Εκτύπωση του άρθρου


ΠΟΙΗΤΕΣ ΤΗΣ ΒΕΓΓΑΛΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΣΙΑΣ
5ο Διεθνές Ποιητικό Φεστιβάλ της Καλκούτας
 
(Επιμέλεια- Μετάφραση από τα αγγλικά: ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ ΛΥΜΠΕΡΗ)

 


Ήρθα σ’ επαφή με τη γλώσσα της Βεγγάλης γνωρίζοντας τους σύγχρονους ποιητές της στο 5ο Διεθνές Ποιητικό Φεστιβάλ της Καλκούτας (Ιανουάριος 2011), όπου βρέθηκα, καλεσμένη από τον πρόεδρο Ashis Sanial. Αν και η ινδική λογοτεχνία δεν έχει μεταφραστεί αρκετά στην Ελλάδα, η Ινδία είναι γνωστή σε μας για την πλούσια ποιητική της παράδοση (το κλασσικό έπος Μαχαμπαράτα, με 18 ωδές και 100.000 δίστιχα για κάθε ωδή – πέντε φορές μεγαλύτερο σε έκταση από τη Θεία Κωμωδία –, εκτιμάται σαν ένα ιδιαίτερα σημαντικό απόκτημα της παγκόσμιας ποιητικής σκηνής). Έχοντας σαν αφετηρία τη Βεδική εποχή, η ινδική λογοτεχνία αναπτύχθηκε στηριγμένη πάνω στην ποικιλία των πνευματικών παραδόσεων της χώρας. Διάλεκτοι όπως οι Μπενγκάλι, Ουρντού, Κανάντα, Βεδική σανσκριτική, Ορίγια, Ταμίλ, καθώς και τα κλασσικά Σανσκριτικά, χρησιμοποιήθηκαν για να καταγραφούν απλά ανθρώπινα βιώματα, μυστικιστικές εμπειρίες κι άλλοτε ισχυρές επιδράσεις από την Περσική και την Αγγλική ποίηση. Σήμερα στη λογοτεχνική γλώσσα εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται 20 περίπου διάλεκτοι.

Από τη σύγχρονη ποίηση της Βεγγάλης, αλλά και του Μπαγκλαντές, του Βιετνάμ, της Ταϋλάνδης (προσκεκλημένων χωρών στο Φεστιβάλ) ενδεικτικά μετέφρασα μερικά ποιήματα, τα οποία δεν θα επαινούσα για την αισθητική τους αρτιότητα, αν βεβαίως τα έκρινα με τα αισθητικά μέτρα που μας έχει προμηθεύσει το Δυτικό βίωμα. Αισθάνομαι ότι η αντίληψη του Δυτικού ανθρώπου, εντελώς ξένη προς την ασιατική ιδιοσυγκρασία και τις ψυχικές της καταβολές, αποτελεί ισχυρό εμπόδιο στην προσέγγιση και την βαθύτερη σύνδεση με αυτό το είδος της ποίησης. Χαρακτηριστικό των παρόντων έργων είναι η απλότητα (σύμφυτη με το συνολικό πνεύμα της ασιατικής κουλτούρας) και το ανεπιτήδευτο της φόρμας, οι εικόνες μιας ζωντανής φύσης και η διαρκής συνομιλία με τα φυσικά στοιχεία, που προσωποποιούνται και συνδιαλέγονται δίνοντας το ανάλογο υπερβατικό υλικό. Στους πιο νέους ποιητές, εν τούτοις, βλέπω να υπάρχει μια αισθητή απόκλιση από τις κλασικές δομές και θεματολογίες και μπορεί κανείς να αναγνωρίσει σ’ αυτούς τις ανανεωτικές τάσεις μιας πιο ελεύθερης ματιάς.

 

 

RAMES PURAKAYASTHA
(Βεγγάλη)        

ΣΤΗ RANIDI : ΕΝΑ ΒΡΟΧΕΡΟ ΒΡΑΔΥ

Μέρες περνούν, η μια μετά την άλλη, καθώς όλο και περισ-
                   σότερο απομακρύνομαι απ’ την καταγωγή μου

Ο χρόνος αργά οδηγεί στον τελικό σκοπό
Χαμηλά σύννεφα βρέχουν ασταμάτητα
Στο ανατολικό δωμάτιο οι κούκλες εξακολουθούν να κοιμούνται
                                                   σε σειρές στα ράφια τους
Ranidi, o απόμακρος ουρανός σε προσκαλεί
   Εκεί όπου κάποτε βρισκόταν το σπίτι σου.
   Το καναρίνι, κίτρινο πουλί, πέταξε με το κίτρινό σου σάρι
   Δεν υπάρχουν πια χλοερά δάση στα χωριά
   Το χωριό μας το πήρε ο άνεμος
   Η παγκοσμιοποίηση έχει αρπάξει ακόμα και τα φύλλα του λωτού
                                                            στο Saral–dighi

