Εκτύπωση του άρθρου

 Egon Schiele

 

 

Οι δαίμονες πλησιάζουν όσους λένε ψέματα και είναι παραδομένοι στην ανομία.
Σ' αυτούς διδάσκουν ό,τι πήρε το αφτί τους. Οι περισσότεροι, λοιπόν, λένε ψέματα.
Τους ποιητές, εξάλλου, τους ακολουθούν οι πλανημένοι.
Δεν βλέπουν ότι περνούν απ' όλα τα μονοπάτια σαν φαντασιόπληκτοι τρελοί και λένε πράγματα που δεν κάνουν;
E
ξαίρεση αποτελούν, βέβαια, όσοι ποιητές πίστεψαν και κάνουν το καλό, επαναλαμβάνοντας διαρκώς το όνομα του Θεού και υπερασπίζονται τους εαυτούς τους μόνο όταν τους προσβάλουν, γιατί όταν επιτίθενται πρώτοι, μια μέρα θα μάθουν ποια είναι η τύχη που τους περιμένει.

                                                                           (Το  Κοράνιο, 26, 222-227)                                           

 

Ο Προφήτης κατακεραυνώνει τον Ποιητή. Για αυτόν, ο ποιητής είναι απλώς ένας δαιμονισμένος. Ο Φιλόσοφος, επίσης. Για αυτόν, ο ποιητής απλώς ψεύδεται. Ο Καίσαρας, ακόμη. Για αυτόν, ο ποητής είναι απλώς ένας decadent. Το πρόβλημα φαίνεται πως εδράζεται στην ηθική διάσταση τoυ ποιητή και της τέχνης του, τη διελκυστίνδα αισθητισμού-κοινωνισμού, τη συνακόλουθη υπόθεση της προόδου και κατά πόσον η ποίηση την υπηρετεί. Εξαίρεση, έτσι, αποτελούν οι ποιητές που πίστεψαν και κάνουν το καλό, οι ποιητές του Ζντάνωφ λ.χ.  ή αυτοί που ο Στάλιν ονόμαζε προφήτες... Ο Μάο Τσετούνγκ εισέβαλλε στο Θιβέτ για να το απαλλάξει από τον θρησκευτικό σκοταδισμό, ενώ αργότερα στη  χώρα του άνοιγαν ξανά τα ιερά για να ευνοηθεί ο... θρησκευτικός τουρισμός. Ο Εμβέρ Χότζα επέβαλλε την αθεΐα ενώ υποχρέωνε τους πολίτες να αναρτούν στα σπίτια τους την εικόνα του...

Πρόκειται απλώς για τη νομή της ίδιας επικράτειας. Εκεί φαίνεται πως οφείλεται η εχθρότητα. Η καταδίκη της ποίησης γίνεται εν ονόματι της ποίησης στο βαθμό που ο ενάγων πρεσβεύει για τον εαυτό του την ιδιότητα του ποιητή par excellence. Πλείστοι όσοι, “σωτήρες του Θεού”, όπως θα τους έλεγε, ίσως, ο Νίκος Καζαντζάκης, του ποιητή του κόσμου, απαξιώνουν την ανθρώπινη δημιουργία εν  ονόματι της διαφύλαξης του κύρους και της μοναδικότητας της θεϊκής δημιουργίας. Από την άλλη, υπάρχουν δημιουργοί που αισθάνονται πράγματι “θεοί”, ευρισκόμενοι εξ ορισμού σε μία ανταγωνιστική σχέση με το θείο καθόσον δεν αναγνωρίζουν ότι η δημιουργία τους συνιστά δευτερογενή επεξεργασία προϋπάρχοντος υλικού και ακολούθως δεν αποδέχονται ούτε την έμπνευση κ.ο.κ. Ωστόσο, κάθε ποιητής νομίζει εκ νέου τον κόσμο. Τον αναδημιουργεί. Κάθε ποιητής προσλαμβάνει εκ νέου τη θεϊκή αποκάλυψη, η οποία δεν είναι γραμμένη σε γλώσσα ακριβώς ποιητική και ούτε βεβαίως επιστημονική αλλά δοξολογική και τα όσα διακηρύσσει δεν είναι γεγονότα (facts) αλλά μύθοι (myths), συλλογικές δηλαδή αλήθειες της ανθρωπότητας (και όχι παραμύθια (fables), που εκφράζονται πάλι με τρόπο μη επιστημονικό και ωστόσο όχι ψευδή. Βρισκόμαστε  στην περιοχή του μυστηρίου, του παράδοξου, της παραβολής, της απορίας, τόσο κοντά, δηλαδή, στους τρόπους της ποίησης. Στον Wilhelm Dilthey οφείλουμε τη διάκριση των επιστημών. Επιστήμη, φιλοσοφία, τέχνη και θρησκεία συνιστούν διαφορετικές, ισόκυρες κοσμοαντιλήψεις και στάσεις ζωής. Ζητούμενο, βεβαίως, πάντοτε παραμένει η ενότητα. Της επιστήμης αλλά και της ύπαρξης.

