Εκτύπωση του άρθρου


γράφει η Μάρω Παπαδημητρίου


Ο γέρος κιθαρίστας, Πικάσο, 1903

 

«Ο άνδρας σκυφτός  στη μπλε κιθάρα του
Ένας κουρέας κοπαδιών.  Η μέρα ήταν πράσινη.                                     

Εκείνοι τού είπαν,  «Έχεις μια μπλε κιθάρα»,
Δεν παίζεις τα πράγματα όπως είναι.»

Ο άνδρας απάντησε, «Τα πράγματα όπως είναι
Αλλάζουνε στη μπλε κιθάρα.»

Με αυτούς τους στίχους αρχίζει το ποίημα «Ο άνδρας με τη μπλε κιθάρα» (1937) του Ουάλας Στήβενς, εμπνευσμένο από τον «Γέρο κιθαρίστα», έργο της μπλε περιόδου του Πικάσο. Ο Στήβενς θεωρεί το μπλε ως το χρώμα της δημιουργικής φαντασίας και την κιθάρα στο κέντρο του πίνακα αλλά και του ποιήματος, σύμφυτη όπως φαίνεται με το σώμα του κιθαρίστα, αισθητήριο όργανο της φαντασίας, ικανό να αποδίδει μουσικά τις βαθύτερες σημασίες  των πραγμάτων πέρα από τη φαινομενική εικόνα τους. Ο γέρος στον πίνακα του Πικάσο είναι τυφλός. Λεπτομέρεια, που συμπίπτει ωστόσο με την θεωρητική τοποθέτηση του ποιητή Στήβενς σύμφωνα με την οποία δεν επαρκεί ο γυμνός οφθαλμός για τη θέαση του αντικειμενικού κόσμου: η ορατότητα του εξαρτάται από την ενόραση, όραση του εσωτερικού εαυτού και των αισθήσεων που ενυπάρχει δυνητικά στη σφαίρα της ανθρώπινης φαντασίας. Χωρίς καμία  μυστηριακή ή μεταφυσική διάθεση, ο Στήβενς  υποστηρίζει την  αλληλεξάρτηση πραγματικότητας-φαντασίας. Η πρώτη, ως τόπος αφθονίας υπαρκτών πραγμάτων, προσφέρει στη φαντασία το υλικό για να δημιουργήσει τα «φαντάσματα» της: νέες παραστατικές εικόνες,  αναπλάσεις, τροποποιήσεις και μετασχηματισμούς του φυσικού κόσμου. Η διαδικασία αυτή όμως μεταβάλλει ταυτόχρονα και την πραγματικότητα, καθώς επαυξάνει εννοιολογικά  τις διαστάσεις της σε έκταση και βάθος.  Χωρίς τη φαντασία ο αντικειμενικός κόσμος παραμένει μονοδιάστατος, όπως και η ανθρώπινη φαντασία στερημένη από τα ερεθίσματα του αντικειμενικού κόσμου παραμένει αδρανής. Στην εναρμόνιση  των δύο στοιχείων, ο ποιητής αναλαμβάνει τον πρωτεύοντα ρόλο του  κιθαρίστα. Έτσι, «δεν παίζει τα πράγματα όπως είναι»,  καθώς σχολιάζουν «εκείνοι» οι περαστικοί που δεν διακρίνουν τη μουσικότητα των μετουσιωμένων πραγμάτων στους ήχους της κιθάρας του, «των πραγμάτων» όπως  «αλλάζουνε στη μπλε κιθάρα». 

