Εκτύπωση του άρθρου

                                                                           

 

 

Με το πέρασμα από τη μεσαιωνική και αναγεννησιακή σκέψη στη νεότερη θεμελιώνεται το υποκείμενο ως πηγή γνώσης και αιτία δημιουργίας. Ο ποιητής στο νεότερο κόσμο δεν είναι ένας ραψωδός που περιμένει την παρουσία της μούσας για να υμνήσει τον εξωτερικό –αντικειμενικό- κόσμο ούτε υμνωδός για να μεταφέρει το μήνυμα της θεϊκής πρόνοιας για τον κόσμο. Ο ποιητής-υποκείμενο της νεότερης σκέψης είναι αυθεντικός δημιουργός, είναι η αυθεντία που «ποιεί»  τον κόσμο και αυτός ο κόσμος έχει κάτι ανεξίτηλο και ανεπανάληπτο από τη δική του ουσία.

Οι σύγχρονες γνωσιακές θεωρίες παρουσιάζουν ακόμη και την αντίληψη, τη μάθηση και τη μνήμη ως γνήσιες ποιητικές διεργασίες· κάθε καινούργιο ερέθισμα από τον κόσμο έρχεται να απεικονιστεί σε έναν ήδη υπάρχοντα γνωσιακό χάρτη της πραγματικότητας, ο οποίος ενημερώνεται μετά από κάθε νεο-εισερχόμενη πληροφορία. Συνεπακόλουθα, το ίδιο το βίωμα είναι κατασκευή πολύ πριν αποτελέσει την πρώτη ύλη της ποιητικής δημιουργίας.  

Για τη μετάπλαση του βιώματος σε ποιητικό λόγο επιστρατεύονται άλλες τεχνικές, όπως είναι η χρήση της αναλογίας για την κατασκευή μιας μεταφορικής εικόνας. Η μεταφορά, εξάλλου, κατά τον Lakoff, δεν είναι παρά η αντιστοίχιση εννοιολογικών πεδίων. Το μυαλό του ποιητή για πολλούς γνωσιο-επιστήμονες αποικίζεται από το συντακτικό της μεταφορικής γλώσσας, με την τελευταία αυτή να συνιστά μια ειδική δεξιότητα που ξεφεύγει πολύ μακριά από τη χρήση της μεταφοράς στην καθημερινή γλώσσα και τον επικοινωνιακό λόγο. Βέβαια, η αντίστροφη διαδικασία που ακολουθεί η ερμηνεία, δηλαδή η ανάλυση της μεταφοράς, ενέχει τον κίνδυνο της δημιουργίας ενός «άλλου χάρτη» της ποιητικής μεταφοράς, που δεν έχει καμία σχέση με τις απεικονίσεις της αρχικής ποιητικής σύλληψης, αλλά αυτό είναι μια άλλη συζήτηση που αφορά στην κριτική, όχι στην ποιητική δημιουργία. Σίγουρα το ενδιαφέρον της ανάλυσης βρίσκεται στο παράδειγμα, στον τρόπο, δηλαδή, με τον οποίο αναδεικνύεται η διαδικασία της αντιστοίχισης ή, για να επανέλθουμε στην τρέχουσα ορολογία, το χτίσιμο της μεταφοράς.
(βλ. σχετικά άρθρα εδώ: https://file.scirp.org/pdf/ALS_2015061915244183.pdf
και εδώ:  https://papers.ssrn.com/sol3/papers.cfm?abstract_id=1427868).         

Σύμφωνα με τη γνωσιακή θεωρία αυτή η ειδική δεξιότητα της ποιητικής μεταφοράς δεν περιορίζεται στην αναλογία που βασίζεται στην αντίληψη της ομοιότητας των αντικειμένων ή στην ευαισθησία στις σχέσεις των αντικειμένων (μια τέτοιου είδους αναλογία είναι αρκετή για το χτίσιμο της μεταφοράς στον καθημερινό επικοινωνιακό, πληροφοριακό λόγο), αλλά απαιτεί την αναλογία  που βασίζεται στην αναγνώριση τύπων σχέσεων μεταξύ των αντικειμένων, πράγμα που επιτρέπει τη γενίκευση σε κάποια πιο αφηρημένη δομή. Η τελευταία αυτή αναλογία αφορά στην τεχνική της κατασκευής συμβόλων, η χρήση των οποίων έπαιξε ένα σημαντικό ρόλο στην ιστορία της ποιητικής γραφής.    

Στην ιστορία αυτή πρώτα εμφανίζεται η αφηγηματική ποίηση και αυτή επικρατεί στο μεγαλύτερο μέρος της διαδρομής της ποίησης έως σήμερα. Η αποδόμηση της αφήγησης είναι μάλλον «σύμπτωμα» του 20ού αι., ο οποίος μέσα από αλλεπάλληλες κρίσεις ανέδειξε την εικόνα ενός κόσμου κατακερματισμένου, παραμορφωμένου, ασυνεχούς, πολυεπίπεδου, πολύπλοκου, δυσεξήγητου. Η λογική συνοχή και η γραμμικότητα της αφήγησης θεωρήθηκαν ανεπαρκή μέσα για να απεικονιστεί ο σύγχρονος κόσμος, ένας κόσμος αλλοπρόσαλλος και ανατρεπτικός. Στη θέση της αφηγηματικής ποίησης προτιμήθηκε η ποίηση των λυρικών συσχετισμών ή των συνειρμών, ποίηση που παρακάμπτει την εμπειρία, ή, έστω δεν την περιορίζει σε μια απλή ιστορία. Στην απόρριψη της αφηγηματικής ποίησης συνέτεινε και η κατάχρηση της «ιστορίας του εαυτού», της αυτοβιογραφικής ιστορίας του πρώτου προσώπου, που έγινε κοινός τόπος σε μία πλημμυρίδα ποιητικών εξιστορήσεων του πάθους. 

