Εκτύπωση του άρθρου


 

 

 


 

                                                            : μυστικό του σώματος
                                                                                   : της λέξης
                                                                                       : της καρδιάς των Θεών                   
                                                                                             (Μάρπα, Θιβέτ)
 

Τι είναι αυτό που οδηγεί την ποίηση σε μία διαδρομή που ξεκινά από τους προφορικούς στίχους των επικλήσεων των σαμάνων στις αρχέγονες κοινωνίες και συνεχίζεται στην ελληνική αρχαιότητα με τον Όμηρο και τον Ησίοδο, ή στη Μεσοποταμία και στη Γη Χαναάν με τους ποιητές και προφήτες?

Ένας κόσμος μυστηρίου που πρόβαλε από τα δάση, τις πηγές, τα βουνά, από τη θάλασσα και τον κάμπο, μια ξαφνική καταιγίδα με αστραπές που ηλέκτριζαν την ατμόσφαιρα, ένας κόσμος που φανερωνόταν στα σύννεφα άμμου που σήκωναν οι άνεμοι στην έρημο,  ένας κόσμος που μαγνήτιζε  με την ενέργειά του, δημιουργούσαν έκπληξη ανάμεικτη με φόβο και αποτελούσαν την αιτία της έκστασης των πρώτων ποιητών οι οποίοι έστηναν ένα υπερβατικό σκηνικό για να επικοινωνήσουν με το άγνωστο «Άλλο» να ερμηνεύσουν τα μηνύματά του και να μετουσιώσουν  τις ενοράσεις τους σε ένα διαμεσολαβητικό λόγο που θα αποκάλυπτε το όραμα τους στη φυλή. Έτσι ο ποιητικός λόγος λειτουργούσε σαν ύμνος προς το « Άλλο» το εξώτερο και συγχρόνως προέβλεπε και καθοδηγούσε. 

Κάπως έτσι γεννήθηκε η προφητεία στα σπλάχνα της ποίησης αλλά και αντίστροφα ο αποκαλυπτικός ή υμνητικός λόγος δημιούργησε στίχους και μουσική για να αναδείξει την υπερβατική του προέλευση. Ο ρυθμός, η μεταφορά και ο επαναληπτικός λόγος διέστελλαν τη γλώσσα, την έκαναν υποβλητική και της έδιναν τη δυνατότητα να μεταφέρει κρυφά μηνύματα και να περιγράφει πράγματα που διαφορετικά δεν ήταν δυνατό να γίνουν εύκολα κατανοητά και αποδεκτά. Ο χορός των λέξεων συντελούσε στον χορό των ψυχών.

Με την ποίηση αναδεικνύεται η έμπνευση του ποιητή η οποία όμως ολοκληρώνεται με την προφητεία. Τότε ο ποιητής με τον σκοτεινό και αμφίσημο στίχο του αναγγέλλει  ένα μήνυμα,  και χωρίς ο ίδιος να το καταλαβαίνει, γίνεται αγγελιοφόρος μιας αλήθειας που είναι καλά κρυμμένη στα βάθη της ύπαρξής του. Σε όλα τα μήκη και πλάτη του αρχαίου γνωστού κόσμου, ο Μάντης, ο Σαμάνος, ο Προφήτης, λειτούργησε με τον ίδιο τρόπο. Χρησιμοποίησε τη μεταγλώσσα της ποίησης σαν εργαλείο για την αναγγελία του οράματος.

Στη Μεσοποταμία, στην Ακκαδία, εμφανίζεται η παλιότερη γνωστή ποιήτρια, η Ενχεντουάννα (2285-2250 π.Χ). Ήταν αρχιέρεια του Θεού Νάννα (του φεγγαριού) στην πόλη Ουρ και συνέθεσε ύμνους για τη θεά Ινάννα. Η Ινάννα λατρευόταν στην πόλη Ουρούκ, σαν θεά του πολέμου αλλά και της γονιμότητας και του αισθησιασμού. Προστάτευε τις ιερόδουλες που υπηρετούσαν στους ναούς της. 

Το Έπος του Γκιλγκαμές είναι μια συλλογή θρύλων και ποιημάτων των Σουμερίων για τον Γκιλγκαμές, που θα πρέπει να έζησε την τρίτη χιλιετία π.Χ.  Στη συλλογή περιλαμβάνεται και ο μύθος του Κατακλυσμού των Σουμερίων.

Στην Αρχαία Ελλάδα με τη λέξη Σίβυλλα χαρακτηριζόταν  οποιαδήποτε γυναίκα με μαντική ικανότητα που προφήτευε αυθόρμητα (χωρίς να ερωτηθεί), όταν περιερχόταν σε έκσταση, μελλοντικά συμβάντα (συνήθως δυσάρεστα ή φοβερά). Αυτό συνέβαινε, όπως πίστευαν οι αρχαίοι Έλληνες και Ρωμαίοι, γιατί δεχόταν την επίσκεψη ενός θεϊκού πνεύματος. Ο Λυσίστρατος ήταν Αθηναίος μάντης και ποιητής χρησμολογιών που έζησε στα τέλη του 6ου ή στις αρχές του 5ου π.Χ. αιώνα.

Από τον 8ο αιώνα π.Χ. οπότε επικράτησε στους Δελφούς η λατρεία του Απόλλωνα και το μαντείο απέκτησε σημαντικό ρόλο και  σημαντική επιρροή, η Πυθία έδινε τις προφητείες της με εξάμετρους στίχους. Η Φημονόη, κόρη του θεού Απόλλωνα, υπήρξε η  πρώτη Πυθία στο Μαντείο των Δελφών και θεωρείται ότι αυτή εφηύρε τον εξάμετρο στίχο των χρησμών. Ο τελευταίος χρησμός που έδωσε η Πυθία ήταν τον 4ο αιώνα μ.Χ.  στον αυτοκράτορα Ιουλιανό ο οποίος επιζητούσε να αποκαταστήσει την αίγλη του Μαντείου.

«Είπατε τω βασιλήι , χαμαί πέσε δαίδαλος αυλά, Ουκέτι Φοίβος έχει καλύβαν ου μαντίδα δάφνην, ου παγάν λαλεούσαν, απέσβετο και λάλον ύδωρ»

Η λειτουργία του μαντείου τερματίστηκε το 394 μ.Χ.  με διάταγμα του Βυζαντινού Αυτοκράτορα Θεοδοσίου Α΄.

Οι ύμνοι και προφητικός λόγος συνιστούν την απαρχή της εβραϊκής ποίησης από τον 13ο αιώνα π.Χ.  έως τον 2ο αιώνα π.Χ. Ο σωρευτικός, ο αντιθετικός, ο συνώνυμος και ο ανιών παραλληλισμός είναι ο τρόπος με τον οποίο έχει γραφτεί η ποίηση αυτή. Από τα πρώτα ποιήματα που συναντάμε στη Γραφή είναι η προφητεία του Ιακώβ.  Όταν ο Ιακώβ κάλεσε τα παιδιά του για να τα ευλογήσει,  τους προφήτεψε το μέλλον με λόγο ποιητικό:

Ο Δαν θέλει κρίνει τον λαόν αυτού                       16
Ως μία εκ των φυλών του Ισραήλ
                   
Ο Δαν θέλει είσθαι όφις επί της οδού,                   17
Ασπίς επί της τρίβου,
Δάκνων τας πτέρνας του ίππου,
Ώστε ο ιππεύς αυτού θέλει πίπτει εις τα οπίσω.