Ο εξόριστος Ιρανός συγγραφέας Αμπντολάχ Καντέρ, ο οποίος ζει και γράφει στην Ολλανδία, ορίζει το Κοράνι -αλλά και τη Βίβλο- ως λογοτεχνία, μια νέα αφήγηση για τον κόσμο που έπρεπε να αλλάξει και τον Μωάμεθ  ως έναν μεγάλο ποιητή, υπέροχο αφηγητή με τρομερή φαντασία.  Δεν νομίζω ότι ο ορισμός του θα άρεσε στους ομόθρησκούς του. Λογοτεχνία, η θεϊκή Αποκάλυψη; Γιατί, μήπως είναι νόμος;

Ζωντάνια, ποιητικό χαρακτήρα και δραματικότητα βρίσκει στη γλώσσα τού κατά Ματθαίον Ευαγγελίου, μεταφράζοντάς το, ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, ενώ σπεύδει να ξεκαθαρίσει πως τίποτε δε μπορεί να σταθεί δίπλα στο λόγο του ευαγγελίου. Η θεοπνευστία, άλλωστε, αποτελεί μία παράμετρο της ερμηνευτικής εν γένει, αναφορικά με τα θρησκευτικά κείμενα. Όχι, βεβαίως, η κατά γράμμα θεοπνευστία... Αν δεχτούμε λοιπόν τη λογοτεχνικότητα της αποκάλυψης  όχι με την πλατωνική έννοια της μυθοπλασίας (fiction), δηλαδή ως ψεύδους, αλλά με την  αριστοτελική, δηλαδή με βάση τη γνωσιακή αξία της λογοτεχνίας ως ερμηνείας του κόσμου, ας μνημονεύσουμε τον Erich Auerbach, ο οποίος αφιερώνει το πρώτο κεφάλαιο του μείζονος έργου του Μίμησις για να μιλήσει ακριβώς για τη θέση της Βίβλου στον δυτικό λογοτεχνικό κανόνα αλλά και να δει σύνολη τη δυτική λογοτεχνική παράδοση ως κοσμική Βίβλο, όπως έχει υποστηρίξει ο Βασίλης Λαμπρόπουλος.