Η αφηγηματική ποίηση δεν θα έπρεπε, κανονικά,  να ταυτίζεται με τη λυρική ποίηση, αφενός γιατί η πρώτη είναι ευρύτερη έννοια από τη δεύτερη και αφετέρου γιατί  λυρικά στοιχεία συναντώνται και στην ποίηση που διαμορφώθηκε ως αντίδραση στην αφηγηματική . Ας μην ξεχνάμε επιπλέον ότι η αφηγηματική μοντέρνα ποίηση ανέδειξε την ποιητική πρόζα, όπου τα λυρικά στοιχεία είναι περιορισμένα. Έπειτα, ο όρος αφήγηση, καθ’ υπέρβασιν ίσως, περιλαμβάνει συχνά, εκτός από ιστορίες –κάποιου είδους  «πλοκή» που χαρακτηρίζει συνήθως την αφήγηση- και  αναπαραστάσεις που χαρακτηρίζονται από το παράλογο καθώς και  ποιητικές περιγραφές.   Τελικά, αυτές που μπορούμε να ορίσουμε σήμερα ως διακριτές κατηγορίες ποίησης, με κριτήριο το στοιχείο της αφήγησης, είναι η «ποίηση της συνέχειας», στην οποία το στοιχείο της αφήγησης υπάρχει, και η ποίηση της «α-συνέχειας», στην οποία το στοιχείο αυτό απουσιάζει. Η τελευταία, που ονομάζεται και ελλειπτική ποίηση, θεωρητικά αφήνει περισσότερο χώρο ανάπτυξης στη φαντασία, αλλά καταλήγει να γίνεται ερμητική, κλειστή στις ερμηνείες, ακριβώς επειδή υπάρχουν τόσες πολλές και καμία δεν είναι από μόνη της αξιόπιστη, επομένως δύσκολη σε τελευταία ανάλυση για τον αποδέκτη του ποιητικού μηνύματος. Παρόλα αυτά η ιδέα πίσω από αυτή την τάση είναι η αποφυγή μιας τελεσίδικης απόφανσης ως προς την ερμηνεία, η αναστολή οποιασδήποτε γνωστικής στρατηγικής στοχεύει στην αποκατάσταση του νοήματος, η απόλυτη ελευθερία του ποιητικού λόγου στους δύο πόλους της λειτουργίας του (γραφή-ανάγνωση). Γιατί, για τους πιστούς της ελλειπτικής ποίησης, είναι αναγκαία μια τέτοια απόδραση από τις συμβάσεις της απόδοσης νοήματος; Γιατί ακριβώς, σύμφωνα με τους ίδιους, πρόκειται για συμβάσεις. Η εμπειρία είναι χαοτική, έχει αυθαίρετη μορφή, αποτελείται από δεδομένα ασύνδετα μεταξύ τους , άρα κάθε «γραμματική» της εμπειρίας , που επιβάλλει ιεράρχηση και διαδοχή, όπως συμβαίνει στην ποίηση της συνέχειας (αφηγηματική ποίηση), αποκρύπτει το γεγονός ότι πρακτικά ακυρώνεται στη δημόσια σφαίρα.  Όλο αυτό οδηγεί  στην –λεγόμενη- ποίηση  της γλώσσας, δηλαδή στην ποίηση που περιορίζεται στο γλωσσικό παίγνιο, που αμφισβητεί το περιεχόμενο και τη σημασία, καθώς η πραγματικότητα υπερβαίνει τις δυνατότητες της γλώσσας –the word cannot reach the world (=τα λόγια δεν μπορούν να φτάσουν  -ή να φτιάξουν- τον κόσμο). 

Αλλά η ποίηση, εξ ορισμού, επιβάλλει ένα νόημα (ποιεί) και η συστηματικότητα της αφήγησης που μεταχειρίζεται απαιτεί μία τάξη · η ιεράρχηση και η διαδοχή στην αφήγηση που  αναπαριστά την εμπειρία, είναι χαρακτηριστικά  της ανθρώπινης μνήμης. Ο Ceszlaw Milosz συνοψίζει την πεποίθησή του, ότι ο ποιητής ανακαλύπτει ένα μυστικό, το ότι δηλαδή μπορεί να είναι πιστός στα δεδομένα της πραγματικότητας μόνο παρατάσσοντάς τα ιεραρχικά, στη φράση the pursuit of the real (=το κυνήγι του πραγματικού). 

Η ποιητική αφήγηση της στιγμής ή του στιγμιότυπου είναι ακριβώς το πρότυπο αυτής της ιεράρχησης (ιεράρχησης χρονικής και όχι αξιακής) και της διαδοχής. Η στιγμή, παγωμένη εικόνα ακινησίας, απομονωμένη από άλλες στιγμές, πριν ή μετά από αυτήν, είναι  η μόνη εγγύηση  σύλληψης της πραγματικότητας, η μόνη δυνατότητα κατανόησης ενός κόσμου αέναα κινούμενου, ενός κόσμου πρωτεϊκού, που διαρκώς μας διαψεύδει ως φορείς γνώσης. Μέσα σ’αυτό το παρμενίδειο πλαίσιο αναφοράς, η αφήγηση της στιγμής δεν έχει παρά μία λειτουργία, τη συμβολική : η μετάβαση από τον κόσμο των συγκεκριμένων πραγμάτων στον κόσμο των αφηρημένων εννοιών, από τον κόσμο των παραστάσεων στον κόσμο του νοήματος,  γίνεται με τη λεπτότητα της ποίησης, που δεν επιβάλλει την ανωτερότητα του νοητικού απέναντι στο εμπειρικό, αλλά αφήνει στον αποδέκτη την ελευθερία εξαγωγής του συμπεράσματος σε μία συνθήκη ισότητας των προσλήψεων (του αφηρημένου-νοητικού και του συγκεκριμένου-εμπειρικού).