                                                                                           (Γένεση: 49,  κεφ. ΜΘ’)

Όταν οι Εβραίοι σώθηκαν περνώντας την  Ερυθρά θάλασσα γιόρτασαν τη σωτηρία τους και ευχαρίστησαν τον Θεό ψάλλοντας έναν ύμνο:

Θέλεις εισαγάγει αυτούς και φυτεύσει αυτούς εις το όρος της κληρονομίας σου,
Τον τόπον, Κύριε, τον οποίον ητοίμασας δια κατοικίαν σου,
Το αγιαστήριον, Κύριε, το οποίον οι χείρες σου έστησαν.
Ο Κύριος θέλει βασιλεύει εις τους αιώνας των αιώνων.   

                                                                                              (Έξοδος: 15 στ. 17,18)

Με τον Εκκλησιαστή και το  Άσμα Ασμάτων κορυφώνεται η εβραϊκή ποίηση. Με τους Ψαλμούς και τον Ιώβ αναδεικνύεται ο ποιητικός λόγος για να υμνηθεί ο Θεός. Με τον  Ησαΐα  και τον Ιεζεκιήλ ο προφητικός λόγος φτάνει στο απόγειό του.

Αν ο ποιητικός λόγος, όπως υποστηρίζει ο Jakobson, υπονομεύει τη συμβατική σχέση ήχου και νοήματος, ο προφητικός λόγος εξαντλεί τα όρια της γλώσσας δημιουργώντας πολλές φορές ένα παραλήρημα το οποίο μας καλεί να διεισδύσουμε στο μυστήριο του  επέκεινα  και να κατανοήσουμε το ακατανόητο που μας αναγγέλλεται.

Ιωσήφ Βεντούρας

 

Egon Schiele

 

Οι δαίμονες πλησιάζουν όσους λένε ψέματα και είναι παραδομένοι στην ανομία.
Σ' αυτούς διδάσκουν ό,τι πήρε το αφτί τους. Οι περισσότεροι, λοιπόν, λένε ψέματα.
Τους ποιητές, εξάλλου, τους ακολουθούν οι πλανημένοι.
Δεν βλέπουν ότι περνούν απ' όλα τα μονοπάτια σαν φαντασιόπληκτοι τρελοί και λένε πράγματα που δεν κάνουν;
E
ξαίρεση αποτελούν, βέβαια, όσοι ποιητές πίστεψαν και κάνουν το καλό, επαναλαμβάνοντας διαρκώς το όνομα του Θεού και υπερασπίζονται τους εαυτούς τους μόνο όταν τους προσβάλουν, γιατί όταν επιτίθενται πρώτοι, μια μέρα θα μάθουν ποια είναι η τύχη που τους περιμένει.

                                                                           (Το  Κοράνιο, 26, 222-227)                                           

Ο Προφήτης κατακεραυνώνει τον Ποιητή. Για αυτόν, ο ποιητής είναι απλώς ένας δαιμονισμένος. Ο Φιλόσοφος, επίσης. Για αυτόν, ο ποιητής απλώς ψεύδεται. Ο Καίσαρας, ακόμη. Για αυτόν, ο ποιητής είναι απλώς ένας decadent. Το πρόβλημα φαίνεται πως εδράζεται στην ηθική διάσταση τoυ ποιητή και της τέχνης του, τη διελκυστίνδα αισθητισμού-κοινωνισμού, τη συνακόλουθη υπόθεση της προόδου και κατά πόσον η ποίηση την υπηρετεί. Εξαίρεση, έτσι, αποτελούν οι ποιητές που πίστεψαν και κάνουν το καλό, οι ποιητές του Ζντάνωφ λ.χ.  ή αυτοί που ο Στάλιν ονόμαζε προφήτες... Ο Μάο Τσετούνγκ εισέβαλλε στο Θιβέτ για να το απαλλάξει από τον θρησκευτικό σκοταδισμό, ενώ αργότερα στη  χώρα του άνοιγαν ξανά τα ιερά για να ευνοηθεί ο... θρησκευτικός τουρισμός. Ο Εμβέρ Χότζα επέβαλλε την αθεΐα ενώ υποχρέωνε τους πολίτες να αναρτούν στα σπίτια τους την εικόνα του...

Πρόκειται απλώς για τη νομή της ίδιας επικράτειας. Εκεί φαίνεται πως οφείλεται η εχθρότητα. Η καταδίκη της ποίησης γίνεται εν ονόματι της ποίησης στο βαθμό που ο ενάγων πρεσβεύει για τον εαυτό του την ιδιότητα του ποιητή par excellence. Πλείστοι όσοι, “σωτήρες του Θεού”, όπως θα τους έλεγε, ίσως, ο Νίκος Καζαντζάκης, του ποιητή του κόσμου, απαξιώνουν την ανθρώπινη δημιουργία εν  ονόματι της διαφύλαξης του κύρους και της μοναδικότητας της θεϊκής δημιουργίας. Από την άλλη, υπάρχουν δημιουργοί που αισθάνονται πράγματι “θεοί”, ευρισκόμενοι εξ ορισμού σε μία ανταγωνιστική σχέση με το θείο καθόσον δεν αναγνωρίζουν ότι η δημιουργία τους συνιστά δευτερογενή επεξεργασία προϋπάρχοντος υλικού και ακολούθως δεν αποδέχονται ούτε την έμπνευση κ.ο.κ. Ωστόσο, κάθε ποιητής νομίζει εκ νέου τον κόσμο. Τον αναδημιουργεί. Κάθε ποιητής προσλαμβάνει εκ νέου τη θεϊκή αποκάλυψη, η οποία δεν είναι γραμμένη σε γλώσσα ακριβώς ποιητική και ούτε βεβαίως επιστημονική αλλά δοξολογική και τα όσα διακηρύσσει δεν είναι γεγονότα (facts) αλλά μύθοι (myths), συλλογικές δηλαδή αλήθειες της ανθρωπότητας (και όχι παραμύθια (fables), που εκφράζονται πάλι με τρόπο μη επιστημονικό και ωστόσο όχι ψευδή. Βρισκόμαστε  στην περιοχή του μυστηρίου, του παράδοξου, της παραβολής, της απορίας, τόσο κοντά, δηλαδή, στους τρόπους της ποίησης. Στον Wilhelm Dilthey οφείλουμε τη διάκριση των επιστημών. Επιστήμη, φιλοσοφία, τέχνη και θρησκεία συνιστούν διαφορετικές, ισόκυρες κοσμοαντιλήψεις και στάσεις ζωής. Ζητούμενο, βεβαίως, πάντοτε παραμένει η ενότητα. Της επιστήμης αλλά και της ύπαρξης.