   Ο Αpu*1 κι εγώ πήγαμε να δούμε τη φωλιά της αγριόχηνας
   Τις γραμμές του Καsh – λευκά άνθη καλαμιών
   Το τρένο που τρέχει
   Την κρυφή ευχή της Durga*2, τη γεμάτη λύπη, ζωγραφισμένη
                                                                             στο νερό –
   Όλα έχουν διαλυθεί τόσο ήσυχα! 

   Κανείς πια δεν πιστεύει στον πρίγκιπα με το γιαταγάνι από
                                                               βλαστάρι μπαμπού
   Το Kash και η ατμομηχανή είναι πλέον υπό εξαφάνιση, πράγματα
                                                             του παρελθόντος
   τώρα, αν καταφέρεις ν’ αγοράσεις τηλεόραση όλες οι αβεβαιότητες
                                                                            εξαφανίζονται
   κρατάς τη νίκη στα χέρια σου – τι να σου κάνει το μυστικό της
                                                   πτήσης και τ’ αυγά του όρνιου;


   Ψιχαλίζει, όλο ψιχαλίζει, χλωμό σκοτάδι μαζεύεται στον ουρανό
                                                                              και στη γη

    Δεν σκέφτεσαι κάτι άλλο απ’ το να παίζεις με τις κούκλες
                                                      στο κουκλόσπιτο, Ranidi;
    Σαν πιόνι του bang-bandi*3
    Σύννεφα σωρός πάνω στα σύννεφα -βρέχει στην καρδιά μου
                                                                        ασταμάτητα
                                                 ως τα βαθιά      

                           
----------------------------------------------------------------------------------- 
1, 2 : Ο Apu και η Durga είναι ονόματα ηρώων της πολύ γνωστής
         ινδικής νουβέλας “Pather Panchali’”, όπου αναφέρονται σαν
         αδέλφια,  παιδιά ενός φτωχού  βραχμάνου ποιητή και ιερέα.
 
3 :  Iνδικό αρχαίο παιχνίδι, επιτραπέζιο, που παίζεται με δύο παίχτες
      (Αποτελείται από ξύλινο πίνακα, παρόμοιο με αυτόν της εννιάρας
      και ειδικά πιόνια με αναπαραστάσεις ζώων,  διαφορετικά για κάθε
      παίχτη.)

 

                                                                                                    
ΚΙ ΟΜΩΣ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΟΛΟΣ ΑΚΟΥΕΙ

Όλο τ’ απόγευμα σύννεφο λευκό χάραζε ένα σωρό ιστορίες
                                        στον μπλε καμβά των ουρανών
Τ’ αστέρια δεν μπορούν να θυμηθούν πότε άνθισαν
                                            το ένα πίσω απ’ το άλλο
Οι μυρωδιές της τουλίπας απλώνονται – το παράθυρο
                                                                    έρημο,
                                           το πατζούρι ανοιχτό
Ολόκληρη νύχτα καίει το κερί.
Λοιπόν, ποιο ειν’ αυτό το άρωμα; Μήπως νυχτολούλουδο;                                                 
Ή μήπως η γλυκιά μυρωδιά των ανείπωτων λέξων;
Σας αποχαιρετώ, τώρα μονάχος μου θα πάω στη χώρα του
                                                               αιώνιου ύπνου
Κανείς δεν θα το καταλάβει, ούτε καν η ωραία μου κυρά.

«Όμως, εγώ τα ξέρω όλα», ψιθυρίζει ο άνεμος εντελώς ξαφνικά
«Παρακαλώ, μην το αποκαλύψεις σε κανέναν» – όπως ζήτησα
Ο άνεμος σιωπηλά ξεκόλλησε απ’ την καρδιά μου κρυφό
                                                                        στεναγμό
Και τον τύλιξε με προσοχή στα πράσινα φύλλα της κασουαρίνας *1
Ακούω αυτό τον ήχο να ηχεί κάτω από τη γη
Κανείς ποτέ δεν είπε το μυστικό
Κι όμως, ο κόσμος όλος ακούει τον στεναγμό αυτόν τον βαθύ
                                                                   βράδυ-πρωί

 

------------------------------------------------------------------------------
1: Αειθαλές δεντρο, που ευδοκιμεί σε Ασία, Αυστραλία
     και στα νησιά του δυτικού Ειρηνικού Ωκεανού                  