Ένα παράδειγμα που τεκμηριώνει με ακρίβεια τα παραπάνω είναι το ποίημα του Robert Frost  «Ανοιξιάτικες Λίμνες» :

Αυτές οι λίμνες που αν και στα δάση κατοικούν
Τον ουρανό σχεδόν χωρίς ψεγάδι αντανακλούν
Και σαν τα άνθη πλάι τους ψυχραίνουν και ριγούν
Κι αυτές σαν τ’ άνθη πλάι τους σύντομα θα χαθούν
Όχι αλλού με κάποιο ρέμα ή ποτάμι να σκορπίσουν
Αλλά ψηλά απ’ τις  ρίζες φύλλωμα πυκνό ν’ αφήσουν
Τα δέντρα που έχουν μέσα στα κλειστά μπουμπούκια του την κλίση
Να φτιάχνουν δάση θερινά να πρασινίζουνε τη φύση
Πριν αναλάβουν το έργο τους ας αναλογιστούν διπλά 
Να κρύψουν, να ρουφήξουν και μακριά να στείλουν
Απ’ τα λουλούδια τα υγρά απ’ τα ανθοστόλιστα νερά
Το χιόνι το λιωμένο χθες, ότι οφείλουν 
                                                        (μτφρ. Εύη Μανοπούλου)
(http://www.online-literature.com/frost/760/)

Στο ποίημα αυτό, όπου είναι εμφανής ο παραλληλισμός ενός γεγονότος στη φύση με την ανθρώπινη πείρα, υποβάλλεται η ιδέα ότι η σύντομη απόλαυση της νεότητας θα πρέπει να στραγγίσει απ’ όλους του χυμούς της για να προβάλει το σφρίγος της ακμής με τη διαμεσολάβηση εννοιών, όπως οι ανοιξιάτικες λίμνες, η σπιρτάδα της νεότητας και οι μπελάδες της σκέψης.

Αυτό είναι, τελικά, η αξιοθαύμαστη ικανότητα του δημιουργικού νου. Να χρησιμοποιεί την εμπειρία όχι για να κοινοποιήσει το αυθεντικό περιεχόμενο του προσωπικού βιώματος, πράγμα αδύνατο γιατί κυριαρχεί σ’ αυτό το υποκειμενικό στοιχείο, αλλά για να επικαλεστεί στο όνομα μιας κοινής εμπειρίας μια οικουμενική αλήθεια, προσεγγίσιμη μέσα από την εμπειρία αυτή.   

Εύη Μανοπούλου


         

 
 
Προλέγοντας
 
Η σχέση της ποίησης με το στιγμιότυπο, με τη μνημείωση ή την αφόρμηση ενός χρονικού στίγματος, μπορεί να μας οδηγήσει σε πολλούς συνειρμούς. Στην πάλη της ανθρώπινης περιπέτειας γενικότερα με τον χρόνο, την αγωνία να κρατήσουμε και να κρατηθούμε από τη στιγμή, να μνημονεύσουμε το αποτύπωμά της, να πολεμήσουμε τον οξύ πόνο της λήθης. Πολλές περιπτώσεις θα μπορούσε κανείς να επικαλεστεί. Ήρθαν στον νου μου δύο: Το ποίημα Η Πεδιάς και το Νεκροταφείον του Κώστα  Καρυωτάκη και το Διερώτηση για να μην κάθομαι άνεργος του Νίκου Καρούζου.
 
1. Κώστα Καρυωτάκη, Η ΠΕΔΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟΝ 
(Πίναξ ημιτελής)
 
Ἔχει πιὰ δύσει ὁ ἥλιος τοῦ χειμῶνα,
καὶ γρήγορα, σὰ θέατρο, σκοτεινιάζει,
ἢ σὰ νὰ πέφτει πέπλο σὲ μία εἰκόνα.
Ἄλλο δὲ βρίσκει ὁ ἄνεμος, ταράζει
μόνο τ᾿ ἀγκάθια στὴν πεδιάδα ὅλη,
μόνο κάποιο χαρτὶ σ᾿ ὅλη τὴ φύση.
Μὰ τὸ χαριτωμένο περιβόλι
αἷμα καὶ δάκρυα τὸ᾿ χουνε ποτίσει.
Ἀδιάκοπα τὰ δέντρα ξεκινοῦνε,
κι οἱ πέτρινοι σταυροὶ σκίζουν σὰ χέρια
τὸν οὐρανὸ ποὺ σύννεφα περνοῦνε,
τὸν οὐρανὸ ποὺ εἶναι χωρὶς ἀστέρια.
(Ὡραῖο, φρικτὸ καὶ ἀπέριττο τοπίον!
Ἐλαιογραφία μεγάλου διδασκάλου.
Ἀλλὰ τοῦ λείπει μία σειρὰ ἐρειπίων
κι ἡ ἐπίσημος ἀγχόνη τοῦ Παγκάλου.)
 
Υπάρχουν τρία στιγμιότυπα σ’ αυτό το σκοτεινό όσο και πολυσχολιασμένο ποίημα του Καρυωτάκη: α. η αποτύπωση της «πεδιάδας», β. το πέρασμα από το «νεκροταφείο» και γ. μια εκτέλεση δι’ απαγχονισμού. Τα τρία στιγμιότυπα συναιρούνται σε ένα ποίημα, που αφήνει ειρωνικά το τέλος του να εκκρεμεί, έτσι ώστε να ολοκληρώνει την προσδοκία του προαναγγελθέντος Πίνακος Ημιτελούς της αρχικής παρενθέσεως. Καθώς εξελίσσεται το κείμενο, οι τρεις αφετηρίες του, όσο  φαίνεται πως συνδυάζονται άλλο τόσο εν τέλει αλληλοϋπονομεύονται, με τον γνώριμο αποδομητικό τρόπο του ποιητή: α. «Πεδιάς»: Το φυσικό τοπίο, ενώ οικοδομείται με τα στοιχεία ήλιος-άνεμος-αγκάθια, άλλο τόσο αποδομείται με τα: θέατρο, πέπλο σε εικόνα, χαρτί. β.. «Νεκροταφείον»: Ενώ ο «πίνακας» φαίνεται ότι πάει να αρτιωθεί από τα αναμενόμενα για τον χώρο του στιγμιοτύπου: πέτρινοι σταυροί, αίμα και δάκρυα, ανατρέπεται μέσα από το οξύμωρο του χαρακτηρισμού και της απροσδόκητης κίνησης: χαριτωμένο περιβόλι, αδιάκοπα τα δέντρα ξεκινούνε, οι πέτρινοι σταυροί σκίζουν σα χέρια/ τον ουρανό που σύννεφα περνούνε. γ. «Πίναξ Ημιτελής»: Η αγχόνη της εκτελέσεως επί Παγκάλου, το ιστορικό στιγμιότυπο της αφόρμησης, ίσως, του ποιήματος «λείπει» από τον «πίνακα», αφήνοντάς τον έτσι «ημιτελή». Κι ενώ λείπει το στιγμιότυπο ουσιαστικά και από το ποίημα, παρολαυτά εκείνο που δεν περιγράφεται, μέσα από την υπαινικτική του σιωπή, γίνεται η πρώτη ύλη και εν ταυτώ η τελευταία πινελιά στην ολοκλήρωση της αποτύπωσης της ποιητικής στιγμής. Το ποίημα σταματά, μόλις προσγειώνεται στο ιστορικό στιγμιότυπο: του Παγκάλου. Σε εκείνο ακριβώς το σημείο όπου ολοκληρώνεται, προεξέχει κι αυτό που πάντα θα μένει ημιτελές: η ανθρώπινη περιπέτεια καθώς συνθλίβεται ανάμεσα στις μυλόπετρες της ιστορίας.
 