Ο εξόριστος Ιρανός συγγραφέας Αμπντολάχ Καντέρ, ο οποίος ζει και γράφει στην Ολλανδία, ορίζει το Κοράνι -αλλά και τη Βίβλο- ως λογοτεχνία, μια νέα αφήγηση για τον κόσμο που έπρεπε να αλλάξει και τον Μωάμεθ  ως έναν μεγάλο ποιητή, υπέροχο αφηγητή με τρομερή φαντασία.  Δεν νομίζω ότι ο ορισμός του θα άρεσε στους ομόθρησκούς του. Λογοτεχνία, η θεϊκή Αποκάλυψη; Γιατί, μήπως είναι νόμος;

Ζωντάνια, ποιητικό χαρακτήρα και δραματικότητα βρίσκει στη γλώσσα τού κατά Ματθαίον Ευαγγελίου, μεταφράζοντάς το, ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, ενώ σπεύδει να ξεκαθαρίσει πως τίποτε δε μπορεί να σταθεί δίπλα στο λόγο του ευαγγελίου. Η θεοπνευστία, άλλωστε, αποτελεί μία παράμετρο της ερμηνευτικής εν γένει, αναφορικά με τα θρησκευτικά κείμενα. Όχι, βεβαίως, η κατά γράμμα θεοπνευστία... Αν δεχτούμε λοιπόν τη λογοτεχνικότητα της αποκάλυψης  όχι με την πλατωνική έννοια της μυθοπλασίας (fiction), δηλαδή ως ψεύδους, αλλά με την  αριστοτελική, δηλαδή με βάση τη γνωσιακή αξία της λογοτεχνίας ως ερμηνείας του κόσμου, ας μνημονεύσουμε τον Erich Auerbach, ο οποίος αφιερώνει το πρώτο κεφάλαιο του μείζονος έργου του Μίμησις για να μιλήσει ακριβώς για τη θέση της Βίβλου στον δυτικό λογοτεχνικό κανόνα αλλά και να δει σύνολη τη δυτική λογοτεχνική παράδοση ως κοσμική Βίβλο, όπως έχει υποστηρίξει ο Βασίλης Λαμπρόπουλος.

Οι όροι φαίνεται πως συγχέονται. Είναι η προφητεία το αντίθετο της ποίησης; Ή μήπως είναι ταυτόσημες; Ή και τα δύο; Και τι γίνεται στην περίπτωση που κάποιος θα θεωρούσε τους νόμους ως ποιητικά κείμενα; Ο Αμπντολάχ Καντέρ, για να επιστρέψουμε στο Κοράνι, καταλήγει πως είναι επικίνδυνοι όσοι προσπαθούν να ρυθμίσουν τις ζωές των ανθρώπων στις ισλαμικές χώρες με βάση ένα αρχαίο ποιητικό κείμενο. Η ζωή γίνεται κόλαση όταν προσπαθείς να κυβερνήσεις με το Κοράνι, λέει χαρακτηριστικάΤο Ιράν ή η Σαουδική Αραβία, είναι η κόλαση που ετοιμάστηκε για τους ποιητές, για να παραφράσουμε τον Ασράφ Φαγιάντ, έναν ποιητή που έμαθε την τύχη που τον περιμένει... Πώς όμως να κάνεις τη ζωή παράδεισο; Με ποιους νόμους; Ποια μορφή διακυβέρνησης; Πρώτα αποδεχόμενος ότι κάτι τέτοιο είναι ανέφικτο, μάλλον, στον παρόντα αιώνα με βάση την ιουδαϊκή και χριστιανική εσχατολογία.  Κατόπιν ακούγοντας, ίσως, την πολιτειακή παραίνεση του Λάο Τσε από το ποιητικό βιβλίο του Τάο τε Κινγκ (πενήντα επτά):

Δεν παίρνω μέτρα, κι οι άνθρωποι αναμορφώνονται.
Απολαμβάνω ειρήνη, κι οι άνθρωποι γίνονται τίμιοι.
Δεν κάνω τίποτα, κι οι άνθρωποι πλουτίζουν.

Ο Άγγλοι ρομαντικοί ποιητές William Blake και S. T. Coleridge ορίζουν την ποίηση ως  το προϊόν της συνθετικής, μαγικής και θείας, οραματιστικής δύναμης της φαντασίας. Ο ποιητής είναι εκείνος ο φαντασιόπληκτος, κατά τον Μωάμεθ... Για τους ρομαντικούς, ακόμη, ο ποιητής είναι ιεροφάντης, μύστης, χρισμένος κ.ο.κ. Βρίσκεται στην τύρβη των γεγονότων, σε μία διαρκή περιπέτεια. Είναι έτσι και προφήτης, όπως τον αποκαλεί ο P. B. Shelley,  σύμφωνα με τη διττή σημασία της ιδιότητας τόσο στον ελληνισμό όσο και στον ιουδαϊσμό: αυτός που προλέγει τα μελλούμενα και αυτός που προειδοποιεί, καταγγέλλει, αλλά και παρηγορεί ή εμψυχώνει ακόμη  τους συγχρόνους του. Μέλλον, παρόν, αλλά και παρελθόν, συναιρούνται στο προφητικό αξίωμα καθώς, όπως λέει η Σίβυλλα στους Χρησμούς της:

Ἀρχομένη πρώτης γενεῆς μερόπων ἀνθρώπων
ἄχρις ἐπ’ ἐσχατίῃσι προφητεύσω...

Οι ποιητές μετέχουν, μάλλον, ισότιμα στο τριπλό προφητικό αξίωμα: συγκεφαλαιώνουν το παρελθόν, διδάσκουν στο παρόν, ομιλούν για το μέλλον. Η ποίηση ομιλεί για την ύπαρξη και το υπερβατικό αλλά και στηλιτεύει τα κακώς κείμενα της εποχής της. Υπαρξιακό και κοινωνικό στοιχείο συμβαδίζουν στην ποίηση, έτσι που η ειδολογική κατάταξη των ποιητών με βάση το κριτήριο αυτό να καθίσταται  σχεδόν ιδεοληπτική. Ο Γιάννης Ρίτσος γράφει την τελευταία του συλλογή Αργά, πολύ αργά μέσα στη νύχτα -με σαφή την αίσθηση του τέλους- αλλά και την πρωιμότερη Τέταρτη Διάσταση... Ο Henrik Ibsen στα όψιμα έργα του μας δίνει τον Μικρό Έγιολφ... 

Προφήτες και ποιητές είναι, μάλλον, οι φρέσκες φωνές μέσα στους κόλπους  ενός πολιτισμού. Από τον προφητικό, δοκιμιακό λόγο του Paul Valery και τον  οραματιστικό του Pier Paolo Pasolini, στον  Chalil Gibran και τους δικούς μας Κωστή Παλαμά και Ρούλα Αλαβέρα, παραθέτω την έβδομη στροφή από το συνθετικό ποίημα της τελευταίας Δάνεια από τον Τζελαλαντίν Ρουμί (2007). 

        Ειρήνη και Πόλεμος
Η μία προκαλεί τον πόθο του άλλου
και τους δυο τους βρίσκεις στα δάκτυλα
του Όντος.

Τα αντίθετα θα πολεμούν ως οι τέσσερις κύβοι
που μέσα τους κρύβονται,
ο αέρας, το χώμα, το νερό και η φωτιά,
να ενωθούν

Το φως στην ορατότητά του φλόγα δε δίνει,
η ζεστασιά είναι η δόξα του,
η αναμονή στο ύδωρ
του δροσίζειν,
ο αέρας το άλλο είναι και τ' αλλιώς
και το χωμάτινο σκεύος η κούπα
του άναρχου απόλυτου.

Οι τέσσερις κύβοι στηρίξαν το Ναό
κι' ο πόλεμος, πάντα του στήριζε τη δημιουργία.

 Ω! Ειρήνη! , Θα κραταιώνεσαι στην πανάρχαιη πράξη
της βίας,

ως ότου να συναντηθούν οι τέσσερις κύβοι της κτίσης
στην ατοπία του πόθου

Δεν χρειάζεται, βεβαίως, να είναι κανείς προφήτης για να διαπιστώσει το αυτονόητο: η ποίηση δεν είναι επαρκής λόγος για να ζούμε. Πρέπει να μπορούμε να διακινδυνεύουμε τις βεβαιότητές μας. Να είμαστε έτοιμοι να θυσιάσουμε και να θυσιαστούμε. Και ακόμη: άλλο πράγμα είναι η δικαίωση στην τέχνη και άλλο στη ζωή. Και αυτό που δικαιώνει τον άνθρωπο στην τέχνη κάποτε είναι απολύτως διάφορο από αυτό που τον δικαιώνει στη ζωή. 'Ενας πραγματικά ρομαντικός προτιμά, μάλλον, τη δεύτερη.

