαλό τα λόγια του Καμύ «H Tέχνη και η εξέγερση δεν θα πεθάνουν παρά μόνο με τον τελευταίο άνθρωπο». Τέχνη, εξέγερση, είναι  οι λέξεις κλειδιά.» Η καλλιτεχνική δημιουργία είναι μια επανάσταση», που θα επαναλάμβανε και ο Κωστής Παλαμάς ,αν ζούσε σήμερα και έβλεπε τα τεκταινόμενα.Όσο για τον Φρίντιχ Χαίντερλιν που έγραψε: «Προς τί ποιητής σε άγονουςκαιρούς!», ο Μανόλης Αναγνωστάκης πλήρως θα διαφωνούσε ,ανταπαντώντας:.«Πιστεύω ότι δεν μπορούμε να εννοήσουμε υπεύθυνη στάση ανθρώπων του πνεύματος χωρίς συμμετοχή στη συγκεκριμένη πολιτική προβληματική του καιρού και του τόπουμας, χωρίς σαφή προσδιορισμό του ιδεολογικού στίγματος, χωρίς ,θα έλεγα ΛΕΡΩΜΑ μέσα στην Πολιτική πράξη, αρκούμενοι σε νεφελώδεις ανθρωπιστικές διακηρύξεις και αυτοπροβολές ήθους και πνευματικής εντιμότητας». Φόρος τιμής στους ποιητές  εκείνους που δεν είναι κλεισμένοι στον γυάλινο πύργο τους αλλά όντες πάντοτε σε εγρήγορση κάνουν τέχνη με κοινωνικό πρόσωπο ,τέχνη που έχει απεύθυνση στον άνθρωπο και στην εποχή του.

Και ήρθε η στιγμή που επιλέγω να αναφερθώ σε δυο ποιήματα που εμφανώς συνδιαλέγονται μεταξύ τους. Το πρώτο ανήκει στον Νίκο Εγγονόπουλο και φέρει τον τίτλο «Ποίηση 1948»:


Ποίηση 1948

τούτη  η εποχή
του εμφύλιου σπαραγμού
δεν είναι εποχή
για ποίηση
κι άλλα παρόμοια:
σαν πάει κάτι
να
γραφεί
είναι
ως αν
να γράφονταν
από την άλλη μεριά
αγγελτηρίων θανάτου

γι' αυτό και
τα ποιήματά μου
είν' τόσο πικραμένα
(και πότε -άλλωστε- δεν ήσαν;)
κι είναι
-προ πάντων-
και
τόσο
λίγα.

(1948)

 

Το δεύτερο ανήκει στον Μανόλη Αναγνωστάκη και όπως, δηλώνειο τίτλος του, απευθύνεται στον Εγγονόπουλο στον οποίο απαντά:

 

Στον Νίκο Ε...1949

Φίλοι
Που φεύγουν
Που χάνονται μια μέρα
Φωνές
Τη νύχτα
Μακρινές φωνές
Μάνας τρελής στους έρημους δρόμους
Κλάμα παιδιού χωρίς απάντηση
Ερείπια
Σαν τρυπημένες σάπιες σημαίες

Εφιάλτες,
Στα σιδερένια κρεβάτια
Όταν το φως λιγοστεύει
Τα ξημερώματα.
(Μα ποιός με πόνο θα μιλήσει για όλα αυτά;)

(1949)

 

Συγκρίνοντας τα δυο ποιήματα...Ο Εγγονόπουλος αναφέρεται σε μια μελανή περίοδο της ελληνικής ιστορίας ,τον ελληνικό εμφύλιο, και παρατηρεί ότι σε τέτοιους καιρούς η ποίηση απουσιάζει («δεν είναι εποχή για ποίηση και άλλα παρόμοια»). Όμως πέφτει σε μια αντίφαση:από τη μια ομολογεί την απουσίατης ποίησης ,από την άλλη, ο ίδιος καταφεύγει στην ποίηση  για να παρουσιάσει την πραγματικότητα και να απολογηθεί. Εξηγεί ότι τα ποιήματά του είναι πικραμένα και λίγα, ακριβώς λόγωτης έκρυθμης κοινωνικοπολιτικής κατάστασης που επικρατεί και η οποία προφανώς δεν τον αφήνει ανεπηρέαστο ως δημιουργό. Ο Εγγονόπουλος δείχνει εύγλωττα τη σχέση αλληλεξάρτησης ανάμεσα στην τέχνη και την κοινωνία. Ο καλλιτέχνης είναι πομπός και δέκτης των μηνυμάτων της ανθρώπινης ζωής, καθώς και σεισμογράφος κάθε κοινωνικής μεταβολής.

Εν συνεχεία, ο Αναγνωστάκης, απαντώντας στον ομότεχνό του,αφού δώσει πρώτα εικόνες φρίκης ,σπαραγμού και αγωνίας στα χρόνια του εμφύλιου και επισημαίνοντας την κατάρρευση των εθνικών μας ιδανικών και αξιών, καταθέτει την άποψη  ότι  οι ποιητές σαφώς και οφείλουν να <<μιλούν για όλα αυτά>> και να καυτηριάζουν τα κακώς κείμενα, πάντως όχι να σιωπούν.Ερώτηση κλειδί η τελευταία του ποιήματος! Ο ποιητής έχει χρέος απέναντι στον άνθρωπο και την Ιστορία.

Κλείνοντας, πάντως ο Αναγνωστάκης θα μιλήσει «για όλα αυτά»στο ποίημα με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Μιλώ», από το οποίο παραθέτω τα εξής:

 

Mιλώ για τις ξυπόλητες μάνες που σέρνονται στα χαλάσματα
Για τις φλεγόμενες πόλεις τα σωριασμένα κουφάρια στουςδρόμους
Τους μαστροπούς ποιητές που τρέμουνε τις νύχτες στακατώφλια
Μιλώ για τις ατέλειωτες νύχτες όταν το φως λιγοστεύει ταξημερώματα
Για τα φορτωμένα καμιόνια και τους βηματισμούς στις υγρέςπλάκες
Για τα προαύλια των φυλακών και για το δάκρυ τωνμελλοθανάτων.



Εκτύπωση του άρθρου