                 

ANANDARUP NAYEK
   (Βεγγάλη)
   

BΑΡΚΑ ΤΟΥ ΣΚΟΤΟΥΣ
     
   Καθώς το θρόισμα των φύλλων φτάνει απαλά με τον αέρα των
   xλοερών βουνών της Jharbagda, η Radhika, πιστή του Βισνού,
   τραγουδάει: «Το πουλί που έμεινε τόσο καιρό στο κλουβί, σήμε-
   ρα ελευθερώνεται. Άσε ν’ ανοίξω την πόρτα του κλουβιού να το
   δω να φτερουγίζει προς το ταίρι του»… καθώς προφέρει τις λέξεις
   αυτές, στα ματόκλαδά της βαραίνουν δάκρυα σαν βροχερά σύν-
   νεφα του μηνός Ιουλίου. Δεν μπορώ ν’ αντιληφθώ τη σημασία
   των λόγων της, παρ’ όλ’ αυτά μπορώ να δω πώς η πυκνή βροχή
   γεμίζει τους πρόποδες των λόφων και τα μακρινά λουλουδιασμέ-
   να δάση.
   Πηγαίνοντας για το σχολείο, συνάντησα τον Fagu, στη στάση για
   το Manbazar. Μου προσφέρει ένα τσιγάρο και μου λέει: «Δάσκαλε,
   γιατί δεν γράφεις ένα τραγούδι για μένα και την Radhika, την πι-
   στή του Βισνού;»  
   Ρουφώντας βαθιά τον καπνό, σκέφτομαι «Ax, εσύ πουλί ελευθε-
   ρώσου, πέταξε στα βροχερά σύννεφα, πέταξε στο πυκνό δάσος,
   πέταξε με το θρόισμα των δασών στα φτερά σου»           

                 

ΩΡΑ ΓΙΑ ΑΝΟΙΞΗ

   _  Έχω φλογερό πόθο για φυγή. Μπλε ποδήλατο με τη σέλα σπα-
       σμένη, να τρέχει βιαστικά πλάι στον ορυζώνα. Να διασχίζει την
       καλαμένια αποβάθρα Soheli μέσα στη λαύρα του μεσημεριού.
   –   Μια ευχή, να περπατήσω στη μισοσκότεινη αυγή, όπου κρώζουν
       κοράκια κάτω απ’ τα δέντρα jarul. Δίπλα στη μισόκλειστη πόρτα
       του οικοτροφείου, αυτή που προεξέχει στο δρομάκι. Ταξί, θα πας
       με τέρμα τα γκάζια; Ποταμέ Khoaii, πόσο πολύ λαχταρώ να δρα-
       πετεύσω. Μόνο κοίτα πώς περνάει σφυρίζοντας το επιβατικό πλοι-
       άριο.
   –  Η σφυρίχτρα σφυρίζει από μόνη της ή τη σφυρίζει κάποιος; Δεν
       χρειάζεται τώρα να το ξέρω. Δεν αρκεί που ξέρω πως η σφυρίχτρα
       σφύριξε; Δεν αρκεί που οι εννιά πόρτες άρχισαν ν’ ανοίγουν; Ξέ-
       ρω ότι το σφύριγμα σπρώχνει τον αέρα προς τα μέσα, αλλά ο α-
       έρας βγαίνει έξω μ’ άλλο τρόπο – μόνο εκείνα τα δάχτυλα με τέ-
       χνη τον αφήνουν να βγει.
  –   Μπλέ ποδήλατο, σπασμένη σέλα, φεριμπότ Saheli, ακούτε χωρίς
       να μιλάτε. Δέντρο Jarul, ποταμέ Khoaii, ακούστε, άκούστε υπομο-
       νετικά. Ποιος σφύριξε εκείνη τη σφυρίχτρα;
  –    Eίναι ο αέρας, ή μήπως η σφυρίχτα σφυρίζει από μόνη της, όταν
       κοράκια κρώζουν στη μισοσκότεινη αυγή; 
     

BIPLAB MAJEE
(Βεγγάλη)