Οι όροι φαίνεται πως συγχέονται. Είναι η προφητεία το αντίθετο της ποίησης; Ή μήπως είναι ταυτόσημες; Ή και τα δύο; Και τι γίνεται στην περίπτωση που κάποιος θα θεωρούσε τους νόμους ως ποιητικά κείμενα; Ο Αμπντολάχ Καντέρ, για να επιστρέψουμε στο Κοράνι, καταλήγει πως είναι επικίνδυνοι όσοι προσπαθούν να ρυθμίσουν τις ζωές των ανθρώπων στις ισλαμικές χώρες με βάση ένα αρχαίο ποιητικό κείμενο. Η ζωή γίνεται κόλαση όταν προσπαθείς να κυβερνήσεις με το Κοράνι, λέει χαρακτηριστικάΤο Ιράν ή η Σαουδική Αραβία, είναι η κόλαση που ετοιμάστηκε για τους ποιητές, για να παραφράσουμε τον Ασράφ Φαγιάντ, έναν ποιητή που έμαθε την τύχη που τον περιμένει... Πώς όμως να κάνεις τη ζωή παράδεισο; Με ποιους νόμους; Ποια μορφή διακυβέρνησης; Πρώτα αποδεχόμενος ότι κάτι τέτοιο είναι ανέφικτο, μάλλον, στον παρόντα αιώνα με βάση την ιουδαϊκή και χριστιανική εσχατολογία.  Κατόπιν ακούγοντας, ίσως, την πολιτειακή παραίνεση του Λάο Τσε από το ποιητικό βιβλίο του Τάο τε Κινγκ (πενήντα επτά):

Δεν παίρνω μέτρα, κι οι άνθρωποι αναμορφώνονται.
Απολαμβάνω ειρήνη, κι οι άνθρωποι γίνονται τίμιοι.
Δεν κάνω τίποτα, κι οι άνθρωποι πλουτίζουν.

Ο Άγγλοι ρομαντικοί ποιητές William Blake και S. T. Coleridge ορίζουν την ποίηση ως  το προϊόν της συνθετικής, μαγικής και θείας, οραματιστικής δύναμης της φαντασίας. Ο ποιητής είναι εκείνος ο φαντασιόπληκτος, κατά τον Μωάμεθ... Για τους ρομαντικούς, ακόμη, ο ποιητής είναι ιεροφάντης, μύστης, χρισμένος κ.ο.κ. Βρίσκεται στην τύρβη των γεγονότων, σε μία διαρκή περιπέτεια. Είναι έτσι και προφήτης, όπως τον αποκαλεί ο P. B. Shelley,  σύμφωνα με τη διττή σημασία της ιδιότητας τόσο στον ελληνισμό όσο και στον ιουδαϊσμό: αυτός που προλέγει τα μελλούμενα και αυτός που προειδοποιεί, καταγγέλλει, αλλά και παρηγορεί ή εμψυχώνει ακόμη  τους συγχρόνους του. Μέλλον, παρόν, αλλά και παρελθόν, συναιρούνται στο προφητικό αξίωμα καθώς, όπως λέει η Σίβυλλα στους Χρησμούς της:

Ἀρχομένη πρώτης γενεῆς μερόπων ἀνθρώπων
ἄχρις ἐπ’ ἐσχατίῃσι προφητεύσω...

Οι ποιητές μετέχουν, μάλλον, ισότιμα στο τριπλό προφητικό αξίωμα: συγκεφαλαιώνουν το παρελθόν, διδάσκουν στο παρόν, ομιλούν για το μέλλον. Η ποίηση ομιλεί για την ύπαρξη και το υπερβατικό αλλά και στηλιτεύει τα κακώς κείμενα της εποχής της. Υπαρξιακό και κοινωνικό στοιχείο συμβαδίζουν στην ποίηση, έτσι που η ειδολογική κατάταξη των ποιητών με βάση το κριτήριο αυτό να καθίσταται  σχεδόν ιδεοληπτική. Ο Γιάννης Ρίτσος γράφει την τελευταία του συλλογή Αργά, πολύ αργά μέσα στη νύχτα -με σαφή την αίσθηση του τέλους- αλλά και την πρωιμότερη Τέταρτη Διάσταση... Ο Henrik Ibsen στα όψιμα έργα του μας δίνει τον Μικρό Έγιολφ... 

Προφήτες και ποιητές είναι, μάλλον, οι φρέσκες φωνές μέσα στους κόλπους  ενός πολιτισμού. Από τον προφητικό, δοκιμιακό λόγο του Paul Valery και τον  οραματιστικό του Pier Paolo Pasolini, στον  Chalil Gibran και τους δικούς μας Κωστή Παλαμά και Ρούλα Αλαβέρα, παραθέτω την έβδομη στροφή από το συνθετικό ποίημα της τελευταίας Δάνεια από τον Τζελαλαντίν Ρουμί (2007). 

