Εκτύπωση του άρθρου

Οι ποιητικές ψηφίδες του Χάρη Μιχαλόπουλου
 (ώσπου «Δεν έρχονται»[1])

                                                                           

  Γράφει η Κατερίνα Δ. Σχοινά
 

Χωρίς όνομα
χωρίς γη
χωρίς
πατρίδα.
Μόνοι να γυρίζουμε
στον κόσμο, για να
βρούμε τη Ζωή.
                              (Χάρης Μιχαλόπουλος, «Οι ανυπόταχτοι», Ψηφιδωτό, 1995)


 

Την πρώτη του ποιητική συλλογή ο Χάρης Μιχαλόπουλος την υπογράφει σε ηλικία 17 ετών, την τιτλοφορεί Ψηφιδωτό, την τυπώνει με αυτοέκδοση στην Καβάλα και ως προμετωπίδα χρησιμοποιεί έναν στίχο δηλωτικό των προθέσεών του: «Οι κρυφές συλλαβές όπου πάσχιζα την ταυτότητά μου ν’αρθρώσω», από το Άξιον Εστί του Οδυσσέα Ελύτη. Οι συλλαβές από μοναχικό ψέλλισμα γίνονται θαρραλέα αυτοσύσταση ενός ευαίσθητου παιδιού στον κόσμο των μεγάλων. Στο αφετηριακό Αφετήριον σήμα ο νεαρός ποιητής προγραμματικά συστήνει την ποιητική του απόπειρα ως μια τελετή ενηλικίωσης: επώδυνο απογαλακτισμό από τα ασφαλή ψεύδη (Σκιερό) και την παραμυθία των παραμυθιών (Άνωση), τάση για φυγή,  μοναχική περιπλάνηση και άγρυπνη αναζήτηση. Τα οδόσημα της νέας του διαδρομής  σε οριζόντια διάταξη ξεκινούν από χαρακτηριστικά σημεία της γενέθλιας πόλης και καταλήγουν σε θραύσματα της αρχαίας Ολύνθου και των αγαλμάτων που αγκαλιάζονται στην ακρογιαλιά∙ σε κάθετο άξονα ενώνουν το βυθό της θάλασσας με τον ουράνιο θόλο, «βουλιάζοντας την Άνωση στο Βυθό» (Άνωση), αλλά κοιτάζοντας σχεδόν εμμονικά έναν ουρανό που στάζει αίμα, κρύβει, ωστόσο, φως.

Σε αυτή την τελετή ενηλικίωσης και εργώδους αναζήτησης (και ποιητικής) ταυτότητας η διαδρομή μοιάζει μοναχική, αλλά η μοναξιά της διασκεδάζεται από ανακουφιστικές συναντήσεις: οι αρχαίοι ποιητές, ο Ελύτης, ο Σεφέρης και ο Σαχτούρης προσφέρουν λόγια-ψηφίδες στο «ψηφιδωτό» της συλλογής. Μια λεπταίσθητη σύνθεση ήχων, διακειμενικών αποήχων, εικαστικών αποτυπωμάτων και  σπασμένων εικόνων της γενέθλιας πόλης ή του μύθου είναι στην πραγματικότητα αυτή η συλλογή. Οι υφολογικοί  της πειραματισμοί συνάδουν με τη διερευνητική πρώτη έξοδο στους δαιδαλώδεις δρόμους της ζωής και της ποίησης.