2. Νίκου Καρούζου, ΔΙΕΡΏΤΗΣΗ ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΚΑΘΟΜΑΙ ΑΝΕΡΓΟΣ 
 
Ποτέ στ’ αλήθεια δεν το ’μαθα 
                           τι είναι τα ποιήματα 
Είναι πληγώματα 
                      είν’ ομοιώματα 
                                        φενάκη 
                                                φρεναπάτη; 
Φρενάρισμα ίσως; 
                       ταραχώδη κύματα; 
                                       τι είναι τα ποιήματα; 
Είν’ εκδορές απλά γδαρσίματα; 
                                      είναι σκαψίματα; 
Είναι ιώδιο; είναι φάρμακα; 
                     είναι γάζες επίδεσμοι 
                                   παρηγόρια ή διαλείμματα; 
Πολλοί τα βαλσαμώνουν ως μηνύματα. 
Εγώ τα λέω ενθύμια φρίκης.
 
Το ποίημα του Νίκου Καρούζου, διαλέγεται με τον τρόπο ποιητικής αποτύπωσης του στιγμιοτύπου του Καρυωτάκη μέσω κυρίως του συσχετισμού: «πλήγωμα-ομοίωμα-βαλσάμωμα»: το ποίημα αφορμάται από μια πληγή ή/και συνιστά το ίδιο «πληγή», δημιουργεί ένα προσ-«ομοίωμα» πραγματικότητας που καθώς διαρρέει την βιωματική του εμπειρία, αποκρυσταλλώνεται ως «μήνυμα» προς άγνωστο παραλήπτη, ένα μήνυμα που αποτελεί «βαλσάμωμα» της εμπράγματης στιγμής, ένα πάγωμα του εμπειρικού χρόνου . Διαμορφώνει ωστόσο μια δική του μετα-εμπειρία, που δεν είναι παρά μια εναγώνια προσπάθεια διάσωσης της μνήμης. Μια μνημείωση που αντί να προσλαμβάνεται ως παραμυθία συνιστά ένα αποτύπωμα φρίκης. 
 
Επιλέγοντας
 
Μέσα από την πάλη των ποιητών με την χρόνο, αγγίζουμε τον αψηλάφητο χώρο της ύπαρξης, εκεί που φωλιάζει ο μεταφυσικός μας τρόμος. Παρατηρώντας το εξής θαυμαστό: ενώ υπάρχουν στα κείμενα αυτά όλα εκείνα τα συγκεκριμένα στοιχεία που τα καρφώνουν στον τόπο και στον χρόνο, αυτά διαφεύγοντας, κινούνται στα όρια της ρεαλιστικής και φαντασιακής επιλογής, όλα είναι και δεν είναι ταυτοχρόνως, με υλικά που προέρχονται τόσο από τον χώρο της ρεαλιστικής προσήλωσης όσο και από αυτόν μιας αφηγηματικής φαντασμαγορίας. Ό,τι φαίνεται ως ρεαλιστικό προβάλλει εν ταυτώ με το σχήμα του αδυνάτου. Κι ενώ οι εικόνες της ποιητικής περιπέτειας εμφανίζονται αρχικά ως συνηθισμένες, αφήνουν ωστόσο στο τέλος κάποια παράθυρα ερμητικά κλειστά, αχρηστεύοντας τα ερμηνευτικά αντικλείδια. Γιατί κάτω από την επιφάνεια της ένσαρκης κυριολεξίας αισθανόμαστε πως χτυπά η άλλη φλέβα του κειμένου: η σκοτεινή περιπέτεια της ποιητικής οδύνης. Στο όνομα όλων μας. 
                          

Άννα Αφεντουλίδου

 

 


Η αληθινή εικόνα του παρελθόντος είναι φευγαλέα. Μόνον ως μια εικόνα, η  οποία, τη στιγμή ακριβώς που μπορεί ν΄αναγνωρισθεί, πετιέται αστραπιαία για να μην ξανάρθει, μπορεί να συγκρατηθεί το παρελθόν.

 Βάλτερ Μπένγιαμιν, Για την έννοια της ιστορίας


Η ποιητική της ιστορίας ισοδυναμεί, μάλλον, με την αποτύπωση της στιγμής σε μια φωτογραφία. Η ποίηση-στιγμιότυπο συντελεί στην παροντοποίηση του παρελθόντος, μέσα από μια οιονεί ιερή επίκληση αυτού που δεν ξανάρχεται και που ωστόσο αναμένεται να έρθει. Κάθε στιγμή είναι εν δυνάμει όλος ο χρόνος, γίνεται όλος ο χρόνος, υπό το πρίσμα της εμπειρίας. Έτσι, η στιγμή αποκτά και το εσχατολογικό της περιεχόμενο, όπως θα ήθελε, ίσως, ο Μπένγιαμιν. Γίνεται  μελλοντολογική, καθώς γίνεται ένας λόγος για τα έσχατα. 

