Εκτύπωση του άρθρου

ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΠΥΛΑΡΙΝΟΣ


Οι ποιητές για την ποίησή τους


Πάρε την λέξη μου, δώσε μου το χέρι σου

                               Ανδρέας Εμπειρίκος


Οι ποιητές πολύ συχνά μιλούν οι ίδιοι για την ποίησή τους, μέσα τους στίχους τους. Είναι τα ποιήματα ποιητικής, όπως έχει καθιερωθεί να ονομάζονται. Ο στόχος τους  είναι διττός: Αποτελούν καταρχάς οδηγό ανάγνωσης, ποιητικά σημειώματα προς τους αναγνώστες τους και, συχνά, ένα είδος άτυπου αυτοσχολιασμού. Κυρίως, όμως, συνιστούν εξομολογήσεις τόσο της υπαρξιακής αγωνίας τους όσο και του πολυμέτωπου αγώνα και της δοκιμασίας τους να δώσουν στο περιεχόμενο την κατάλληλη μορφή και να δαμάσουν τις λέξεις, αρθρώνοντας το άρρητο που εμφωλεύει στο νου τους και το κρυμμένο μυστικό που βασανίζει την ψυχή τους.

Ως πυξίδα για την κατανόηση των σχέσεων αυτών θέσαμε το μότο του Ανδρέα Εμπειρίκου από τη συλλογή Η σήμερον ως αύριον και ως χθες, δηλωτικό της επικοινωνιακής σε όλα τα επίπεδα αμεσότητας και εκφραστικό της λειτουργίας της ποίησης για την ολοκληρωμένη συνύπαρξη, τη συνουσία, με το ευρύ βεληνεκές που απέδωσαν στη λέξη οι Αρχαίοι.
Η έμπνευση, η επώδυνη κυοφορία,  η σιωπή, η ένθεη μανία, αλλά και η αδυναμία καθυπόταξης των λέξεων ή αποτύπωσης του ενδιάθετου λόγου σε γραπτό, αποτελούν ορισμένα συνήθη και συνεχώς επανερχόμενα ζητήματα των ποιητών.

Στο τεύχος αυτό του περιοδικού θα καταχωρίσουμε ποιήματα σύγχρονων ποιητών, εγκαινιάζοντας μια στήλη με συγκεκριμένη θεματική, σχετική με την ποιητική τών κατά καιρούς δημιουργών και τις κατηγορίες αυτής, είτε χρονολογικές είναι αυτές είτε ενδοειδολογικές, επί μέρους δηλαδή κατηγοριοποιήσεις. Όσο και αν είναι διαχρονική η συλλογιστική και η ανησυχία των ποιητών, όμως κάθε εποχή διατυπώνει με δικούς της τρόπους τους προβληματισμούς τους.

Με τις κακοτοπιές και τις δυσκολίες των ποιητών θα αρχίσουμε, συνδέοντας την ποιητική λειτουργία του Κώστα Μόντη, του γνωστού Κύπριου ποιητή, με την παράδοση και τη σημασία της για τους νεότερους δημιουργούς. Για να δείξει την ερωτική πάλη του με τη λέξη επικαλείται, με διακειμενικό τρόπο, τον γενάρχη της νεοελληνικής ποίησης, τον Διονύσιο Σολωμό, στην ακόλουθη «Στιγμή», όπως αποκαλούσε τα ολιγόστιχα συνθέματά του. Τίτλος του «‘Της αυγής το δροσάτο ύστερο αστέρι’» (Άπαντα, τόμ. Α΄, σ. 559):

Πόσες ώρες πρέπει να το κύταξε ο Σολωμός
για να βρη αυτό το «δροσάτο»,
πόσες ώρες πρέπει να το κύταξε
για να βρη αυτό τ’ ανεπανάληπτο επίθετο,
με πόσο πυρετό πρέπει να το κύταξε,
έπειτα από πόσο πυρετό.

Ο ίδιος, θέλοντας να περιγράψει την επικέντρωση του ποιητή στις προσωπικές επιλογές του και στην περιστροφή του γύρω από τα μείζονα ανθρωπολογικά θέματα της ποίησης, που συμπίπτουν με τα μεγάλα και άλυτα ζητήματα, τον έρωτα και τον θάνατο, γράφει στην «Κατά Καβάφην» «Στιγμή» του (Άπαντα, ό.π., σ. 604):

Γύρω από αυτούς τους ίδιους στίχους θα περιστρέφεσαι,
αυτούς τους ίδιους στίχους θα ξαναγράφης,
αυτούς τους ίδιους στίχους ασυναισθήτως θα ξαναγράφης.

Ειπωμένο με πιο κάθετο τρόπο, ακολουθώντας μάλιστα το προηγούμενο του Τάσου Λειβαδίτη, η Τασούλα Καραγεωργίου θα καταθέσει στους πέντε καταληκτήριους στίχους από το σύνθεμά της «Το πιο ωραίο ποίημα δεν γράφεται ποτέ» (Ποιητική τεχνολογία, σ. 33) τα εξής: 
                         [...]
Το πιο ωραίο ποίημα δεν γράφεται ποτέ
Αυτοί που ήταν να το πουν
    δεν το αποκηρύσσουν∙
    σφιχτά στα δόντια το κρατούν
– όπως κρατάει στα δόντια του το κέρμα ο πεθαμένος.