Ο ζωγραφικός πίνακας του Πικάσο εμπνέει τον Ουάλας Στήβενς να γράψει  το μεγάλο σε σημασία και έκταση ποίημα του «Ο άνδρας με τη μπλε κιθάρα», όπου εκθέτει ένα από τα κύρια θέματα της αισθητικής θέσης του για την ποίηση. Οι στίχοι του αναπτύσσονται σε μια  συνάντηση  ποίησης και ζωγραφικής, σε μια εσώτερη συνομιλία του ποιητικού λόγου με την εικόνα  προς αναζήτηση νοήματος στον κόσμο.  Δεν είναι ο μόνος ποιητής που  αποτυπώνει ένα τέτοιου είδους διάλογο στη μακρά ιστορία της ποίησης.  Ανεξάρτητα από εποχές και κινήματα, η ποίηση και η ζωγραφική  συνυπάρχουν και συνομιλούν επιβεβαιώνοντας τη συγγένεια τους: η  ζωγραφική ως «σιωπώσα ποίηση» και η  ποίηση ως  «λαλούσα ζωγραφία», όπως τις περιγράφει ο έλληνας  λυρικός ποιητής Σιμωνίδης στους αρχαίους ακόμα καιρούς.  Ωστόσο, δεν είναι εξίσου τιμημένες  στην παράλληλη πορεία τους εξαιτίας των ιστορικών συνθηκών και κοινωνικών προκαταλήψεων που καθορίζουν παλαιότερους χρόνους. Ο ζωγράφος, ταπεινής συνήθως καταγωγής και κατώτερης παιδείας, μαθητευόμενος απλώς σε κάποιο εργαστήριο της συντεχνίας,  θωρείται ως χειρώνακτας μιας  τέχνης χωρίς πνευματικότητα  και μάλιστα «δουλικής» εφόσον αποτελεί επάγγελμα αμειβόμενο χρηματικά.  Στον αντίποδα,  ο «δαφνοστεφανωμένος» ποιητής, γόνος  συνήθως εύπορης οικογένειας,  ευρείας παιδείας  και καλλιέργειας, δοξάζεται ως πνευματικός λειτουργός που διεγείρει τις ευγενέστερες αισθήσεις των ανθρώπων προάγοντας την ψυχή και τη διάνοια. Η σχέση των δύο τεχνών τελικά ισορροπεί στη φωτισμένη εποχή της  Αναγέννησης, όταν ο Λεονάρντο ντα Βίντσι με την ιδιοφυή θεωρητική ματιά του και το πολυδιάστατο έργο του, έρχεται να αποκαταστήσει την τιμή της ζωγραφικής και να καταξιώσει κοινωνικά τον καλλιτέχνη ως πολίτη της ανώτερης τάξης. Βέβαια, οι θεωρίες περί τέχνης και οι κατατάξεις της καλλιτεχνικής δημιουργίας σε κατηγορίες συνεχίζονται μέχρι τις μέρες μας, σύμφωνα  με τις εκάστοτε  κοσμοθεωρίες και κοινωνικές αντιλήψεις. 

Πνευματικές συγγένειες, κοινοί τόποι: ο λόγος της ποίησης εμπεριέχει την εικόνα, ο λόγος της ζωγραφικής είναι η εικόνα. Στη συμβίωση και παράλληλη ανάπτυξη των δύο, η εικαστική παράσταση προσφέρεται ως εμπνέουσα αφορμή, ο ποιητικός λόγος ως ιδέα προς απεικόνιση, ενώ συχνά οι ρόλοι εναλλάσσονται ή συνεργούν ή συνυπάρχουν σε συγγενείς μορφές της κάθε τέχνης.  Είναι πολλά τα ποιήματα που εμπνέονται  από ζωγραφικά έργα και το αντίθετο, όπως δεν είναι λίγοι οι ζωγράφοι που γράφουν ποίηση και οι ποιητές που έχουν ως παράλληλη ενασχόληση τους τη ζωγραφική.  Ζωγράφοι εικονογραφούν συχνά προσωπικές ή ξένες ποιητικές συλλογές, ποιητές γράφουν κριτική τέχνης, εικαστικοί και ποιητές συνεργάζονται σε κοινά έργα, μοιράζονται στενές παρέες φιλίας και αλληλοϋποστήριξης επιβεβαιώνοντας τις βαθύτερες συνδέσεις που τους ενώνουν.  Ο Μπωντλέρ  γράφει το ποίημα Lola de Valence αναφερόμενος  σε ομότιτλο πορτρέτο του Εντουάρ Μανέ. Το ποιητικό έργο Αυτοπροσωπογραφία σε κυρτό κάτοπτρο του Τζων Άσμπερυ αντλεί το θέμα του από το ομώνυμο έργο του αναγεννησιακού ζωγράφου Παρμιτζανίνο.  Ο άγγλος Ουίσταν Ώντεν στο ποιήμα του Musée des Beaux Arts και ο αμερικανός Γουίλιαμ Κάρλος Γουίλιαμς στο ποίημα Τοπίο με την πτώση του Ίκαρου, εμπνέονται από τον ομώνυμο πίνακα του φλαμανδού ζωγράφου Πίτερ Μπρίγκελ. Ο Γουίλιαμς γράφει επίσης το ποίημα  Κυνηγοί στο χιόνι, επηρεασμένος από αντίστοιχο έργο του Μπρίγκελ. Η ποιήτρια Σύλβια Πλαθ αναφέρεται στις «Ανήσυχες Μούσες» του Ντε Κίρικο, η Άντριεν Ριτς στην «Πενθούσα Εικόνα» του αμερικανού ΄Εντουιν Ρομάντζο Έλμερ , η Αν Σέξτον στην «Έναστρη Νύχτα» του Βαν Γκογκ,  ο ποιητής  Άλεν Γκινσμπεργκ στα «Λιμάνια  του Σεζάν», μια σειρά έργων του ζωγράφου από εικόνες της θάλασσας όπως την έβλεπε από το παράθυρο του στο μικρό ψαράδικο χωριό L'Estaque….  Αναλόγως  υπάρχουν καταξιωμένοι ποιητές  που είναι παράλληλα αξιόλογοι ζωγράφοι ή ποιητές που ασχολούνται ατελώς μεν με τη ζωγραφική αλλά δημιουργούν ενδιαφέροντα  έργα. Από τους σημαντικότερους άγγλους ποιητές, ο Ουίλιαμ Μπλέηκ είναι και ζωγράφος και χαράκτης  και εικονογράφος. Ο Μαγιακόφσκι είναι και ταλαντούχος ζωγράφος, ο Ανρί Μισώ επίσης, ο Ρίλκε ζωγραφίζει ερασιτεχνικά, ο Νίκος  Εγγονόπουλος  τιμάται  για το ζωγραφικό έργο του με το παράσημο του « Χρυσού Σταυρού», η ποιήτρια και τεχνοκριτικός Ελένη  Βακαλό προτρέπει τον Τάκη Σινόπουλο να ασχοληθεί σοβαρά με τη ζωγραφική του, ο Γιάννης Ρίτσος επιδίδεται στην ακουαρέλα και τα σχέδια με σινική μελάνη,  ο Νάνος Βαλαωρίτης συνδυάζει υπερρεαλιστικά την ποίηση του με τη ζωγραφική του, ο Οδυσσέας Ελύτης αναδεικνύει την άλλη διάσταση της καλλιτεχνικής ιδιοσυγκρασίας του με κολάζ και μικρές υδατογραφίες… 