Στην Εποπτεία της στιγμής ο Gaston Bachelard κάνει λόγο για την "ποιητική στιγμή". Πρόκειται για ένα ανάλογο της τραγικής στιγμής όπως ο Jean-Pierre Vernant το ορίζει για την τραγωδία, μία στιγμή μετάβασης, που συνιστά τη γένεση του καλλιτεχνήματος -στο ποίημα- και την «περιπέτεια» –του τραγικού ήρωα;

Όμως η αποθέωση της στιγμής στην ποίηση συντελείται στην φόρμα του χάικου και του τάνκα: εντύπωση, συμπύκνωση, λυρική αφαίρεση. O χρόνος σταματά για να φωτίσει το μυστήριο της ζωής. Η στιγμή αποκτά, ακόμη, μια διάσταση μυστηριακή…

***

Daddy's flown across the ocean
Leaving just a memory
A snapshot in the family album

Daddy, what else did you leave for me? 
Daddy, what d'ya leave behind for me?
All in 
all it was just a brick in the wall
All in all it was all just bricks in the wall
        
(Roger Waters, Another brick in the wall, Part I, 1979)      
      
Το πολιτικό και το στιγμιότυπο συμπλέκονται, αναδεικνύοντας τη συμπληρωματικότητα των δίπολων κάθε μορφής: Η υπαρξιακή, ουσια-νική, μεταφυσική ποίηση δεν οραματίζεται τον άνθρωπο εν κενώ, στατικό, έξω από τα ιστορικά, κοινωνικά και πολιτικά του συμφραζόμενα. Ούτε όμως και η κοινωνική λεγόμενη ποίηση βλέπει τον άνθρωπο μόνο μέσα στα πλαίσια της συγχρονίας∙ στις ευτυχέστερες στιγμές της επιδιώκει, μάλλον, την αναγωγή της τελευταίας στον ορίζοντα της διαχρονίας. Και, βεβαίως, η πρόσληψη ενός κειμένου σε κάθε εποχή ορίζει τις συντεταγμένες μιας αενάως ανανεούμενης ανάγνωσης.  
 
Σήμερα, πάντως, ο χαρακτηρισμός «βαθιά πολιτικό»  καραδοκεί πίσω από κάθε λόγο και κάθε έργο. Καλείται, πράγματι, το «πολιτικό» στοιχείο να ξορκίσει το «υπαρξιακό» αντίστοιχο στην ποίηση; Περιττεύει, μάλλον, να προσθέσω πως αν το κάθε τι είναι πολιτικό τότε, προφανώς, τίποτε πλέον δεν είναι πολιτικό, ως θεωρία αλλά και ως επιτέλεση. 

***

Ζωή είναι το όνομα που δόθηκε σε μερικές στιγμές, και
Σε μία μόνον από αυτές τις φευγαλέες στιγμές
Δυο μάτια συναντώνται εύγλωττα
Κοιτάζοντας πάνω από ένα φλυτζάνι τσάι, και
Μπαίνουν στην καρδιά διαπεραστικά
Και λένε,
Σήμερα μη μιλάς
Θα είμαι σιωπηλός και εγώ
Ας καθήσουμε μόνον έτσι
Κρατώντας ο ένας το χέρι του άλλου
Ενωμένοι με αυτό το δώρο του πόνου
Δεμένοι με το ξύπνημα των αισθημάτων
Ποιος ξέρει αν αυτή ακριβώς τη στιγμή
Κάπου στο απόμακρο όρος
Το χιόνι δεν έχει αρχίσει να λιώνει επιτέλους 

(Kaifi Azmi (1919-2002), Moment / Στιγμή
μετάφραση Σάρα Θηλυκού

Το ποίημα είναι ερανισμένο από την ανθολογία 100 Great Indian Poems, την οποία επιμελήθηκε ο Abhay Kumar, καλύπτοντας ένα φάσμα 3.000 χρόνων ποίησης σε 27 ινδικές γλώσσες, και η οποία πρόκειται να κυκλοφορήσει με μεταφράσεις σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες -και τα ελληνικά (από την υπογράφουσα).

Η αλλαγή περνάει πρώτα από εμάς για να γίνει συνείδηση και στον δημόσιο χώρο∙ όπως η Hannah Arendt το θέτει, ένας άνθρωπος χωρίς ιδιωτικό χώρο δεν μπορεί να δράσει ούτε στον δημόσιο. Ο Αzmi, η ποίηση του οποίου συνδέθηκε στενά τόσο με την κοινωνική όσο και την ερωτική θεματολογία γνωρίζει καλά πως ο κατεξοχήν πολιτικός χώρος είναι αυτός που εμείς ανοίγουμε για τον άλλον στην καρδιά μας, όταν αναλαμβάνουμε το ρίσκο της εμπιστοσύνης, όταν το σπίτι μας γίνεται και δικό του. Στη ζωή, την τέχνη, τη δημοκρατία, στην ποιητική της συνάντησης των ανθρώπων πάνω από ένα φλυτζάνι τσάι, το ιδιωτικό γίνεται τότε η βάση για το πολιτικό και η στιγμή το εφαλτήριο για την αιωνιότητα. 

Σάρα Θηλυκού

 

 

Mattina

M' illumino
d'immenso.

Πρωινό

Φωτίζομαι
με το απέραντο.

 

Αν μιλώντας για την καταγραφή της στιγμής στην ποίηση συχνά εννοούμε ποιήματα που σχετίζονται περισσότερο με το καθημερινό, το μικρό, το οικείο, το ποίημα του Giuseppe Ungaretti Mattina μας δίνει ένα διαφορετικό παράδειγμα χρήσης του στιγμιαίου, για να αναχθεί κανείς στο αιώνιο και σε αυτό που βρίσκεται πάνω  από τις ανθρώπινες δυνατότητες.