Σάρα Θηλυκού

 

 

 

Vates στα λατινικά σημαίνει μάντης, προφήτης. Αλλά επειδή συχνά οι προφήτες έδιναν τους χρησμούς τους σε στίχους, η λέξη πήρε γρήγορα και τη σημασία του ποιητή. Στα ιταλικά η λέξη vate σημαίνει τόσο τον προφήτη, όσο και τον ποιητή μεγάλης θεϊκής έμπνευσης. Ο ποιητής προφήτης (poeta vates) είναι ένας όρος που πρώτη φορά αποδόθηκε στους Λατίνους συγγραφείς, οι οποίοι αναζήτησαν μέσα από το έργο τους τις αξίες της αρχαιότητας, όταν αυτές οι τελευταίες έμοιαζαν να έχουν χαθεί στην περίοδο της μεγάλης διαφθοράς που επικράτησε στη Ρώμη μετά την εποχή του Καίσαρα. Ο όρος, που αποδόθηκε στους Λατίνους ποιητές Οράτιο και στον Λουκρήτιο, αφορά έναν ποιητή ο οποίος είναι εμπνευσμένος από το θείο και μπορεί να αποτελέσει οδηγό για την κοινότητα, προσπαθώντας ενεργά να επαναφέρει ηθικές αλλά και φιλοσοφικές αξίες.

Με παρόμοιο τρόπο εμφανίζεται ο ποιητής προφήτης στον Ρομαντισμό, όταν η επικράτηση του συναισθήματος, σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε στο προηγούμενο ρεύμα του Νεοκλασικισμού, συνδέεται με την εσώτερη ανάγκη των ποιητών να γίνουν ερμηνευτές του κόσμου και αυτοί που θα ανακαλύψουν τις κρυμμένες στους υπόλοιπους αξίες του. Στην ιταλική ποίηση χαρακτηριστικό παράδειγμα ποιητή προφήτη είναι αυτό του Ούγκο Φόσκολο (Ugo Foscolo), ο οποίος συναρμόζει το χαρακτηριστικό της προφητείας με αυτό της εγκατάλειψης στα πάθη και τα ένστικτα, μέσα σε μια κατάσταση ένθεης έμπνευσης.

Σε νεότερα χρόνια, ίδια εικόνα παρουσιάζει και ο Γκαμπριέλε Ντ’ Αννούντσιο (Gabriele D'Annunzio), o οποίος εκπροσωπεί το ρεύμα που ονομάστηκε στην Ιταλία decadentismo (από τη λέξη decadenza= παρακμή) και αρκετοί μελετητές έχουν παραβάλλει το έργο του με αυτό του Μπωντλέρ (Baudelaire). Σε αυτή την περίπτωση ο ποιητής προφήτης χαρακτηρίζεται από μια σχεδόν μαγική ικανότητα να αποκαλύπτει το μυστήριο της ζωής και να κάνει κάθε όψη της πραγματικότητας σύμβολο για μια βαθύτερη αλήθεια. Παράλληλα, συνυπάρχουν σε αυτόν το πάθος για το ωραίο ως αυταξία και η μετατροπή της ίδιας της ζωής σε έργο τέχνης. Ο αισθητισμός αυτός δεν θα πρέπει να μας φανεί περίεργο ότι συνδυάστηκε με το χαρακτηριστικό του ποιητή προφήτη, αφού τόσο ο εστέτ όσο και ο προφήτης είναι οι εκλεκτοί μέσα σε έναν κόσμο μετριότητας και έλλειψης αρμονίας.

Ο D’ Annunzio, αναζητώντας αυτή τη χαμένη αρμονία, εμπνέεται από την Ελλάδα και τη μυθολογία της και κυρίως από το ταξίδι του Οδυσσέα, ενώ στο επίκεντρο της λατρείας προσπαθεί να θέσει τον θεό Πάνα, που κατά τη γνώμη του αντιπροσωπεύει την κοσμική πληρότητα. Βλέπει την αρχαιότητα ως μια εποχή ευτυχίας, στην οποία οι άνθρωποι ζούσαν ελεύθεροι, χωρίς τους περιορισμούς που έθεσε έπειτα ο χριστιανισμός. Ενδεικτικό είναι το ποίημα που ακολουθεί, στο οποίο η ζωή θεωρείται ως ένα δώρο του θεού Διονύσου. Παρατίθενται σε μετάφραση οι πρώτοι  στίχοι:

Ύμνος στη ζωή

Ω Ζωή, ω Ζωή,
δώρο φρικτό του Θεού,
σαν ένα πιστό σπαθί,
σαν ένας πυρσός που βρυχάται,
σαν τη γοργόνα,
σαν το κενταύριο ρούχο,
δώρο του αθανάτου
στην αδυσώπητη δίψα μου,
στη αδηφάγο πείνα μου,
στη δίψα και στην πείνα μου
μια μέρα, δεν θα πω εγώ
όλη την ομορφιά σου;
ω Ζωή, ω Ζωή,
δώρο της λήθης,
άγρια προσφορά,
σαν καθαρό νερό,
σαν στέμμα

Το παραπάνω απόσπασμα ανήκει στη συλλογή Maia (με υποτίτλο Laus Vitae). Η συλλογή αυτή είναι ουσιαστικά ένα μακροσκελές αυτοβιογραφικό ποίημα με πάνω από 8000 στίχους, που εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1903. Σε όλη την έκταση του έργου ο ποιητής εξυμνεί τη θέρμη με την οποία ο άνθρωπος μπορεί να ζήσει διακινδυνεύοντας και κατακτώντας εντέλει τη μυστική αλήθεια, αυτή που ο ποιητής προφήτης ατενίζει πάντοτε ελεύθερος…

Άννα Γρίβα

 

 

Α.  Διονύσιος Σολωμός.

Στην λατινική η λέξη vates δηλώνει αξεχώριστα και τον ποιητή και τον προφήτη. Αυτή η διττή φύση του ποιητικού λειτουργήματος  προβάλλεται, για πρώτη φορά στα νεώτερα γράμματά μας, στο τρίτο σχεδίασμα των  Ελεύθερων Πολιορκημένων  του Σολωμού:

Μητέρα, μεγαλόψυχη στον πόνο και στη δόξα
κι αν στο κρυφό μυστήριο ζουν πάντα τα παιδιά σου
με λογισμό και μ’ όνειρο, τι χάρη έχουν τα μάτια, 
τα μάτια τούτα να σε ιδούν μες το πανέρμο δάσος, 
που ξάφνου σου τριγύρισε τ’ αθάνατα ποδάρια.
Κοίτα, με φύλλα της Λαμπρής, με φύλλα των Βαϊώνε!
Το θεϊκό σου πάτημα δεν άκουσα, δεν είδα, 
ατάραχη σαν ουρανός μ’ όλα τα κάλλη πώχει, 
που μέρη τόσα φαίνονται και μέρη `ναι κρυμμένα.
Αλλά, Θεά, δεν ημπορώ ν’ ακούσω τη φωνή σου
κι ευθύς εγώ του Ελληνικού κόσμου να τη χαρίσω;
Δόξα `χ’ η μαύρη πέτρα του και το ξερό χορτάρι.