Ο ΑΠΕΡΑΝΤΟΣ ΧΩΡΟΣ ΤΟΥ ΤΡΑΠΕΖΙΟΥ ΣΟΥ

Ο απέραντος χώρος, ο απλωμένος στο τραπέζι σου
Όπου κινείσαι σαν άλογο τινάζοντας τη χαίτη
Η ανατέλλουσα στους λόφους σελήνη, πιασμένη από
                                       το δόκανο των μηρών σου
Ο απέραντος χώρος διαχέεται ψηλά, πιο πάνω απ’ το
                                                            τραπέζι σου
Ο μπλε ουρανός ψάλει εκεί τα τραγούδια του, σ’ αυτό
                                      τον χώρο του τραπεζιού σου
Η έξαψη και ο ιδρώτας του έρωτα, σταγονίτσες θερμής
                                                                 υγρασίας
Και η πράσινη σκιά του γρασιδιού εκεί
Έρωτας κι αγκαλιάσματα εκεί, στο τραπέζι σου
Εκεί ανατέλλει ο απέραντος χώρος σαν καμβάς του
                                                   Τουλούζ Λωτρέκ
Πάνω στο νυχτερινό σου τραπέζι,- το περικυκλωμένο
                                                        με αγκαλιές
                                                 

ΤΟ ΕΡΠΕΤΟ ΛΑΜΠΕΙ ΣΤΟ ΜΑΓΕΜΕΝΟ ΦΕΓΓΑΡΙ

Ξεστομίζουμε μερικές λέξεις γιατί έχουμε συνηθίσει να
                                      ξεστομίζουμε αυτές τις λέξεις
Μερικές λέξεις μπορεί να είναι περιτυλιγμένες με στοργή
Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει πάντοτε αγάπη
‘Όμως η βραδιά φεύγει φτερουγίζοντας σαν πεταλούδα
Κι εμείς το ίδιο φεύγουμε απλώνοντας τα φτερά μας
Η βραδιά μοιάζει σαν γιορτή
Αν και δεν υπάρχει ίχνος γιορτής
Παρά μονάχα μες στο μυαλό μας
Μερικές λέξεις
Είναι περιτυλιγμένες με στοργή
Το φεγγαρόφωτο, μαγεμένο απ’ το ερπετό, περνάει κι αυτό


ΕΡΩΣ ΕΣΚΙΜΩΟΣ

Το κερί είναι
Εσκιμώος που κρατά στο χέρι ένα φως.

Τα ψυχρά κύματα του Ανταρκτικού
Κατρακυλούν σαν έλκηθρο
Που διασχίζει την κωμόπολη Suburban.

Ακόμα και σήμερα
Ο έρωτας μοιάζει με ψυχρό φως.

Όλοι περιμένουν μέσα στο ιγκλού
Kαθώς η λάμπα φωτίζει με το λίπος της
Πότε θα φτάσει ο έρωτας;

                                
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΚΑΦΚΑ

Η κυβερνοπόλη
Ο γιός ενός αγρότη
                Γίνεται έντομο

Πετά
               από τη γέφυρα
Και μπαίνει στο μετρό
Μαζί του
            τα πάντα μοιάζουν
                  Σαν παραμύθια

Βιαστικά
             Το τρένο χώνεται
Στα στήθη μιας ελεύθερης γυναίκας
Μυστικά

Ο καημένος ο γιός του αγρότη
           δεν ξέρει πώς να βγει
                          από το σταθμό του μετρό
Σώμα νεκρό, αφέθηκε
                      Στην αυταπάτη
Και στον λαβύρινθο

Η κυβερνοπόλη
                  δεν ξέρει
Πότε ο γιός ενός αγρότη
Μπαίνει στην ιστορία του Κάφκα
                                       και λέει
Θα πεθάνουμε ξανά και ξανά
Όταν τα χωριά εξαφανιστούν το ένα
πίσω απ’ τ’ άλλο


SUNI MAJII
    (Βεγγάλη)

ΠΡΟΓΟΝΟΙ
   
    Aπό την ημέρα που η μάνα μου πνίγηκε
    Ο πατέρας ποτέ πια δεν άγγιξε το νερό του λάκκου
    Θα πλενόταν στο ποτάμι
    Ή κάτω απ’ τη βρύση
    Θα γύριζε το πρόσωπο αλλού, να μη βλέπει το μονοπάτι
    Που περνά στο πλάι κάθε νερόλακκου                                                             
    Οι νερόλακκοι γι’ αυτόν έμοιαζαν αιτίες επιδημίας
    Λες και αμέτρητα μικρόβια χολέρας έπαιζαν εκεί
    Δεν ξαναπρόσθεσε πλέον άλλα δενδρύλλια
    Στον φονικό νερόλακκο
    Αν και διόλου δεν θα του άρεσε κάποιο ψαροπούλι
    Να μολυνθεί απ’ αυτόν
    Ούτε ο βάτραχος να κοάζει στα σύννεφα για βροχή–
    Ο πατέρας θα προτιμούσε να ρίξει το φιδοτόμαρο και
                                                                 το κρανίο
    Στο ύποπτο νερό
 