Ακολουθώντας το παράδειγμα των προγενέστερων, ο Γιώργος Κεντρωτής έχει εμπνευστεί ένα σύνθεμα αντιρρητικό, ποίημα «αντιποιητικής» θα το χαρακτηρίζαμε, μια αποτρεπτικού ύφους προτροπή για τη βίαιη εκδίωξη από τον ναό της ποίησης των κάθε λογής απροσδιόνυσων. «Εκάς οι βέβηλοι», για να μεταφερθούμε ακόμη πιο πίσω, στους απόβλητους από τα ιερά ανόσιους. Παραθέτουμε ολόκληρο το οργίλο ποίημα, με τον αντισυμβατικό δημοσιογραφικό τίτλο «Η καπνούρα εγίνηκε καπνός κι οι βοστερίτσες σαύρες» (Εκατόν δύο ματς, σ. 60), απειλή κατά των ατάλαντων της εποχής μας:

Γι’ αυτό λέω κι εγώ:
Δε γίνεται, Θεούλη μου, να κάνεις τώρα ένα θαύμα,
να σηκωθεί από μια μεριά ο Κόντες,
ν’ αρπάξει ένα στυλιάρι από τ’ αλώνι
ή να ξεκρεμάσει το βούρδουλα απ’ το γάντζο
και ν’ αρχίσει να βαράει και να κοπανά δεξιά-ζερβά,
όπου βρει κι όπου πονεί και σφάζει
–δίχως οίκτο και χωρίς σταματημό–,
φωνάζοντας «Όξω μπαίγνιο!» Όξω πούστη!»,
όπως εχούγιαζε σα ζούσε
τους δικούς του στίχους που είσαντε κακοί
και τσου ’βγαζε (κραδαίνοντας
το λεκτικό ματσούκι)
όξω από το λυρικό του ποίημα
Εις το Θάνατο του Λορδ Μπάιρον,
αλλά κι από τ’ άλλα του ποιήματα όξω
–στέρνοντάς τους να παν στο διάολο
κι ακόμα παραόξω: σ’ όποιαν άλλην εξορία θέλαν;!...

Αλλά βλέπεις, δε γίνεται... δε γίνεται.

                    [...]

Θα καταχωρίσουμε στη συνέχεια μια έμμεση, αλλά σημαντική από πλευράς ουσίας μαρτυρία του Μανόλη Πρατικάκη, ενός από τους λυρικότερους ποιητές της Γενιάς του 1970. Ο λόγος για την αγεωγράφητη πατρίδα, τη γη της ποιητικής σύλληψης και της οραματικής διαβίωσης. Εκεί η θεά ποίηση, χάρη στους θεράποντές της, θα θησαυρίσει και θα αθανατίσει, παραδίδοντας στην αιωνιότητα, όσα πράγματι αξίζουν:

[...]
και ιδού ο στυφός καμπούρης
που όλα τα εσυμμάζωξε
κουρέλια κι απορρίμματα
και της μικρής θαλασσινής ζωής σου
το λυπηρό υστερόγραφο
όλα τα εσάρωσε τα επήρε
όμως εγώ σε απομνημόνευσα
έχεις λοιπόν Νικόδημε
μία κάποια τύχη μίαν ελπίδα
αισθαντικός ρακοσυλλέκτης είμαι
συντηρητής 
μισοσβυσμένα ονόματα μ’ ελκύουν
και τεθλιμμένος συγγενής
σκυφτός ακολουθώ ρεμβαστικά
του Κάπα
του Άλφα
του Ωμέγα
τους άγνωστους
κι ανεξιχνίαστους θανάτους…

Στην αθανασία της ποίησης αναφέρεται εν είδει χρησμού με τον μυστικιστικό τρόπο του ο Δημήτρης Σουρβίνος• στην ποίηση που μένει, υπερβαίνοντας τον «σακάτη άνεμο με τη μαραμένη παλάμη», τον θάνατο (Απόδειπνος, σ. 52):

ο σακάτης Άνεμος
–στη μαραμένην απαλάμη του
ένα χαρτί
μόλις που τρίζει –
άκου
βαθειά στον ύπνο του
παραμιλάει το ποίημά σου…

Θα επανέλθω στην Καραγεωργίου με ένα ποίημα ποιητικής που τιτλοφορείται «Επίγραμμα», το πρώτο από τη συλλογή Αγγειογραφία (σ. 252). Η ποιήτρια εκμυστηρεύεται τη δημιουργική της μοναξιά, τον τρόπο της εργασίας του μύστη και μυστικού, που είναι ο ποιητής:

Σπούδαζες πάντα μυστικές γραφές
δοκίμαζες την τέχνη σου στα αινίγματα
πιστός στο κρύπτεσθαι και στο σημαίνειν
όλα και σ’ όλους να τα πεις
να μην ακούσει τίποτα κανείς•

φαίνεται πως το πέτυχες, πως έμεινες
ασύλληπτος, ασύλητος.