Η ξαφνική εμφάνιση της  μεγαλόψυχης Μητέρας, που στη μορφή της αναγνωρίζουμε τη θεοποίηση μιας πλατωνικής ιδέας, είναι μια “επιφάνεια”, τέτοιαν όπως τη συλλάμβαναν και τη βίωναν οι αρχαίοι. Μορφή άυλη -το πάτημά της δεν ακούγεται- θεϊκή (“το θεϊκό σου πάτημα”) κι υπερουράνια (“ατάραχη σαν ουρανός”), η μεγαλόψυχη αυτή Μητέρα δεν παρουσιάζεται στον καθένα, δεν μπορούν να την αντικρύσουν όλοι, παρά μονάχα όσοι εμφορούνται από την μανία της προφητικής έκστασης, όσοι είναι vates. Ο Σολωμός αναλαμβάνει τον ρόλο του vates, που εδώ είναι ρόλος μεσάζοντος, medium: καλεί την μεγαλόψυχη Μητέρα να του πει το μήνυμά της, που στη συνέχεια θα το μεταφέρει εκείνος στα παιδιά της, τους υπόδουλους Έλληνες.

Β. Άγγελος Σικελιανός.

Απόλλων και Διόνυσος, από την έκδοση της Γέννησης της Τραγωδίας και μετά, είναι οι δύο αντιμαχόμενες θεότητες στην κονίστρα του αρχαιοελληνικού Πανθέου. Από τη μια μεριά στέκεται, ενθρονισμένος στους Ολυμπίους, ο Θεός του φωτός, της συμμετρίας, της λογικής, της φρόνησης και της αρμονίας κι από την άλλη, στεφανωμένος μ’ αμπελόφυλλα και φορώντας νεβρίδα,  ο έπηλυς θεός, ο Διόνυσος, κρατώντας τα δώρα της μέθης, της βακχείας, της χορευτικής φρενίτιδας. Ο ένας δείχνει στον άνθρωπο τα όριά του· ο άλλος θραύει αυτά τα όρια, οδηγεί τον άνθρωπο έξω απ’ τον εαυτό του. «Γνώθι σ’ αυτόν», συμβουλεύει ο Απόλλων. «Λησμόνησε στον εαυτό σου», ο Διόνυσος.

Το δυαρχικό αυτό σχήμα είναι, πράγματι, πολύ γοητευτικό και υποβλητικό. Ανταποκρίνεται όμως στην αλήθεια; Φοβάμαι πως όχι. Λησμονούμε πως ο Απόλλων, πέρα από μουσηγέτης,  ήταν και προστάτης της μαντικής μανίας. Ο Απόλλων ενέπνεε τις Πυθίες, τις Σίβυλλες, τις ιέρειες της Δωδώνης.  Η μαντική έκσταση ανοίγει την εσωτερική όραση. Πυρπολημένοι από ένθεη μανία, οι μάντεις προφητεύουν το μέλλον.

Ο Πλάτων στον Φαίδρο διαχωρίζει σοφά την απολλώνια από τη διονυσιακή μανία.  Ο Πλάτωνας, γράφει ο Dodds στο κορυφαίο έργο του Οι Έλληνες και το Παράλογο, διέκρινε προσεκτικά την απολλώνια πνευματιστική μεσολάβηση (μέντιουμ), που αποσκοπεί στη γνώση του μέλλοντος ή του κρυφού παρόντος, και τη διονυσιακή δοκιμασία, που επιζητείται είτε ως αυτοσκοπός είτε ως τρόπος πνευματικής θεραπείας, κι όπου το μαντικό στοιχείο απουσιάζει ή έρχεται σε δεύτερη μοίρα. Η κατάσταση του μέντιουμ είναι σπάνιο χάρισμα των εκλεκτών. Η διονυσιακή εμπειρία, αντίθετα, είναι συλλογική, ακόμα κι αγελαία. Κι όχι μόνο δεν αποτελεί μοίρα των εκλεκτών , αλλά αντιθέτως είναι τρομερά μεταδοτική. Δεν διαφέρουν μόνον οι σκοποί τους, αλλά κι οι μέθοδοί τους: τα δύο βασικά βοηθήματα της διονυσιακής μέθης, το κρασί κι ο χορός, απουσιάζουν παντελώς στην απολλώνια έκσταση- πάντα κατά Dodds. Εγώ θα προσέθετα πως η απολλώνια έκσταση είναι επώδυνη- μέχρι και στον θάνατο μπορεί να οδηγήσει. Ας θυμηθούμε τον προφητικό οδυρμό της αισχυλικής Κασσάνδρας. Αντίθετα, η έκσταση του Διονύσου είναι μια χαρούμενη έκσταση. 

Η  αρχαία γραμματεία παρουσιάζει μια λαμπρή πινακοθήκη μάντεων και μαντισσών, από την αισχυλική Κασσάνδρα ως την Σίβυλλα του Βιργιλίου. Η λογοτεχνία του εικοστού αιώνα, ανασκάπτοντας εκ νέου την αρχαιότητα, ανέτρεξε σ’ αυτή την μαντική  παράδοση και προσπάθησε να τη φωτίσει εκ νέου.  Ένα λαμπρό  παραδείγματα: η Σίβυλλα του Άγγελου Σικελιανού.

 Για τον Σικελιανό η Μαντοσύνη αποτελεί την άκρα σκοπιά, την συνισταμένη όλων των άλλων ψυχικών λειτουργιών. Η Μαντοσύνη δεν είναι απλώς μεταφυσική θεώρηση· εκπηγάζει από τα βαθύτερα κοιτάσματα της ανθρώπινης ψυχής. Γι’ αυτό και στην αρχαιότητα κατείχε μια πνευματική και δημιουργική ταυτόχρονα πρωτοβαθμίδα. Η αλήθεια συνιστά την ενδότερή της υπόσταση. Η μαντεία  συλλαμβάνει την αλήθεια με ταχύτητα διαισθητικής αστραπής, ενώ η γνώση, για να την προσπελάσει, πρέπει να διανύσει έναν μακρύ δρόμο:                                                  

                                           η γνώση
πάντοτε αργά μετράει τα βήματά της,
μα η προφητεία, σαν λέαινα, μ’ ένα μόνο
πήδημα φτάνει στον τρανό σκοπό της.

Στην τραγωδία του Σικελιανού η ίδια η Σίβυλλα εκθέτει τους αναβαθμούς της προφητικής της μύησης, από τότε που, μικρό κορίτσι, οι γονείς της την οδήγησαν στην κορυφή της Ανεμώρειας κι εκεί άνοιξε μέσα της για πρώτη φορά η εσωτερική όραση ως τα εφηβικά της προαισθήματα, σαν ένιωθε να την τυλίγει η αναπνοή του Θεού, κι από εκεί ως τον προφητικό προσανατολισμό της ωριμότητάς της, όταν ολόκληρή η ύπαρξή της άρχισε να πλέει, σαν νικητήρια τριήρης, στον άνεμο του μέλλοντος. 

Υπάρχουν και μέσα στο έργο  σκηνές προφητικής έκστασης. Στην πρώτη, η Σίβυλλα ξεσκεπάζει τα εγκλήματα του Νέρωνα- τη δολοφονία της Αγριππίνας και της Οκταβίας- μπροστά στον ίδιο τον αυτοκράτορα. Στη δεύτερη, προαγγέλλει, λίγο πριν σωριαστεί νεκρή, μια νέα άνοιξη του πνεύματος και μια βαθύτερη απελευθέρωση: «Να τη, να τη / της Λευτεριάς η θάλασσα, π’ ολοένα /  κυλάει τα σμάραγδά της.»