    Μερικά χρόνια αργότερα
    Όταν ο νερόλακκος ξεράθηκε
    Τον γεμίσαμε ολοκαίνουργιο αφράτο χώμα 
    Και φυτέψαμε εκεί ίνκα
    Τα λουλούδια άνθισαν σα νούφαρα στο νερό
    Ο πατέρας προσπάθησε να τα τραβήξει έξω με κινήσεις
                                                                κολυμβητή
    Έπειτα, με ανήμπορα δάκρυα στον καθρέφτη των ματιών
    Έψαξε στα τυφλά για ένα πρόσωπο –μια άγια ψυχή
    Που ποτέ δεν θα κατάφερνε να την ανεβάσει
    Από τα άπατα νερά
    Ο παράφορος κι όμως ειρηνικός, πατέρας μου



S.MAHIUDDIN
(Βεγγάλη)

ΑΠΛΟΤΗΤΑ

Περπατώντας στο μαλακό χώμα, αισθάνομαι
Σα να ζω σ’ ένα κενό.
Όποτε κοιτάζω πίσω, βρίσκω το φως
Της σιωπής να αγρυπνά. Κι έχει στα χέρια του μπόλικο
                                                   χρόνο.
Δεν θα μπορούσα ποτέ να είμαι τόσο αυστηρός στη ζωή μου.                                
Με χρησιμοποίησαν πολλές φορές γιατί ήμουν απλός
Ακόμα και τώρα πλησιάζω ξανά και ξανά τους απλοϊκούς
                                                                  ανθρώπους
Η απλότητα, πράγματι, είναι πάντα γλυκιά.
Μόνο το μαλακό χώμα στην καρδιά του ξέρει τη σημασία
                                                       της λέξης αυτής
Κανένας άλλος δεν την καταλαβαίνει.



MUHAMMAD SAMAD
(Mπαγκλαντές)

ΕΙΝΑΙ ΟΛΑ ΤΑ ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΑ ΛΑΧΑΝΙΚΑ ΚΟΡΕΣ-ΜΩΡΑ;

Καθώς σκεφτόμουν την κόρη μου – καθώς τη σκεφτόμουν
Όλη μέρα, βυθίστηκα σε βαθειά ηδονή και οδύνη
Ξαπλωμένος στη μοναχική μου νάρκη, σιωπηλός σαν μούμια
                                             της Αιγύπτου

Μες στο χειμωνιάτικο πρωινό, στα ταλαιπωρημένα κεφάλια των
                                                                           πωλητών
Λαχανικά πετάγονται στην κορφή του πανεριού χορεύοντας
                                                       στις χρυσές ακτίνες                                                        
Λάχανα, φύλλα κορίανδρου, χόρτα, βότανα κτλπ
Με κοφτερή, κρυστάλλινη όψη και τόλμη άπειρη με
                                                                     ατενίζουν
Σαν την δεκατεσσάρων μηνών κόρη μου

Είναι τα χειμωνιάτικα λαχανικά κόρες-μωρά, Νandeeta μου;
Με καλεί, χαμογελά και ξαφνικά
Υψώνοντας τα χρυσά της δάχτυλα σαν λωρίδες αστραπής
                                      στον σκούρο μπλε ουρανό
Λέει – Μπαμπά, κοίτα, είναι ένα κοράκι εκεί, ένα
                                                             κοράκι
(Το όνειρο του ποιητή, ο πατέρας, θρυμματίζονται)

Αχ ωραία μου χειμωνιάτικα λαχανικά, η χαρούμενη κόρη μου
Ακριβώς σαν εσάς, φωτεινή, δροσερή –δεν είναι σπίτι τώρα.
                                                                        
                         
ΑΓΡΥΠΝΙΑ ΠΑΝΩ ΣΤΟΥΣ ΛΟΦΟΥΣ

Εκεί ζει μια κόρη του σύννεφου, στους λόφους
Μια αδερφή της βροχής, στους λόφους
Μια μελωδία του ποταμού, στους λόφους

Εκεί ζει η σκιά του δέντρου, στους λόφους
Τραγούδια πουλιών, στους λόφους
Λουτρά καταρρακτών, στους λόφους

Εκεί λάμπουν λουλούδια σε κότσους, στους λόφους
Εφηβικά πρόσωπα, στους λόφους
Ευτυχίες συγκομιδής, στους λόφους

Σε παίρνω, στους λόφους
Πανσέληνος, στους λόφους
Ξενυχτάω, στους λόφους.