Το ποίημα Πρωινό του Giuseppe Ungaretti γράφτηκε στις 26 Ιανουαρίου 1917 στη Santa Maria la Longa, ενώ ο ποιητής ήταν στρατιώτης στο μέτωπο του  Carso  στη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και ο αρχικός του τίτλος ήταν Ουρανός και θάλασσα (Cielo e mare). Για πρώτη φορά συμπεριλήφθηκε με αυτόν τον τίτλο σε συλλογική ανθολογία του 1918  και έπειτα με τον τελικό του τίτλο στη συλλογή Allegria di naufragi (Χαρά ναυαγίων) του 1919, καθώς και στην ενότητα Naufragi (Ναυάγια) της συλλογής Allegria (1931, 1936 e 1942).

Ο ποιητής καταγράφει με τον πιο σύντομο τρόπο μια στιγμιαία εσωτερική εμπειρία, που τον οδηγεί στη συνειδητοποίηση της θέσης του στον κόσμο και στην ένωσή του με αυτόν. Ο ποιητής μέσα στη φρίκη του πολέμου καταγράφει μια στιγμή ειρήνης που τον φέρνει σε επαφή με μια απόλυτη και αδιαπραγμάτευτη αλήθεια, το φως του πρωινού. Ο ίδιος, μέσα στα φθαρτά του όρια, κατανοεί πώς σμίγουν το ατομικό βίωμα, το πεπερασμένο με το άπειρο της κοσμικής αρμονίας και των φυσικών νόμων. Ο τίτλος του ποιήματος είναι πολύ σημαντικός, αφού σηματοδοτεί τη χρονική στιγμή κατά την οποία παύει να επιδρά στο ποιητικό υποκείμενο κάθε άλλο εξωτερικό ερέθισμα και το μόνο που απομένει είναι το φως του πρωινού, το οποίο μεταμορφώνεται στο άπειρο του κόσμου και του αποκαλύπτει μια ανώτερη αλήθεια. 

Το ποίημα θεωρείται χαρακτηριστικό του ερμητισμού. Οι περισσότεροι θεωρητικοί της λογοτεχνίας μιλώντας για ερμητισμό εστιάζουν την προσοχή τους κυρίως στο σκοτεινό περιεχόμενο των στίχων, στο γεγονός ότι καταγράφεται συχνά ένα εσωτερικό ή εξωτερικό συμβάν με τέτοιο τρόπο, ώστε να παραμένει πολυσήμαντο και δύσκολο στο ξεκλείδωμα από τον αναγνώστη. Συχνά μάλιστα έχει τονιστεί ότι ο ερμητισμός έχει τις ρίζες του στον συμβολισμό, όχι μόνο λόγω της υπόγειας μουσικότητας των στίχων, αλλά και λόγω του γεγονότος ότι η εξωτερική και η ψυχική πραγματικότητα αποτελούν έναν σφιχτοδεμένο κόσμο, όπου η πρώτη γίνεται φορέας της δεύτερης και η δεύτερη διαμορφώνεται πολλές φορές ουσιωδώς από την πρώτη. Πράγματι, και στην παρούσα περίπτωση, αν κάποιος δεν γνωρίζει την περίσταση από την οποία ο ποιητής αντλεί την έμπνευσή του, μπορεί να αποδώσει στο σύντομο αυτό ποίημα πλήθος ερμηνειών. Μέσα στα ερμητικά ποιήματα άλλωστε συχνά καταγράφονται στιγμές, εικόνες ακαριαίες που αντλούνται κυρίως από τη φύση αλλά και από την καθημερινή ζωή των ανθρώπων. 

Το δίστιχο αυτό αποτελεί μια ιδιαίτερη περίπτωση ποιητικής, καθώς δείχνει με ποιο τρόπο ο ποιητικός λόγος μπορεί να μετατρέψει το πρόσκαιρο και το στιγμιαίο σε κάτι που λαμβάνει καθολικές διαστάσεις,. Αυτή εξάλλου ήταν και θα είναι πάντοτε η πιο ουσιώδης και εναγώνια προσπάθεια της τέχνης. 

Άννα Γρίβα

 

 

Ποιητές: Ανδρέας Κάλβος, Αρθούρος Ρεμπώ, Τζελαλαντίν Ρουμί,  Άλαβαρο ντε Κάμπος,  Έμιλυ Ντίκινσον, Κωνσταντίνος Καβάφης,  Χόρχε Λούις Μπόρχες, Γιώργος Σεφέρης, Σάντρο Πέννα, Μιχάλης Γκανάς, Τούμας Τράνστρεμερ, Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ,  Βισουάβα Σιμπόρσκα, Μίλτος Σαχτούρης.
                                   

Επί το μέγα ερείπιον
η Ελευθερία ολόρθη
προσφέρει δύο στεφάνους•
έν' από γήινα φύλλα
                           κ άλλον απ' άστρα.

Ανδρέας Κάλβος    (Τα Λυρικά, Ωδή δευτέρα)
 

Σε χρυσό σκαλάκι ανεβασμένος- μεσ΄από πράσινα βελούδα, σιρίτια μεταξένια θαμπά τούλια και δίσκους από κρύσταλλο που όσο παν σκουραίνουν ίδια μπρούντζος μες στον ήλιο- κοιτάω κείνο τ΄άνθος που ανοίγει δάχτυλα τα πέταλά του, πάνω σ΄ένα χαλί ολοκέντητο, ασήμι,  μάτια και λυτά μαλλιά.

Σπαρμένα στον αχάτη χρυσοκίτρινα νομίσματα, στήλες από κοκκινόξυλο στηρίζοντας ψηλά θόλο σμαράγδινο, δέσμες άσπρο ατλάζι και λεπτούτσικες βέργες ρουμπινένιες αγκαλιάζουν ολούθε το υδάτινο τριαντάφυλλο.

Ίδια Θεός που ’ν από χιόνι κι έχει πελώρια μάτια γαλανά, θάλασσα κι ουρανός ανεβάζουνε πάνω στους μαρμάρινους εξώστες πλήθος τα νέα γερά τριαντάφυλλα.

Αρθούρος Ρεμπώ  (μετ. Οδυσσέας Ελύτης, Δεύτερη Γραφή 1996)


Απόψε
           βαδίζουμε στη χώρα της αιωνιότητας.
Αυτή δεν είναι νύχτα,
είναι μια ατέλειωτη ένωση
του Εραστή με τον Αγαπημένο.