Με δεδομένα τη φαντασία και την πραγματικότητα, οι Εικόνες, ζωγραφικές και  ποιητικές μαζί, κρατούν μέχρι σήμερα  ανοιχτό τον εσωτερικό τους διάλογο. Η γλώσσα τους μπορεί κατά τις εξελίξεις των καιρών να αλλάζει,  το ζήτημα όμως παραμένει ίδιο: ο κόσμος μας και το νόημα του. Στην ατέρμονη, περιπετειώδη περιπλάνηση του ανθρώπου προς αναζήτηση του νοήματος, ποίηση και ζωγραφική φωτίζουν διττά πλευρές της άλλης εσώτερης φύσης των πραγμάτων, υπαρκτής στον χώρο της  φαντασίας. Οι αποκαλυπτικές στιγμές που προκύπτουν  από αυτή τη διαφώτιση καταπραΰνουν την ανθρώπινη ψυχή και την συμφιλιώνουν με την ατελή αντικειμενική   πραγματικότητα. Το νοούμενο είναι ότι πέρα από την περιορισμένη όψη των φαινομένων υπάρχει ένας άλλος κόσμος, ενδόμυχος, αρμονικός, ποιητικός. Αυτή λοιπόν είναι η ζωή, τα πράγματα όπως είναι ; / Το βήμα της προσεκτικό πάνω στη μπλε κιθάρα…», ρωτούν οι  πρώτοι στίχοι του Ουάλας Στήβενς στο τέταρτο κάντο του ποιήματος, για να καταλήξουν: «Αυτή λοιπόν είναι η ζωή: τα πράγματα όπως είναι, / Ο βόμβος καθαυτός της μπλε κιθάρας».

 

Μάρω Παπαδημητρίου                      




Νέοι ποιητές  συνομιλούν με  ζωγράφους  άλλων εποχών.
Η αίσθηση που μεταφέρει η εικόνα μεταπλάθεται σε λόγο.
Η οπτική του ζωγράφου γίνεται όραμα του ποιητή.
Εκλεκτικές συγγένειες.
 





Είναι ένας αέρας παράξενος σε τούτα τα ερείπια.
Φεγγοβολούν οι τοίχοι.
Ανάσες γνώριμες και ξεχασμένες.
Σεμνές φιγούρες, αγαλμάτινες
ξανθά κεφάλια δροσίζονται στον άνεμο.
Πράσινα τα φύλλα.
Τα σύννεφα ασημιά.
Λίγο κόκκινο χυμένο στα μάτια
Μνήμες χορτάριασαν σε τούτα τα ερείπια.
Τα βράδια έρωτες ζωντανεύουν.
Παλιοί σκοποί γεμάτοι μελαγχολία.
Ο ήλιος ξημερώνει χρυσαφένιος
την άλλη μέρα
Παράξενος είναι ο αέρας σε τούτα τα ερείπια.
Χυμένο λίγο κόκκινο στα μάτια