                        

ARUNA, Ο ΕΡΩΤΑΣ ΕΙΝΑΙ ΛΟΙΠΟΝ ΛΕΜΟΝΙΑ;

Αruna, σύννεφα πετάνε μακριά προς τις ποταμίσιες όχθες,
                                                           δάση καλαμιών
πουλιά φλυαρούν καθώς κατεβαίνουν στα χωράφια και
                                                         ραμφίζουν τροφή

Λαμπερά πράσινα σκαθάρια γεμίζουν ουρανό τις βροχερές
                  νύχτες κάτω απ’ τα φύλλα των μπανανόδεντρων
Οι γάτες μας παίζουν ερωτικά παιχνίδια στη σκιά της
                                                                    λεμονιάς
φωνάζουν κι ερωτεύονται μέσα σε ενότητα και χαρά
σκούζουν
κοιμούνται και ξανακάνουν έρωτα…

Aruna, ο έρωτας είναι λοιπόν ένα σύννεφο; Ένα πουλί;
Λαμπερά πράσινα σκαθάρια σε βροχερές νύχτες; Φύλλα
                                                                  μπανάνας;
Οι γάτες του σπιτιού μας; Είναι ο έρωτας μια λεμονιά;
                  
                   

SRISURANG POOLTHUPYA
(Ταϋλάνδη)

ΠΑΡΕΛΘΟΝ, ΠΑΡΟΝ ΚΑΙ ΜΕΛΛΟΝ

Να ξεχνάμε το παρελθόν σημαίνει να ξεχνάμε τον εαυτό μας
Θα’ πρεπε να θυμόμαστε όσα είχαμε κάνει κάποτε
καλές πράξεις, κακές πράξεις.
Να ξεχνάμε το παρόν σημαίνει να τ’ αφήνουμε να γλιστράει
Χωρίς να συνειδητοποιούμε ότι έχουμε χαθεί
στον κύκλο ζωής που θα’ πρεπε ν’ αποφύγουμε.
Να ξεχνάμε το μέλλον σημαίνει ν’ αγνοούμε
Το αναπόφευκτο – όλοι μας θα πεθάνουμε μια μέρα
Αφήνοντας πίσω κι όλο μας τον πλούτο.
Οι άνθρωποι θα πενθήσουν, θα τους λείψουμε
Ή θα ευχαριστηθούν τον θάνατό μας
Ανάλογα με το καλό και το κακό,
Τις πράξεις, τη ζωή μας.


KALYAN CHATTOPADHYA
   (Βεγγάλη)

   Έφυγες χωρίς ούτε μια λέξη, ολομόναχη,
                        είναι σωστό αυτό;
   Τι θα πείραζε αν απλώς έλεγες:
                   «Τώρα είναι ώρα να φύγω.»
   Θα ζητούσαμε από τ’ αστέρια να φωτίσουν
                                              τον ουρανό
   Από τον αλμυρό αέρα του ωκεανού να φυσήξει
                                         μακριά τη σκόνη
   Από το μισοφέγγαρο ν’ αγγίζει το περβάζι
                                         του παραθύρου
  «Μπορώ να μπω;»
   Μπες, λοιπόν, σελήνη, έλα προς τα δω
   Μπόρα
   Ξέπλυνε την ταράτσα – αυτό το στενό μπαλκόνι
   Έλα εδώ βροχή και κάθισε
   Κοίτα πώς καίγεται το σώμα με το πύρωμα της
                                                  μανόλιας
   Σβήσε τη φλόγα, απάλυνε τον πόνο
                                     κάθισε, βροχή,
   Κι άσε μας να μιλήσουμε για λίγο τώρα
   Τα μεσάνυχτα θ’ αρχίσουμε τα τραγούδια μας
   Hasan, Lalan και Rabindranath *1

   Περίμενε, περίμενε λίγο ακόμα
   Τα νυχτερινά πετράδια όπου να’ ναι ανθίζουν
   Το φθινόπωρο δεν αργεί
                               –έτσι μου είπε χθες
   Θα κρυφοκοιτάξει στο δωμάτιό μας
                        σαν μια χούφτα ουρανός
   Περίμενε λίγο ακόμα

   Δεν ειν’ ωραίο αυτό, Samirada, να φεύγεις έτσι
   Oλομόναχη

-----------------------------------------------------------------------------------------------------
1: Ηasan Raja και Lalan Fakir, διάσημοι λαϊκοί τραγουδιστές της Βεγγάλης (19ος -     20ος  αιώνας). Ρabidranath Tagor, συγγραφέας της Βεγγάλης, συνθέτης και φιλόσοφος (19ος-20ος αιώνας - βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας 1913)
     


THO HAM ANH
    (Βιετνάμ)

    ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΑΝΑΒΕΙ ΦΩΤΙΑ

    Πολλές φορές βλέπω
    λες και πεθαίνω για ακόμη μια φορά
    ένα χρυσό ψάρι ν’ ατενίζει από το ενυδρείο του
    παρακολουθώντας εσάς και τη ζωή να προσπερνά.