Αυτό το σπίτι σε λίγο θ’αδειάσει
 κι απ’τις σκιές μου
 κι απ’τους θανάτους μου

                  (Χάρης Μιχαλόπουλος, «Επιστροφή», Γεωγραφία Δωματίου, 2000)

Στην επόμενη ποιητική συλλογή του Μιχαλόπουλου, τη Γεωγραφία δωματίου (2000), η διαδρομή είναι πιο εσωτερική. Το πεζόμορφο εναρκτήριο ποίημα Διήγησις επιχειρεί το πρώτο διστακτικό βήμα μιας ξενάγησης του αναγνώστη στο περίκλειστο δωμάτιο του ποιητή[2]. Εκεί γράφεται υπομονετικά ένα «ημερολόγιο ανασκαφής», με τα απαραίτητα εργαλεία επιστρατευμένα στην ίδια προσπάθεια: τον καθρέφτη και το ποδήλατο[3]. Αυτογνωστικές απόπειρες και «ερωτηματικά της μνήμης» καταγράφονται σχολαστικά στις σελίδες του ποιητικού ημερολογίου, ενώ το στίλβον ποδήλατο της ποίησης είναι σπασμένο και σκουριασμένο από την υγρασία της παραθαλάσσιας πόλης· ωστόσο, με αυτό ο ποιητής ποδηλατεί επάνω σε μια λεπτή γραμμή ανάμεσα στο «παν» και στο «ουδέν», σταματά για να μιλήσει με τον Άγγελο και τον Εξάγγελο της αρχαίας τραγωδίας, συναντά τον Περιμήδη και τον Ευρύλοχο, αιωρείται, μετεωρίζεται και χαράζει σε άυλες αναθηματικές πλάκες ασυναίρετους τύπους λέξεων, αφού «κομπιάζει η γλώσσα στο αναπότρεπτο» (Χειρών εν-τύπωσις). Στο σκοτεινό δωμάτιο της ποίησης σπανίως ανοίγει το κλειστό παράθυρο για να μπει λίγο φως και, όταν αυτό συμβαίνει, η θέα είναι αποκαρδιωτική: παλιές καπναποθήκες και ηλεκτροφόρα σύρματα που κρεμούν τα ανθρώπινα ράκη. Όταν, πάλι, επιχειρείται η έξοδος του ποιητή από το δωμάτιο[4],  τελειώνει πάντα άδοξα: «απέτυχα να σηκωθώ στον ήλιο» (εξόδιο Ολίσθημα) είναι ο πικρός απολογισμός της.

Στο σκοτάδι κυνηγώ με την απόχη
 φωσφορίζοντα ψεύδη, αμήχανους ψιθύρους,
 ανολοκλήρωτες κινήσεις
 –κάτι σαν χάδι, σαν αγκαλιά-

                                                  (Χάρης Μιχαλόπουλος, Πιο νύχτα,2007)

Έχοντας πλέον δώσει τις εξετάσεις του στον κόσμο και στην ποίηση, ο ποιητής επανασυστήνεται ωριμότερος στην τρίτη συλλογή Πιο νύχτα: ως ον της νύχτας, ως «μετεξεταστέος της λύπης» (Το βάρος της σκουριάς). Με ανολοκλήρωτη, ωστόσο, τη μαθητεία του στον πόνο και στην απουσία, με σκουριασμένο δέρμα γυμνός και με «παγωμένα δάκρυα» προφέρει τις βαρύθυμες καλημέρες του και συστήνει τη γραμματική των αισθημάτων: δηλαδή αναδημιουργεί τη γλώσσα, ξαναγράφει ανορθόγραφες τις λέξεις («πώνως»), φθέγγεται «υπό πνοήσιν έρωτος» μια γλώσσα με  διαρκώς ελλείπον το ρήμα, όχι, όμως, μια γλώσσα χωρίς ενέργεια.