Σάρα Θηλυκού

πρώτη δημοσίευση, περιοδικό νεα πορεια, τ. 401-404

Η μνήμη , Rene Magritte



Οχτώ η ώρα – μάλλον πρωινού.
Σε λίγο θα ανοίξουνε στη Δύση τα μουσεία ˙
Θα στοχαστούν, πολλοί, περιδιαβαίνοντας
Κοιτώντας πίνακες, αγάλματα,
Ξεθωριασμένες λέξεις που εξυμνούν σώματα «αθάνατα»
Και  σε δικά τους ποιήματα θα μεταφέρουν
Τ’ όνομα του ζωγράφου ή του γλύπτη.
Θαπροτιμήσουνετο: «Primavera. Botticelli.»
Και θα το πούνε στίχο, πώς να τολμήσουν,
Έχοντας σπέρμα στεγνωμένο: «άνοιξη»
Να πουν και να μυρίσει κάτι
Από τη νέα ακμή, του ξεραμένου ξύλου;

Ο ήλιος ξεσηκώθηκε πάνω απ' τις σκέψεις μου.
Είναι πρωί ˙ ωριμασμένο μες στα χέρια του Μαΐου:
Απαστράπτοντα πεύκα, σε χλωρή πυρκαγιά. Συλλογιέμαι:
Το δάκρυ προτιμά ο Θεός απ' το αίμα και πώς να το νιώσουν 
Αδέλφια που σβήνουν στο βλάστημο μόχθο; Ας είναι
Στάχτη και πάγος η τροφή μου

Χρίστος Κρεμνιώτης

από την συλλογή "Γεωμετρία της νύψης”, Εκδόσεις Φρεαρ 2015

 Primavera, Botticeli



Δεν υπάρχει αγάπη, άρχισε να μου λέει,
χωρίς (λογική τουλάχιστον) ασυνέπεια.


Ο έρωτας είναι εντελώς τυφλός, είπε,
ανώριμος και συχνά φαιδρός, είπε,
όχι εγωκεντρικός αλλά εγωιστικός, είπε,
αυταρχικός, είπε,
ασύμμετρος, είπε, άνισος,
και δίπλωσε τα μπράτσα της
γύρω απ’ το λαιμό μου
για να μη μείνει τίποτα, είπε,
που να μη λεηλάτησες.
 
Αλέξιος Μάινας

από τη συλλογή: «Το περιεχόμενο του υπόλοιπου»


Το φιλί, Gustav Klimt



Γραμμή διηνεκής
ανάμεσα στο φως και το δικό τους τοπίο
εκεί που ζωγραφίστηκαν
στο άκρο μιας ευθραυστότητας
με σύντροφο τη μικρή τους σκιά.
Σύννεφα-ταξίδια κατά το σχήμα τους
σε ώριμο φτάνουν δειλινό
αιχμάλωτα στο χρώμα
ενόσω μαζί τους κι ο νους (ακατοίκητος)
για μία ακόμα ημέρα στο φευγαλέο
θα δραπετεύσει.


Πόλυ Μαμακάκη

από τη συλλογή «εν(d)oς», εκδ. Γαβριηλίδης 2012




[

Paysage aux papillons, Salvador Dali



 

                                                                  Στον Γιάννη Κουτροζή


Ίσως, λίκνισμά της να ερέθισε το σκοτάδι.
Ίσως κάρφωσε βλέμμα γυμνό στον πόθο.
Ίσως γιατί ολομόναχη ιερουργεί στο αντίρροπο
έγινε το πρόσωπό της φρουρός του ασυνείδητου.

Έτσι ως κοιτά πίσω από βήματα ολοένα,
κάτω από την σκιά των ώμων,
στην κλίνη, ανάσκελα, εκτραχύνεται.
Σχεδόν ανάγλυφη
λες και λάξευσε τ’ άγγιγμα πάλη αψεγάδιαστη.
Σώμα ολόκληρο, μια πρόβα αμαρτίας.

Μετρώ τους ανθρώπους απ’ της πλάτης τις ρωγμές.
Άφρονη σεμνοτυφία
μισόγυμνης του συναισθηματισμού απρέπειας.
Πώς να κοιτάξω άνθρωπο ολόκληρο,
μεγάλη ευθύνη.

Γιώργος Στεργιόπουλος

από τη συλλογή "Κατά Χρόνον Ευαγγέλιο», Εκδόσεις των Φίλων


 Blue nude  Picasso



Εκτύπωση του άρθρου