    Ξαναγίνομαι ένα μηδέν
    και το ελάχιστο άγγιγμα ζωής μοιάζει ανέφικτο.
    Πού είναι η ψυχή μου;
    Πού είναι το σπίτι μου;

    Είναι γραφτό μου να στέκομαι πάντα στο περιθώριο
    Κι από κει να κοιτάζω τη ζωή
    σαν στερημένο παιδάκι που λαχταράει παγωτό
    χωρίς να ξέρει τι βαρετή που είναι η γεύση της βανίλιας;

    Έλα, λοιπόν, κράτησέ με, μην αργείς, αγάπη μου
    σύντριψέ με, ξανασχεδίασέ με, ξαναγράψε με
    και μες στο μαύρο θα είσαι αυτός που θα βάζει φωτιά
    για ν’ ανάβει τον ήλιο και να τον κάνει να βγαίνει στον ουρανό
                                                             με υπομονή
                                                                   την κάθε μέρα

                   
    ΕΓΩ

    Ω έχω δει το πεπρωμένο μου
    σαν ένα πούπουλο χήνας
    που προσπαθεί να κρατηθεί από τον ώμο κάποιου
    για λίγη ζεστασιά
    μετά γλιστρά μακριά
    με το δυνατό φύσημα του ανέμου.
 
    Εκείνες τις ώρες ψυχρό και διάφανο
    το φτερό στροβιλίζεται σ’ έναν δικό του χορό
    έναν χορό αυτολύπησης όλο ευδαιμονία και θλίψη
    έναν οδυνηρό, παθιασμένο χορό
    έναν ελεύθερο χορό μοναξιάς
    στριφογυρίζοντας στη σιωπή
                                               στριφογυρίζοντας
                                                                    στη σιωπή
             

 ΑSHIS SANYAL
   (Βεγγάλη)

   ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΣΚΟΤΑΔΙ

   Ακόμα μια φορά βαδίζω στο σκοτάδι.
   Και στις δυο πλευρές
   απλώνονται γυμνά χωράφια.
   Κι εκεί, πύθωνας το ποτάμι κουλουριάζεται.
   Με μαστιγώνει
   περιπαιχτικά
   με σκόρπια κομμάτια φτερών από νεκρές πεταλούδες.

   Αυτό το σκοτάδι είναι γνώριμο.
   Έχει αναθρέψει την ίδια μου την ύπαρξη.
   Απ’ την κοιλιά ακόμα,
   τη στήριξε, τη σφυρηλάτησε
   μέσα σε πολέμους, επιδημίες κι επαναστάσεις

   Το ίδιο αυτό ιστορικό σκοτάδι
   μ’ έχει ποτίσει ως τα κατάβαθά μου
   Ιστορίες κατακτημένων πρωτευουσών
   άλλων παλιών χρόνων
   καθρεφτίζονται τώρα στην ψυχή μου.
   Κι ακόμα μέσα μου
   μπορεί ν’ ακούγεται ο σπαραγμός
   εκείνων των μανάδων
   που έκλαιγαν στο δρόμο για τη Hastinapur.

   Συγκρατώ όλ’ αυτά στην καρδιά μου
   και περπατώ μαζί τους
   στο ίδιο αυτό σιωπηλό σκοτάδι


ΜΕΗΙFIL HAQUE
   (Μπαγκλαντές)

ΠΑΙΧΝΙΔΙΑΡΙΚΟ

   Κρατούσα ένα τόπι στο χέρι μου
   Και στο άλλο χέρι, τόξο.
   Όταν στερέωσα το βέλος στο τόξο
   Να χτυπήσω ένα πουλί
   Περνώντας το λιβάδι πέρα απ’ τα δάση
   Το βέλος αστόχησε και γύρισε σε μένα.
   