Επ’ αυτών δύο παρατηρήσεις. Πρώτον: η Σίβυλλα του Σικελιανού δεν είναι μόνον προφήτις. Εκφράζει την άγρυπνη συνείδηση του ελληνισμού, που αντιπαρατίθεται στον καισαρισμό  (η τραγωδία δραματοποιεί την επίσκεψη του Νέρωνος στους Δελφούς) και στηλιτεύει την ηθική και πνευματική σήψη της εποχής.

Δεύτερον: ο Σικελιανός μάλλον ασπάζεται την θεωρία του Rohde, πως η προφητική μανία ήταν άγνωστη στην Ελλάδα πριν την έλευση του Διονύσου, που επέβαλε την Πυθία στους Δελφούς, αφού η απολλώνια θρησκεία αντιτίθετο σε κάθε τι εκστατικό. Στους Δελφούς Απόλλων και Διόνυσος συναδελφώνονται. Η συμβολική χειραψία των δύο θεών στον δελφικό τρίποδα επισφραγίζει αυτή τη συναδέλφωση. Η Σίβυλλα του Σικελιανού είναι μια βακχεύουσα Πυθία.

Γ.  Οδυσσέας Ελύτης

Ο Ρεμπώ, διακηρύσσοντας πως επιδιώκει να γίνει «voyant», δηλαδή να δει προφητικά οράματα, θεωρεί ως βασικό συστατικό της ποίησης το ενορατικό στοιχείο και με βάση αυτό αξιολογεί την ευρωπαϊκή ποίηση ως τις μέρες του. Το συμπέρασμά του είναι πως μέχρι τους ρομαντικούς ποίηση ουσιαστικά, δηλαδή ενορατική ποίηση που, κατά την άποψή του, είναι κι η μόνη πραγματική, δεν υπήρξε. Στην πραγματικότητα, μέχρι τότε οι ποιητές υπήρξαν απλοί λόγιοι και στιχοπλόκοι.  Ο Ρεμπώ κατατάσσει τους ποιητές του καιρού του ανάλογα με την ενορατική τους ικανότητα: ο Ουγκώ στους τελευταίους του τόμους “είδε καλά”, ο Λαμαρτίνος είναι κάποτε ενορατικός,  ο Μπωντλαίρ  είναι ο πρώτος πραγματικός «voyant».

Η ποίηση του Ελύτη διαπνέεται απ' αυτή την ενορατική διάσταση, όπως την ορίζει κι οριοθετεί  ο Ρεμπώ. Ένα έκτυπο παράδειγμα: το “Προφητικόν” ανάγνωσμα απ' το Άξιον Εστί. Να τονίσω δύο στοιχεία: πρώτον, τον βιβλικό τόνο που διαπερνά κι ετούτο το ανάγνωσμα, το τελευταίο από τα “Πάθη”, και δεύτερον, την εμφατικά επαναλαμβανόμενη χρήση του “βλέπω”, που διατρανώνει  τη θεώρηση  του ποιητή ως voyant:

- Βλέπω τους Στρατοδίκες να καίνε σαν κεριά, στο μεγάλο τραπέζι της Αναστάσεως.
- Βλέπω τους Χωροφυλάκους να προσφέρουν το αίμα τους, θυσία στην καθαρότητα των ουρανών.
- Βλέπω τη διαρκή επανάσταση φυτών και λουλουδιών.
- Βλέπω τις κανονιοφόρους του Έρωτα.

Τελειώνω ετούτη την  κάπως πρόχειρη και πληροφοριακή επισκόπηση με μια καίρια ρήση του Saint-John Perse από την ομιλία που έκανε όταν του απονεμήθηκε το βραβείο Νόμπελ. “Από την  ποιητική ανάγκη, ανάγκη πνευματική, γεννήθηκαν οι ίδιες οι θρησκείες, κι από την ποιητική χάρη η σπίθα του θεϊκού ζει για πάντα μέσα στην ανθρώπινη χάλικα (silex). Όταν οι μυθολογίες καταρρέουν, το θείον βρίσκει καταφύγιο στην ποίηση”. Νομίζω πως κι οι τρεις ποιητές που συνεξέτασα επιβεβαιώνουν αυτή την άποψη.

Γιώργος Βαρθαλίτης

 
 
William Blake

 

Ενχεντουάννα
 
Νιν-με σαρ-ρα (Δέσποινα όλων των  δυνάμεων)
Ύμνος στη Θεά Ινάννα, απόσπασμα
 
16.  Η σύνθεση του ύμνου

Στο θυμιατό κάρβουνα στοιβαγμένα
έτοιμα για του καθαρμού την τελετουργία
Ιδές η γαμήλια κάμαρη σε περιμένει!
Ας μαλακώσει για μένα η καρδιά σου.
 
Ω Δέσποινα υψίστη,
για χάρη σου έκαμα ό,τι μπορούσα!
Για σένα δημιούργησα ετούτο τον ύμνο!
Ό,τι έψαλα τα μεσάνυχτα
ας το επαναλάβει ο ψάλτης το μεσημέρι!
Η οργή σου θεριεύει,
η καρδιά σου μαίνεται,
γιατί ο άντρας σου είναι αιχμάλωτος
αιχμάλωτο και το παιδί σου.

17. Η αποκατάσταση της Ινάννας

Η πρώτη Δέσποινα,
το στήριγμα της αίθουσας του θρόνου
εισάκουσε την προσευχή της.
Η καρδιά της Ινάννας ημέρωσε.
Η ημέρα γι' αυτήν είναι πάλι καλή.
Γι' αυτό φόρεσε όλα της τα στολίδια.
Φόρεσε τη γυνακεία ομορφιά.
Όπως το φως της ανατέλλουσας σελήνης,
ω πόσο λαμπρά στολίστηκε!.
Όταν ο Νάννα εμφανίστηκε
όλοι τη Μάνα της δόξασαν, τη Νινγκάλ.
Κι απ' το κατώφλι της πύλης τ' ουρανού
αντήχησε το "Χαίρε!"

18. Δοξολογία

Γι' αυτό η Ενχεντουάννα τη σεπτή κόρη εξύψωσε.
Δόξα των χωρών η ερημώτρια,
η προικισμένη από τον Αν με τις Θείες Δυνάμεις!
Ω Δέσποινα περιβεβλημένη το κάλλος,
ω Ινάννα, δόξα σοι!
 
Μετάφραση: Τασία Χατζή 
(Τασία Χατζή: Ενχεντουάννα, Η ΕΠΟΧΗ, Η ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΗΣ, Εκδόσεις ΟΔΥΣΣΕΑΣ, 1988)
____________________
 
Ουίλλιαμ Μπλέηκ
 
Απόσπασμα από τις παροιμίες της Κόλασης
 
Οι παλαιοί Ποιητές ζωντανεύανε όλα τα ορατά με Θεούς ή Πνεύματα,
που τους δίνανε ονόματα και τα στολίζανε με ιδιότητες από δρυμούς, ποτάμια, βουνά, λίμνες πολιτείες, λαούς, και όσα άλλα μπορούσανε να 
ξεχωρίζουνε οι απλωμένες και πολυάριθμες αισθήσεις τους. Και σπουδάξανε
ιδιαίτερα το πνεύμα κάθε πολιτείας και τόπου, βάζοντάς το κάτω από την
πνευματικιά του θεότητα.
Ώσπου αποτελέστηκε ένα σύστημα, που μερικοί εκμεταλλευτήκανε για να
σκλαβώσουνε τον άνθρωπο, με δοκιμές να ξαργυρώσουνε ή να γδύσουνε
τις πνευματικές θεότητες από τα αντικείμενά τους: αυτοί είτανε οι
Παπάδες,
Αρχίζοντας να ξεδιαλέγουνε λατρείες ή τύπους από τα αληθινά παραμύθια
των ποιητών.
Με το καιρό κάνανε τη δήλωση πως τάχα οι Θεοί διατάξανε τέτοια 
καμώματα.
Και τέλος ο άνθρωπος λησμόνησε πως Όλες οι θεότητες φωλιάζουνε στα
ανθρώπινα στήθεια.
 