        Ειρήνη και Πόλεμος
Η μία προκαλεί τον πόθο του άλλου
και τους δυο τους βρίσκεις στα δάκτυλα
του Όντος.

Τα αντίθετα θα πολεμούν ως οι τέσσερις κύβοι
που μέσα τους κρύβονται,
ο αέρας, το χώμα, το νερό και η φωτιά,
να ενωθούν

Το φως στην ορατότητά του φλόγα δε δίνει,
η ζεστασιά είναι η δόξα του,
η αναμονή στο ύδωρ
του δροσίζειν,
ο αέρας το άλλο είναι και τ' αλλιώς
και το χωμάτινο σκεύος η κούπα
του άναρχου απόλυτου.

Οι τέσσερις κύβοι στηρίξαν το Ναό
κι' ο πόλεμος, πάντα του στήριζε τη δημιουργία.

 Ω! Ειρήνη! , Θα κραταιώνεσαι στην πανάρχαιη πράξη
της βίας,

ως ότου να συναντηθούν οι τέσσερις κύβοι της κτίσης
στην ατοπία του πόθου

Δεν χρειάζεται, βεβαίως, να είναι κανείς προφήτης για να διαπιστώσει το αυτονόητο: η ποίηση δεν είναι επαρκής λόγος για να ζούμε. Πρέπει να μπορούμε να διακινδυνεύουμε τις βεβαιότητές μας. Να είμαστε έτοιμοι να θυσιάσουμε και να θυσιαστούμε. Και ακόμη: άλλο πράγμα είναι η δικαίωση στην τέχνη και άλλο στη ζωή. Και αυτό που δικαιώνει τον άνθρωπο στην τέχνη κάποτε είναι απολύτως διάφορο από αυτό που τον δικαιώνει στη ζωή. 'Ενας πραγματικά ρομαντικός προτιμά, μάλλον, τη δεύτερη.

Σάρα Θηλυκού

 

 

 

Vates στα λατινικά σημαίνει μάντης, προφήτης. Αλλά επειδή συχνά οι προφήτες έδιναν τους χρησμούς τους σε στίχους, η λέξη πήρε γρήγορα και τη σημασία του ποιητή. Στα ιταλικά η λέξη vate σημαίνει τόσο τον προφήτη, όσο και τον ποιητή μεγάλης θεϊκής έμπνευσης. Ο ποιητής προφήτης (poeta vates) είναι ένας όρος που πρώτη φορά αποδόθηκε στους Λατίνους συγγραφείς, οι οποίοι αναζήτησαν μέσα από το έργο τους τις αξίες της αρχαιότητας, όταν αυτές οι τελευταίες έμοιαζαν να έχουν χαθεί στην περίοδο της μεγάλης διαφθοράς που επικράτησε στη Ρώμη μετά την εποχή του Καίσαρα. Ο όρος, που αποδόθηκε στους Λατίνους ποιητές Οράτιο και στον Λουκρήτιο, αφορά έναν ποιητή ο οποίος είναι εμπνευσμένος από το θείο και μπορεί να αποτελέσει οδηγό για την κοινότητα, προσπαθώντας ενεργά να επαναφέρει ηθικές αλλά και φιλοσοφικές αξίες.

Με παρόμοιο τρόπο εμφανίζεται ο ποιητής προφήτης στον Ρομαντισμό, όταν η επικράτηση του συναισθήματος, σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε στο προηγούμενο ρεύμα του Νεοκλασικισμού, συνδέεται με την εσώτερη ανάγκη των ποιητών να γίνουν ερμηνευτές του κόσμου και αυτοί που θα ανακαλύψουν τις κρυμμένες στους υπόλοιπους αξίες του. Στην ιταλική ποίηση χαρακτηριστικό παράδειγμα ποιητή προφήτη είναι αυτό του Ούγκο Φόσκολο (Ugo Foscolo), ο οποίος συναρμόζει το χαρακτηριστικό της προφητείας με αυτό της εγκατάλειψης στα πάθη και τα ένστικτα, μέσα σε μια κατάσταση ένθεης έμπνευσης.