Για τη δυστοκία του ποιητή και τη δυσκολία διαμόρφωσης του έργου του κάνει λόγο ο Γιώργος Γεωργούσης στη δεύτερη στροφή του πρώτου συνθέματος των Επιστροφών στο ποίημα «Ανημπόρια» (σ. 11):
 
Νύχτα με τα βουβά δαδιά της
     και το ζεματιστό μολύβι.
Η ντουφεκιά χαστούκισε την ερημιά•
το άλογο χλιμιντρίζει αφηνιασμένο
πάνω απ’ τον γκρεμισμένο καβαλάρη.
Η νύχτα πεσμένη στα γόνατα
σαν να μετάνιωσε,
σαν να μαδάει τα ξέπλεκα μαλλιά της η ιτιά
να στηθοδέρνεται βουίζοντας ο αέρας,
και να θυμώνει το ποτάμι.

Ω ανήμπορο ποίημα,
που σταυρώνεις τα χέρια αμέτοχο,
πόσα φεγγάρια πρέπει να γεμίσουν,
πόσα βουνά να φιλιωθούν και να μαλώσουν,
πόσα ποτάμια να πετροβολήσουν οι μανάδες,
πριν αρθρώσεις και συ
τον ισχνό σου φθόγγο;

Στις Επιστροφές, επίσης (σ. 44), με «Το μοχθηρό ποίημα» θα δώσει ο Γεωργούσης ένα ερμηνευτικό σχόλιο της ποιητικής γραφής και των τεχνικών που αυτός μετέρχεται για να την πραγματώσει, αποκαλύπτοντας τη μεγάλη ισχύ που διαθέτει ο ποιητής στα χέρια του. Είναι οι παρακαταθήκες, ο θησαυρός των αιώνων που κουβαλά στις αποσκευές του. Είναι η αντίσταση της ποίησης στη φθορά και η μοναδικότητα του ποιητή να δείχνει το δύσβατο δρόμο της ζωής:

Φορώ την τρομερή μου πανοπλία,
την ένδοξη ρομφαία μου γυμνάζω.
Φρουρός κι εγώ στην κόχη μου
–στις εσχατιές της μνήμης,
ντυμένος τη δυσοίωνη χλαμύδα της σιωπής.

Στους προμαχώνες θα σας περιμένω,
έως την ύστερη ώρα
ολομόναχος,
στα σύνορα του ομιχλώδους πόντου
όπου χερουβικά δρεπάνια θερίζουνε την καρπερή σελήνη.
Κι όταν η αυγή σφυρίξει το συμφωνημένο σύνθημα
εγώ, το μοχθηρό μου ποίημα
θα σαϊτέψω κατά πάνω σας,
τεφρό και άλυτο σαν γόρδιο δεσμό.
Κι όταν εσείς αρχοντικοί κι ατάραχοι
θα ησυχάζετε κουνώντας το κεφάλι
μ’ αυτό το πληκτικό μειδίαμα της συγκατάβασης,
εγώ τότε θα ανοίξω
την κρυφή Κερκόπορτα.

Δεν είναι ποιητικό το κείμενο, αποσπάσματα του οποίου θα παραθέσουμε ως κατακλείδα της ανθολόγησής μας. Γραμμένο από τον Γιώργο Μαρκόπουλο, από τους εκφραστικότερους ποιητές της γενιάς του 1970, το θέτουμε ως επιστέγαση, χρήσιμη σε κάθε περίπτωση για την ακτινογράφηση ή μάλλον την ψυχογράφηση των σύγχρονων ποιητών (βλ. Μανδραγόρας, τχ. 51 [2014], σ. 55, «Γιατί γράφω ποίηση»):

Γράφω ποίηση, διότι νομίζω ότι έτσι μετατρέπω τη χρυσαλίδα σε πεταλούδα.
Γράφω ποίηση για να βλέπω τον δρόμο και να νομίζω πως είναι ποτάμι.
Γράφω ποίηση, διότι όπως έλεγε ο Τάσος Λειβαδίτης, αυτή «είναι  σα ν’ ανεβαίνεις μια φανταστική σκάλα για να κόψεις ένα ρόδο αληθινό».
Γράφω ποίηση διότι από μικρός πάλευα με τη θέα μιας απέναντί μου μονίμως εγκαταλειμμένης αυλής και στο τέλος έβγαινα πάντα νικημένος από την άκαμπτη μοναξιά της.
Γράφω ποίηση γιατί πιστεύω στην οδύνη του μπουκαλιού, γιατί είναι το μόνο ωσάν εμέ πράγμα όπου στον λαιμό του την βιασύνη, τον τρόμο του πνιγμού νιώθει.


Εκτύπωση του άρθρου