Το μυστικό που ψιθυρίζουμε
ό ένας στον άλλον
δίνει στο παιδί του σύμπαντος
την πρώτη του ανάσα.


Τζελαλαντίν Ρουμί  ( Ο αγαπημένος, απόδοση Κ. Κολύμβα,)

Έρχομαι από τη μεριά της Μπέζα.
Πηγαίνω για το κέντρο της Λισαβόνας.
Δεν φέρνω τίποτα και δεν θα βρω τίποτα.
Έχω από πριν την κούραση αυτού που δεν θα βρω,
κι η νοσταλγία που νιώθω δεν είναι του παρελθόντος ούτε
          του μέλλοντος.
Αφήνω γραμμένη σ΄αυτό το βιβλίο την εικόνα του νεκρού
          σχεδίου μου:
ήμουν σαν αγριόχορτο, και δεν με ξερίζωσαν.

Άλαβαρο ντε Κάμπος  (Θαλασσινή ωδή & άλλα ποιήματα, μετ. Μαρία Παπαδήμα)

‘’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’

Σαν πέθαινα –
                         άκουσα το βόμβο Μύγας -
Μέσα στην Κάμαρα ήταν Σιγαλιά
Σαν είναι γύρω η Σιγαλιά του Αγέρα -
Προτού τον ζώσει η Θύελλα ξανά -

Τα Μάτια ολόγυρα - είχαν στραγγίσει -
Και η ανάσα μαζευόταν σταθερά
Για την στερνή Αρχή - ο Βασιλέας-
Σαν παρουσιαστεί - στην Κάμαρα -

Παρέδωσα τα Ενθυμήματα μου -
Ποιο μέρος είναι να εκχωρηθεί
Από εμέ υπέγραψα - ήταν τότε
Ήρθε μια Μύγα να παρεμβληθεί -

Με Κυανό – άστατο - αδέξιο Βόμβο -
Στων φώτων και σ’ εμέ - τ’ ανάμεσο -
Κι ύστερα φθίναν τα Παράθυρα - και τότε
Άλλο δεν έβλεπα πια για να δω –

Έμιλυ Ντίκινσον, (Επειδή δεν άντεχα να ζήσω φωναχτά, μετ. Άρτεμις Γρίβα )

‘’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’

Την προσοχή μου κάτι που είπαν πλάγι μου
διεύθυνε στου καφενείου την είσοδο.
Κ΄ είδα τ΄ωραίο σώμα που έμοιαζε
σαν απ ΄την άκρα πείρα του να τώκαμεν ο ΄Ερως-
πλάττοντας τα συμμετρικά του μέλη με χαρά,
υψώνοντας γλυπτό το ανάστημα,
πλάττοντας με συγκίνησι το πρόσωπο
κι αφίνοντας απ΄ των χεριών του το άγγιγμα
ένα αίσθημα στο μέτωπο, στα μάτια , και στα χείλη.

Κωνσταντίνος Καβάφης 

‘’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’

Το νόμισμα έπεσε στην απλωμένη μου χούφτα
Μα όσο και ήταν αλαφρύ δεν μπόρεσε να το βαστάξει.
Και κύλησε στο χώμα. Όλα πήγαν χαμένα.
Ο άλλος είπε: Μένουν ακόμα είκοσι εννιά.

Χόρχε Λούις Μπόρχες,  ( Χ.Λ.Μ.Ποιήματα,  μετ. Δημήτρης Καλοκύρης)

‘’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’

                                   Νείλος,
                           «Τα περιστέρια»

Πανιά στο Νείλο,
πουλιά χωρίς κελάιδισμα με μια φτερούγα
γυρεύοντας σιωπηλά την άλλη
ψηλαφώντας στη απουσία τ΄ουρανού
το σώμα ενός μαρμαρωμένου εφήβου
γράφοντας με συμπαθητικό μελάνι στο γαλάζιο
μιαν απελπιστική κραυγή.

Γιώργος Σεφέρης,  (Ημερολόγιο Καταστρώματος Β’)

‘’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’

Η θάλασσα καταγάλανη.
Η θάλασσα όλη ατάραχη.
Μες στην καρδιά μου κάτι σαν ουρλιαχτό
χαράς.  Παντού γαλήνη.

Σάντρο Πέννα,  (Poesie, μετ. Φοίβος Γκολφινόπουλος)

‘’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’

Τον ξέρω αυτό τον τόπο,
ξαναπέρασα παιδί με του πουλάρι μου.
Έχουν αλλάξει όλα
κάτω απ΄ τον ίδιο ουρανό.

Ξαπλώνω στο ψηλό χορτάρι,
άνοιξη και βροχή, δεν κλαίω.
Ας ξαναπέσουν όλα
στην πράσινη βουβή αγκαλιά.
Γυρίζω μπρούμυτα κι ακούω
το καπάκι τ΄ουρανού που κλείνει.

Σ΄ αυτή την κιβωτό
είμαι το είδος δίχως ταίρι.

Μιχάλης Γκανάς,  (Γυάλινα Γιάννενα)

‘’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’

Να΄ μαι λοιπόν, εγώ ο αόρατος  άνθρωπος  που μ΄ έχει ίσως προσλάβει
μια μεγάλη Μνήμη για να ζω ακριβώς τώρα.  Και περνώ με το αυτοκίνητο

μπροστά από την κλειδωμένη άσπρη εκκλησία- εκεί μέσα βρίσκεται
   ένας άγιος από ξύλο,
χαμογελαστός , ανίσχυρος, σαν να του πήρανε τα γυαλιά του.

Είναι μόνος.  Όλα  τ’ άλλα συμβαίνουν τώρα, τώρα,  τώρα. Ο νόμος
  της βαρύτητας  που μας πιέζει
να εργαζόμαστε τη μέρα και να ξαπλώνουμε τη νύχτα.  Ο πόλεμος.