 Αντίθετα, ο ποιητής επιλέγει την εσωτερική κίνηση, κινούμενος ριψοκίνδυνα στον κάθετο άξονα της ποίησης (Ασκήσεις γραμματικής), επιδιδόμενος σε παράτολμα παιχνίδια με το ύψος «στην άκρη της στέγης», που ενίοτε καταλήγουν σε επικίνδυνες βουτιές στο κενό: τον σώζουν, όμως, τα ηλεκτροφόρα σύρματα κι από κει, ματωμένος, προσγειώνεται στη γνώριμη πόλη. Εκεί δεν υπάρχει ούτε διαστολή ούτε συστολή και «ή χωράς ακριβώς ή (η πόλη) σε ξερνάει ανεπιθύμητο στα σκουπίδια» (Καβάλα)· ο ποιητής καταφεύγει, για να σωθεί, στη μοναξιά του μουσείου, κοιτάζοντας τους αρχαίους λύχνους που απηχούν «μυστικούς ψιθύρους» και «φοβισμένα βλέμματα». Επιστρέφει στο σκοτεινό του δωμάτιο, κλειδαμπαρωμένος, με μια πόρτα που, παρά τις δηλώσεις του, δε μένει «ερμητικά κλειστή» (Προφανώς χωρίς τίτλο), αλλά ανοίγει τελικώς. Ανοίγει, γιατί το νέον στα μάτια του άλλου είναι εκτυφλωτικό, η σάρκα του «παυσίλυπος» (Βοχήρ) και το τρένο προς την υγρή του  χώρα τρέχει «εν μέρει» ιλιγγιωδώς (…Και περιθεωρίου και Επιμονή).

Ποιητική εν προόδω, η λογοτεχνία του Μιχαλόπουλου ωριμάζει μαζί με τον ίδιο (σπουδές στην κλασική φιλολογία, είσοδος στον ακαδημαϊκό χώρο ως λατινιστής),  σταδιακά βρίσκει τον βηματισμό της, σταθεροποιείται, χαράσσει με ευκρίνεια τα σύνορά της. Αυτή η ποιητική χώρα περιβρέχεται, λοιπόν, από θάλασσα, είναι νησίδα των αντιθέσεων, όπου ομιλούνται ταυτόχρονα η ελληνική και η λατινική, όπου οι ζωντανοί δεξιώνονται τους νεκρούς τους κι όπου η τσιμεντένια αστική μήτρα αποβάλλει με ωδίνες τα παράξενα, μοναχικά παιδιά της. Τα τελευταία ζουν σε «οριακές» θερμοκρασίες: καταψύχουν στο ψυγείο όλα τα ληγμένα και τους παλιούς λυγμούς· αλλά και ρίχνουν στην πυρά όσα πρέπει[5]. Καθαρτήρια ή σαρωτική, η φωτιά στο τέλος της συλλογής πυρπολεί την «πιο νύχτα» της, κατακαίει τις αυταπάτες και φέρνει τα πράγματα στο φως· ο πόνος είναι ένα από τα σημαντικότερα.

Δεν έρχονται.
Τις νύχτες, λέω, δεν
 έρχονται. Ούτε στα όνειρα.
Το ξύλινο πάτωμα και
η παλιά σκάλα δεν τρίζουν.
Ο αέρας είναι που χτυπά τα παντζούρια,
 όχι χέρι αγαπημένο.
Το σπίτι άδειο. Άδεια
 η μοναξιά υπακούει
κι απόψε στο ξεχαρβαλωμένο συντακτικό της.

Στερείται ευκτικής ο πόνος.
                                              (Χάρης Μιχαλόπουλος, Δεν έρχονται, 2015)