Σε νεότερα χρόνια, ίδια εικόνα παρουσιάζει και ο Γκαμπριέλε Ντ’ Αννούντσιο (Gabriele D'Annunzio), o οποίος εκπροσωπεί το ρεύμα που ονομάστηκε στην Ιταλία decadentismo (από τη λέξη decadenza= παρακμή) και αρκετοί μελετητές έχουν παραβάλλει το έργο του με αυτό του Μπωντλέρ (Baudelaire). Σε αυτή την περίπτωση ο ποιητής προφήτης χαρακτηρίζεται από μια σχεδόν μαγική ικανότητα να αποκαλύπτει το μυστήριο της ζωής και να κάνει κάθε όψη της πραγματικότητας σύμβολο για μια βαθύτερη αλήθεια. Παράλληλα, συνυπάρχουν σε αυτόν το πάθος για το ωραίο ως αυταξία και η μετατροπή της ίδιας της ζωής σε έργο τέχνης. Ο αισθητισμός αυτός δεν θα πρέπει να μας φανεί περίεργο ότι συνδυάστηκε με το χαρακτηριστικό του ποιητή προφήτη, αφού τόσο ο εστέτ όσο και ο προφήτης είναι οι εκλεκτοί μέσα σε έναν κόσμο μετριότητας και έλλειψης αρμονίας.

Ο D’ Annunzio, αναζητώντας αυτή τη χαμένη αρμονία, εμπνέεται από την Ελλάδα και τη μυθολογία της και κυρίως από το ταξίδι του Οδυσσέα, ενώ στο επίκεντρο της λατρείας προσπαθεί να θέσει τον θεό Πάνα, που κατά τη γνώμη του αντιπροσωπεύει την κοσμική πληρότητα. Βλέπει την αρχαιότητα ως μια εποχή ευτυχίας, στην οποία οι άνθρωποι ζούσαν ελεύθεροι, χωρίς τους περιορισμούς που έθεσε έπειτα ο χριστιανισμός. Ενδεικτικό είναι το ποίημα που ακολουθεί, στο οποίο η ζωή θεωρείται ως ένα δώρο του θεού Διονύσου. Παρατίθενται σε μετάφραση οι πρώτοι  στίχοι:

Ύμνος στη ζωή

Ω Ζωή, ω Ζωή,
δώρο φρικτό του Θεού,
σαν ένα πιστό σπαθί,
σαν ένας πυρσός που βρυχάται,
σαν τη γοργόνα,
σαν το κενταύριο ρούχο,
δώρο του αθανάτου
στην αδυσώπητη δίψα μου,
στη αδηφάγο πείνα μου,
στη δίψα και στην πείνα μου
μια μέρα, δεν θα πω εγώ
όλη την ομορφιά σου;
ω Ζωή, ω Ζωή,
δώρο της λήθης,
άγρια προσφορά,
σαν καθαρό νερό,
σαν στέμμα

Το παραπάνω απόσπασμα ανήκει στη συλλογή Maia (με υποτίτλο Laus Vitae). Η συλλογή αυτή είναι ουσιαστικά ένα μακροσκελές αυτοβιογραφικό ποίημα με πάνω από 8000 στίχους, που εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1903. Σε όλη την έκταση του έργου ο ποιητής εξυμνεί τη θέρμη με την οποία ο άνθρωπος μπορεί να ζήσει διακινδυνεύοντας και κατακτώντας εντέλει τη μυστική αλήθεια, αυτή που ο ποιητής προφήτης ατενίζει πάντοτε ελεύθερος…

Άννα Γρίβα

Εκτύπωση του άρθρου