Μετάφραση:  Ζήσιμος Λορεντζάτος
Ζήσιμος Λορεντζάτος, Μεταφράσεις, Ικαρος, 2014
 
************* 
 
απόσπασμα από τα " Προμηνύματα Αθωότητας" 

Φτάνουμε στο σημείο να Πιστέψουμε το Ψέμα
Όταν δε διακρίνουμε με το Μάτι.
¨Ο,τι Γεννήθηκε σε μία Νύχτα, σε μία Νύχτα να χαθεί
Αφού η Ψυχή Αναπάυτηκε σ' Αχτίνες του Φωτός
Ο Θεός είναι Φως κι ο Θεός είναι Παρών
Για κείνες τις φτωχές Ψυχές που διαβιούν τη Νύχτα
Μα παίρνει Ανθρώπινη Μορφή
Για κείνες που κατοικούνε στο Βασίλειο της μέρας
 
Μετάφραση: Κώστας Λάνταβος
Ουίλλιαμ Μπλέηκ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, επιλογή, Πρόλογος-Μετάφραση, Κώστας Λάνταβος, Εκδόσεις Αρμός,1999.
____________________
 

Διονύσιος Σολωμός

Carmen Seculare

1.
Όξω ανεβοκατέβαινε το στήθος, αλλά μέσα
Aνθίζει με τους κρίνους του παρθενικός ο κόσμος.
Aυγή ’ναι κι’ άστραφτε γλυκά σα στην αρχή της πλάσης,
Kι’ εκράτουνε τα κάτασπρα ποδάρια στη δροσιά της.
 
2.
Kρατεί στο χόρτο τα κεριά, κεριά κομματιασμένα·
Oυρανός δένεται και γη στην όμορφη ματιά της.
 
3.
Δεν είναι χόρτο ταπεινό, χαμόδεντρο δεν είναι·
Bρύσες απλώνει τα κλαδιά το δέντρο στον αέρα·
Mην καρτερής εδώ πουλί, και μη προσμένης χλόη·
Γιατί τα φύλλ’ αν είν’ πολλά, σε κάθε φύλλο πνεύμα.
Tο ψηλό δέντρ’ ολόκληρο κι’ ηχολογά κι’ αστράφτει
M’ όλους της τέχνης τους ηχούς, με τ’ ουρανού τα φώτα.
 
Σαστίζ’ η γη κι’ η θάλασσα κι’ ο ουρανός το τέρας,
Tο μέγα πολυκάντηλο μες στο ναό της φύσης,
Kι’ αρμόζουν διάφορο το φως χίλιες χιλιάδες άστρα,
Xίλιες χιλιάδες άσματα μιλούν και κάνουν ένα.
Στο δένδρο κάτου δέησην έκαμ’ η βοσκοπούλα·
T’ άστρα γοργά τη δέχτηκαν καθώς η γη τον ήλιο.
Tα Σεραφείμ εγνώρισαν το βάθος της αγάπης,
Kι’ ολόκληρ’ η Παράδεισο διπλή Παράδεισό ’ναι.
Ποιος είχε πει που σούμελλε, πέτρα, να βγάλης ρόδο;
...................................
Aλλά πού τώρα βρίσκονται τα κάτασπρα ποδάρια;
Πού ’ναι το στήθος τ’ όμορφο που τέτοιους κόσμους έχει;
 
Στ’ αμπέλ’ η κόρη κάθεται και παίζει με τ’ αρνί της.

Ακούστε την ανάγνωση αποσπάσματος του ποιήματος από τον Ηλία Λάγιο
(Σπουδαστήριο Νεόυ Ελληνισμού)

____________________

 

Άγγελος Σικελιανός
 

Αλαφροΐσκιωτος 
                      
                                  ΑΚΟΥΣΜΑ (απόσπασμα)
……
Την προφητείαν ο ήλιος βασιλεύοντας
μόδωκε.  Με αλαφρό στα χείλη
της Οδύσσειας το στίχο,
και βαθιά
τη θεοτική της γνώμη,
δίπλα από σένα πρώτα,
Ιόνιο, κ’ ύστερα
αγνάντεψα ποιοί διάπλατοι
φεύγουν στην τόλμη δρόμοι.

                                 Ο ΒΑΘΥΣ ΛΟΓΟΣ   
Κ’ ένας απ’ όλους μού έφεξε
και ακόμα φέγγει λόγος.  Και η ψυχή μου
στην πλάση μέσα τον αλήθεψε-
και νάμπει
στο νόημα, σύγκορμη και πριν ακέρια εστάθη.

Ως ένα στύλο ένας σεισμός,
Τη ζύγιασε, την έστησε, 
σαν κυπαρίσσι ρίζες άδραξε απ’ τα βάθη.

Και ήταν ο λόγος του Οδυσσέα
στου τραγωδού το νου,
που τρίσβαθα
του ραψωδού του εμίλει η αρμονία,
μπρος στον γιγάντιο πόνο του Αίαντα
και την ιερή ανία.
……
«Είδωλα είμαστε και ίσκιοι.»
Το λόγο, που αχνίζει την πράξη,
για νύχτες, για μέρες,
ψηλά στα βουνά,
όπου απάτητοι δρόμοι,
στον βαθιόν ελαιώνα,
που οι άγραφοι νόμοι
πάντα αστράφταν μπροστά μου,
τον έφερα. – Η τρίσβαθη γνώμη
τάρα αντρίζει βαθιά τα ήπατά μου. 

Ανέβηκα – φίλος
ανήφορων – όλες
τις κορφές που αγναντεύουν τα πέλαγα,
γαλήνη άγγιξε όλα η ορμή μου,

το γεράκι που επέρνα,
το σύννεφο στον αγέρα,
το διάστημα
που είχε ζώσει βαθιά το κορμί μου.
Πόσο φως εποτιίστηκεν
η κρυφή δύναμή μου!

Και όχι καύχημα ανίερο-
σε πηγές δαφνοσκέπαστες
έπια εγώ και στη στέρνα-
τη ματιά και τη ράχη μου,
λαιμός βέβαιος-
και βέβαιο 
το ποδάρι εκυβέρνα.
Και είπα , όλα  γύρω βλέποντας-
«Νησί,
αβασίλευτη στο πέλαο δόξα,
ώ ριζωμένο 
στο πολύβοο διάστημα, 
και στου Ομήρου το στίχο
λουσμένο
βυθισμένο στον ύμνο.

Δάσο, όλο δρυ, στην κορφή σου, 
σιδερόχορδη ανάβρα,
που αχνίσαν τα σπλάχνα μου  απάνω
ολοκαύτωμα θείο,
και η άκρη σου τρέμει σα φύλλο,
μέσα βροντάει ο Λευκάτας, 
μαζώνεται η μπόρα,
ξεσπάζει μες στο θείον  ελαιώνα,
τρικυμίζει το πέλαο,
νησί  μου,
άλλη θροφή από τη θροφή μου
δε θα βρω,
απ’ την ψυχή μου άλλη ψυχή,
άλλο κορμί από το κορμί μου.

Αλλού οι ναοί και αλλού οι θεοί.
Μού αστράφτει γύρω των ηρώων η μοίρα.
Τη μοναξιά στη δύναμη μου υπόταξες-
της γλαυκομάτας η έγνια μού είναι κλήρα!