Τούμας Τράνστρεμερ, (Τα Ποιήματα, μετ. Βασίλης Παπαγεωργίου)

‘’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’

Απ΄το παράθυρο την κίνηση παρατηρώ
αυτοκίνητα παρκάρουν στο κενό
ή τρέχουν τη σύγκρουσή τους
να προλάβουν.
Ο κόσμος απροσδιόριστος
μου φαίνεται θαμπός
σαν να με τύφλωνε ο ατμός
από κάποια χύτρα μακρινή
που μες στο ζουμί της
το κακό της πλάσης βράζει.
Η γοητεία που ασκούσαν τα κορμιά
πού είν’ η γοητεία;
Η λαβωμένη μνήμη
τις  απουσίες πώς να μετρήσει;
Άλλαξ΄η ζωή περιεχόμενο
ή το πρόσωπό μου δεν προσφέρει
όσο χρειάζεται πια μέλλον
για να περιέχεται σ΄αυτήν;

Ποτέ τόσα ερωτήματα
δε βάραιναν τα ποιήματα
ποτέ τόσες απαντήσεις
δεν είχε παραλείψει
να μου δώσει η φαντασία.
Ελάχιστες περιγραφές φύσης
πια στους στίχους-
είναι γιατί συγκεντρώνομαι ολόκληρη
να φανταστώ
το πρόσωπο που θα μου υποσχεθεί
την αιωνιότητα του τελευταίου παρόντος
για μια στιγμή

Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ  (Ποίηση 1963-2011)

‘’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’

Κατέληξα σ΄αυτό: να κάθομαι κάτω από ένα δέντρο
δίπλα σ΄ένα ποτάμι
σ΄ένα ηλιόλουστο πρωινό.
Πρόκειται για ένα ασήμαντο περιστατικό
που δεν θα περάσει στην ιστορία.
Δεν πρόκειται για μάχες και συνθήκες
όπου έχουν διερευνηθεί τα κίνητρα
ή αξιομνημόνευτες τυραννοκτονίες

Κι ωστόσο κάθομαι δίπλα στο ποτάμι,
   αυτό είναι γεγονός.
Κι αφού βρίσκομαι εδώ
πρέπει να έχω έρθει από κάπου
και πριν απ΄αυτό
πρέπει να έχω εμφανιστεί σε πολλούς άλλους τόπους,
ακριβώς όπως οι κατακτητές στις διάφορες χώρες
πριν κάνουν πανιά.

Ακόμα και μια περαστική στιγμή έχει
   το δικό της γόνιμο παρελθόν,
την Παρασκευή της μετά την Πέμπτη,
τον Μάη της πριν τον Ιούνιο.
Οι ορίζοντες της δεν είναι λιγότερο πραγματικοί
από εκείνους που μπορούν να ανιχνεύσουν
   τα κιάλια ενός στρατηγού.

Αυτό το δέντρο είναι μια λευκά που έχει
   ριζώσει εδώ από χρόνια.
Το ποτάμι είναι ο Ράμπα και δεν αναδύθηκε
   χθες.
Το μονοπάτι που διασχίζει τους θάμνους
δεν τσαλαπατήθηκε την περασμένη εβδομάδα.
Ο άνεμος έπρεπε να μεταφέρει εδώ τα σύννεφα
προτού μπορέσει να τα διασκορπίσει.

Και μολονότι γύρω μας τίποτα σημαντικό
   δεν συμβαίνει,
ο κόσμος γι΄αυτόν τον λόγο δεν είναι φτωχότερος
   σε λεπτομέρειες,
Είναι ακριβώς τόσο εδραιωμένος, τόσο οριστικός,
όπως τότε που τον κατάπιναν οι μετακινήσεις
   των λαών.
Οι συνωμοσίες δεν είναι τα μόνα πράγματα
που καλύπτει η σιωπή.
Δεν σημαδεύουν μόνο τις στέψεις οι ακολουθίες
   αιτίων.
Επέτειοι επαναστάσεων μπορεί
   να περιστρέφονται
αλλά το ίδιο γίνεται και στα βότσαλα
που περικυκλώνουν τη ακτή

Η τοιχογραφία των περιστάσεων είναι περίπλοκη
   και πυκνή.
Με μυρμήγκια που γαζώνουν το γρασίδι.
Με το ραμμένο γρασίδι στο χώμα.
Με το σχέδιο ενός κύματος που βελονιάζει
   ένα κλαδάκι.

Έτσι λοιπόν συμβαίνει που υπάρχω και εγώ
   και παρατηρώ.
Πάνω μου μια λευκή πεταλούδα πεταρίζει
   στον αέρα
με φτερά που είναι μόνο δικά της
και μια σκιά περνάει ξυστά μέσ΄απ΄τα χέρια μου
που δεν είναι άλλη απ’ τον εαυτό της, δεν είναι κάποιου
   άλλου μόνο δική της.

Όταν βλέπω τέτοια πράγματα δεν είμαι πια σίγουρη
ότι αυτό που είναι σημαντικό
είναι πιο σημαντικό απ΄αυτό που είναι ασήμαντο

Βισουάβα Σιμπόρσκα, (Μια ποιητική διαδρομή, μετ Βασίλης Καραβίτης)

‘’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’

ο εραστής
άρρωστο ψάρι
όπου νά΄ναι
θα πέσει
στον ουρανό

*
κόλαση
με τόσο φως
δεν το περίμενα
στρίβοντας τη γωνιά
ν΄αντικρύσω
το μαύρο   κόκκινο

*
τη νύχτα
κλεισμένος
σε κλουβιά βροχής
σιγά – σιγά
με θανατώνουν
τα πουλιά

*
και το πρωί
αν τα πουλιά που μου στέλνει
ο Θεός
είναι πάλι μαύρα
τα βάφω
πράσινα
κίτρινα
κόκκινα

*
όμως μια μέρα
θά΄ρθει μια συννεφιά
παντοτινή

*
κυπαρίσσι
κόκκινο
δέρμα
της ψυχής

*
ένα γλυκό χέρι
σπασμένο
πεταγμένο
στις πέτρες
στο δρόμο
στο χάος

*
καληνύχτα

Μίλτος Σαχτούρης (Ποιήματα, 1945-1971) 

______________________________________________________

 

Εκτύπωση του άρθρου