   Όταν πέταξα το τόπι ψηλά στον ουρανό
   Το άσπρο σύννεφο στον ορίζοντα με φοβέρισε
   Τώρα δεν έχω όρεξη για τίποτε
   Ούτε για παιχνίδια ούτε για να είμαι σκλάβος
                                             της επιθυμίας μου

   Τ’ όνειρό μου περιστρέφεται γύρω από ένα τόπι
   Περνώ τη ζωή μου τοξεύοντας και χάνοντας το στόχο
   Είχα ένα τόπι στο χέρι μου
   Και στο άλλο χέρι, τόξο       
 

LAXMI NARAYAN MEENA
   (Βεγγάλη)
    
    Ω νόηση, από πού σε ξέρω;
    Δεν έχεις μορφή, αλλά τι σοφία!
    Δεν είσαι ψυχή, ούτε Θεός, επομένως τι είσαι
    Αν δεν μπορώ να σε γνωρίσω με τη σοφία, τότε πώς θα το
                                                      κάνω με την εμπειρία;

    
     Ω νόηση, από πού παίρνεις δύναμη
     Πώς ελέγχεις τα μέλη σου;
     Τρως ποτέ; Πώς πίνεις;
     Πότε ξεκουράζεσαι; Πότε κοιμάσαι και πότε όχι;
     Πότε ταράζεσαι; Πώς ηρεμείς;
     Πώς κάνεις αυτό το σώμα να χορεύει σα μαϊμού;
  
     Πώς ξεχωρίζεις το γνωστό από το άγνωστo;
     Πώς φυτεύεις το δέντρο της εγγύτητας, πες την αλήθεια
     Είσαι εκεί όταν υπάρχει εγγύτητα, εκεί και στην αρρώστια
     Είσαι εκεί όταν υπάρχει ένωση, εκεί στο χωρισμό
     Είσαι και στα δικά μας και στα ξένα, πανταχού παρούσα
     Είσαι φίλος, είσαι πόθος, είσαι πάθος, εγγύτητα

     Νοικοκύρης ή ερημίτης που απαρνιέται τον κόσμο, όλοι
                                                             για σένα είναι ίδιοι
      Πες μου, ποιο δρόμο να πάρω για να σωθώ
      Σε κάθε βήμα βλέπω σπαρμένες άφθονες δελεαστικές
                                                              υποσχέσεις
      Ο κόσμος γεμάτος λαγνεία, θυμό, απληστία, απολαύσεις.
      Εγώ, ασθενής και πεπτωκός, σου απευθύνω ικεσία
      προσέρχομαι, μερίμνησε για το δούλο σου

      Μίλησέ μου για σένα, για τη μορφή σου, την κατοικία σου
      Χωρίς ευσπλαχνία πώς έχεις γίνει μεγάλη και τρανή;

      Ω νόηση, πες μου, είμαι το δημιούργημα, είσαι η ψυχή μου,
      Πώς να κρατήσω το βλέμμα μου στην αθάνατη αυγή της
                                                                                 σοφίας
      Μες την ψευδαίσθησή μου, κοιμάμαι και δεν μπορώ να
                                                                             ξυπνήσω
      Ακούγοντας τον βρυχηθμό του ανύπαρκτου, κοιμάμαι
                                                                          μια ζωή

      Στην καταιγίδα της λαγνείας και της οργής, η καρδιά μου
                                                                       επαναστατεί
      Όταν βασιλεύει απληστία κι απολαύσεις, ο αυτοσεβασμός
                                                                    θρυμματίζεται
      Βάζεις φωτιά όταν σου καταθέτω τον πόθο μου
      Ω, νόηση, μετά γιατί με λυτρώνεις;
      Είσαι πάντα νεανική, γιατί ο χρόνος δεν σ’ αγγίζει;
      Βρέξε το έλεός σου, δείξε το μονοπάτι της απελευθέρω-
                                                                           σής μου

      Πίσω απ’ την ευτυχία κρύβεται η θλίψη, πίσω απ’ την
                                                                 τιμή, η ατιμία
      Πίσω απ’ τους οικείους μας, υπάρχουν οι ξένοι, γιατί τέ-
                                                                  τοιος κανόνας;
      Tώρα πες μου, νόηση, με ποιο τρόπο θα σε κρατήσω
      Μίλα μου για τη μορφή σου, για τη φύση σου, έτσι θα
                                                          σ’ έχω σαν δική μου
     


ARINDAM BHUINYA
    (Βεγγάλη)

    ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
   
    Σπίτι φιλικό
    Οι κατσαρίδες κι εγώ
    Να παίζουμε με λέξεις γυμνές
    Οι λέξεις αιωρούνται, γκρεμίζονται
    Έντομα αναπηδούν στη φωτιά
    Καθώς αυτό συμβαίνει.

    Τώρα εύχομαι να σε δω, νιότη,
    Κάτω απ’ το πορφυρό φως να αισθανθώ
    Την υμνωδία των παλιών γλυπτών.
    Κάνε να μου δώσουν
    Πολλά ποιήματα κι ας είναι πρόστυχα
       


  Μετάφραση από τα αγγλικά: Κλεοπάτρα Λυμπέρη
      
 

 

     

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


Εκτύπωση του άρθρου