Του νου το νόμο, στα βουνά,
στον κάμπο, ολούθε βρήκες.
Να, η αγριλίδα ξεπηδάει
κλαδιά, για όλες τις άγνωρες
και τις μεγάλες νίκες!»
 
      Άγγελος Σικελιανός (1884-1951)

____________________

 

Πιερ Πάολο Παζολίνι
 
Προφητεία  (απόσπασμα)

Στον Ζαν-Πωλ Σαρτρ, που μου διηγήθηκε
Την ιστορία του Αλή με τα Γαλάζια Μάτια.

Ήταν στον κόσμο ένας γιος
Και μια μέρα πήγε στη Καλαβρία:
Ήταν καλοκαίρι, και ήσαν
Αδειανά τα χαμόσπιτα,
Καινούρια, σαν από ζαχαρωτό ψωμί,
Από παραμύθια με νεράιδες στο χώμα
Των περιττωμάτων. Αδειανά. Σαν χοιροστάσια χωρίς χοίρους,
Στο κέντρο κήπων χωρίς πρασινάδα χωραφιών χωρίς χώμα,
Καναλιών χωρίς νερό. Καλλιεργημένες από το φεγγάρι οι πεδιάδες.
Βλαστάρια μεγαλωμένα μέσα από στόματα σκελετών. Ο άνεμος
Απ’ το Ιόνιο ανακάτευε άχυρα μαύρα
Όπως στα όνειρα τα προφητικά:
Και η σελήνη, στο χρώμα των περιττωμάτων,
Καλλιεργούσε χωράφια
Που ποτέ δεν αγάπησε το καλοκαίρι.
Και ήταν η  εποχή του γιου
Που τούτη η αγάπη μπορούσε
Ν’ αρχίσει, και δεν άρχισε.
Ο γιος είχε μάτια
Από καμένο άχυρο, μάτια
Χωρίς φόβο, και τα είδε όλα
Όσα ήταν στραβά: τίποτε
Δε γνώριζε από γεωργία,
Από μεταρρυθμίσεις, από τους
Συνδικαλιστικούς αγώνες, από τα Κοινωφελή Ιδρύματα,
Αυτός. Είχε όμως εκείνα τα μάτια…
Ο Αλή με τα Γαλάζια Μάτια,
Ένας από τους τόσους γιους των γιων,
Θα κατεβεί από το Αλγέρι, πάνω σε καράβια
Με πανιά ή κουπιά. Θα είναι
Μαζί του χιλιάδες άνθρωποι
Μικρόσωμοι και με τα μάτια
Των φτωχών σκύλων των πατεράδων
Πάνω στις βάρκες τις φτιαγμένες στα Βασίλεια της Πείνας.
Θα φέρουν μαζί τους τα μωρά,το ψωμί και το τυρί, στα λαδόχαρτα της Δευτέρας του Πάσχα.
Θα φέρουν τις γιαγιάδες και τα γαϊδούρια,
Πάνω στις τριήρεις τις κλεμμένες στα αποικιακά λιμάνια.
Θα ξεμπαρκάρουν στον Κρότωνα, στο Πάλμι,
Κατά εκατομμύρια, ντυμένοι με ασιάτικα
Κουρέλια και με  αμερικανικά πουκάμισα.
  Μεμιάς οι Καλαβρέζοι θα πουν
Όπως αλήτες σε αλήτες:
«Να οι παλιοί αδερφοί,
Με τους γιους και με το ψωμί και το τυρί!».
Από τον Κρότωνα και το Πάλμι θ’ ανεβούν
Στη Νεάπολη, κι από κει στη Βαρκελώνη
Στη Θεσσαλονίκη και στη Μασσαλία,
Στις Πολιτείες της Διαφθοράς.
Ψυχές και άγγελοι, ποντίκια και ψείρες,
Με σπέρμα της Αρχαίας Ιστορίας,
Θα πετάξουν μπροστά στους νέγρους.
Αυτοί πάντα ταπεινοί
Αυτοί πάντα αδύναμοι
Αυτοί πάντα φοβισμένοι
Αυτοί πάντα κατώτεροι
Αυτοί πάντα ένοχοι
Αυτοί πάντα υπήκοοι
Αυτοί πάντα  μικροί,
Αυτοί, που δε θέλησαν ποτέ να γνωρίσουν,
Αυτοί που είχαν μάτια μόνο για να παρακαλούν,
Αυτοί που έζησαν σα ληστές,
Στο βάθος της θάλασσας, αυτοί που έζησαν σαν τρελοί
Στη μέση τ’ ουρανού,
Αυτοί που φτιάξανε
Νόμους έξω από το νόμο,
Αυτοί που προσαρμόστηκαν
Σ’ έναν κόσμο κάτω από τον κόσμο
Αυτοί που πίστεψαν
Σ’ έναν θεό δούλο του θεού,
Αυτοί που τραγούδησαν
Στις σφαγές των βασιλιάδων,
Αυτοί που χόρεψαν
Στους πολέμους των αστών,
Αυτοί που προσευχήθηκαν
Στους εργατικούς αγώνες
καταθέτοντας την τιμιότητα
Των χωριάτικων θρησκειών,
Ξεχνώντας την τιμή
Του υποκόσμου,
Προδίνοντας την ειλικρίνεια
Των βαρβαρικών λαών
Πίσω από τους δικούς τους Αλή με τα Γαλάζια
Μάτια – θα βγουν κάτω από τη γη για να ληστέψουν –
Θ’ ανέβουν από το βάθος της θάλασσας για να σκοτώσουν –
Θα κατεβούν από τα ύψη του ουρανού
Για ν’ αρπάξουν – και για να μάθουν στους συντρόφους
Εργάτες τη χαρά της ζωής –
Για να μάθουν στους αστούς
Τη χαρά της ελευθερίας –
Για να μάθουν τους χριστιανούς
Τη χαρά του θανάτου
Θα καταστρέψουν τη Ρώμη
Και  πάνω στα ερείπιά της
Θα καταθέσουν το σπόρο
Της Αρχαίας Ιστορίας.
Ύστερα με τον Πάπα και με το κάθε άγιο μυστήριο
Θα πάνε σαν τους τσιγγάνους
Τον ανήφορο προς τη Δύση και το Βορρά
Με τις κόκκινες σημαίες
Του Τρότσκι να κυματίζουν…  
 
Μετάφραση: Ανδρέας Ριζιώτης
Από το βιβίο: Ποίηση σε σχήμα τριαντάφυλλου, Τυπωθήτω, 2004
____________________
 
Παυλίνα Παμπούδη
 

Η Προφητεία

Θα σκίσεις την σελίδα. Την Τετάρτη
Θα κοιμάσαι.
Με το φτερό καρφωμένο στον λαιμό
Με το μενεξελί σου αίμα
Και το μαύρο σπέρμα μου.
Με στεγνωμένα τα ούρα στα μάτια σου.

Και ο πλανήτης θα δύσει με βουή
Στον ανατιναγμένο εγκέφαλο.
Και κενό το κενό θα πληρώσει:

Σκοτάδι θα γίνει και δεν θα’ χει να κρύψει
Θα τρέμει η γη και δεν θα υπάρχει
Νερά τα νερά θα αφανίζουν.

Και θα πέσει θάνατος
Και δεν θα υπάρχω ο θάνατος
Να δοξαστώ-  

(Από την ποιητική συλλογή : ΑΥΤΟΣ ΕΓΩ, Τραμ, 1977)

 

 

 

 

Εκτύπωση του άρθρου