Ό,τι αποστάζεται από την πολύχρονη πλέον (μα)θητεία του ποιητή στη ζωή και στην ποίηση, ό,τι διασώζεται από την πυρά περισυλλέγεται και εκτίθεται στο φως   στην τέταρτη και τελευταία ποιητική συλλογή του Χάρη Μιχαλόπουλου με τον τίτλο Δεν έρχονται (2015). Ο λόγος του έργου είναι ο απογυμνωμένος λόγος της α-λήθειας, ένας λόγος παροντικός, που ταυτοχρόνως εμπεριέχει το παρελθόν της συλλογικής καταγεγραμμένης μνήμης και το παρελθόν της ατομικής μνήμης, καθώς και την ελπίδα ενός μακρινού μέλλοντος αναρτημένη στις αυτοσχέδιες αστικές τοιχογραφίες των ανορθόγραφων συνθημάτων∙ ο Μιχαλόπουλος μετακλιματίζει στον σύγχρονο λόγο του τα κλασικά διακείμενα που παρεντίθενται στους στίχους του, με την ίδια ευκολία που ενσωματώνει στην ποίησή του τη λακωνική σοφία των γκράφιτι. «Εκατομμύρια χιλιόμετρα ανθρώπινης μοναξιάς»[6] διανύονται γρήγορα, καθώς όλα τα περιττά έχουν αποβληθεί και τα ολίγα που απέμειναν κληροδοτούνται στην ποίηση «εξ αδιαιρέτου», κοινόχρηστη περιουσία του ενός/παντός ανθρώπου, υπεριστορική και υπερτοπική, διαμοιρασμένη σε όλα τα ποιήματα, κάθε γλώσσας κι εποχής.

Με άλλη διατύπωση, αυτό που γράφεται «δεν είναι ποίημα», αλλά η προαιώνια τολμηρή φιλοδοξία της ποίησης να «συλλαβίζει το ανείπωτο». Έτσι αυτοπροσδιορίζεται και η ποίηση του Μιχαλόπουλου: ποιήματα που γράφονται με «μελάνι και αίμα» από τον ποιητή - αδέξιο ισορροπιστή, ακροβάτη αισθημάτων και λέξεων, επίγονο μιας φυλής εκλεκτών ανθρώπων κι εκτελεστή της διαθήκης τους. Καταδικασμένος να διαθέτει μια «ωκεάνια θύμηση», επιδίδεται στην εκπλήρωση του χρέους του: συνομιλεί με το Χάος, «μπαλώνει το κενό με λέξεις», «δίνει συνέχεια και μνήμη στα οριστικά τελειωμένα».

Οργανωτικό σχήμα της συλλογής δείχνει να είναι το σχήμα άρσης-θέσης, φυσική κατάληξη μιας μακρόχρονης αφαιρετικής διαδικασίας που πρέπει να συνέβη με περισσή οδύνη. Στην απογυμνωμένη ποίηση που προκύπτει από αυτή την «γαλαξιακή δοκιμασία», προκρίνεται η βεβαιωτική διατύπωση: απερίφραστα και επιγραμματικά, αίρεται και η τελευταία αυταπάτη, γεγονός που προεξαγγέλλεται από τον τίτλο της συλλογής (Δεν έρχονται)[7]. Στη θέση της, μένει ο ποιητής στο μετέωρο σημείο του πουθενά, να  «περισσεύει στο σώμα του και στα ποιήματά του», χωρίς ελπίδα, αλλά κάτοχος μιας εξ αδιαιρέτου περιουσίας (της ελληνικής και λατινικής αλφαβήτου), που με τις ψηφίδες της αναδημιουργεί τις νύχτες τον κόσμο, αναδιατάσσοντας την εσωτερική του γεωγραφία.

 


[1] Χάρης Μιχαλόπουλος, Δεν έρχονται, Μανδραγόρας, 2015.
[2] «Η πόρτα» είναι ο τίτλος στην πρώτη ενότητα της συλλογής.
[3] «Ο καθρέφτης και το ποδήλατο» είναι ο τίτλος της δεύτερης ενότητας.
[4] Στην καταληκτική ενότητα της συλλογής με τίτλο «Έξοδος κινδύνου».
[5] Βλ. το καταληκτικό ποίημα της συλλογής «Το Μπαούλο».
[6] Στο εξής οι εντός εισαγωγικών φράσεις προέρχονται από ποιήματα της συλλογής Δεν έρχονται.
[7] Π.χ. «δεν έχει ρολόγια η αγάπη», «με λέξεις δε γίνεται η αγάπη», «τα σπίτια δε γερνούν».

Εκτύπωση του άρθρου
    Error trying to connect to memcache