Εκτύπωση του άρθρου

ΦΩΤΕΙΝΗ ΚΑΪΜΑΚΗ

Poisijari (στιχουργείν) και γκρεκάνικη ποίηση

 Η Καλαβρία, η Βρουτία των αρχαίων χρόνων εκεί στη μύτη της ιταλικής μπότας antimonimeni tsiola apo to theo (λησμονημένη από όλους και από το θεό), η γη των αρχαίων Ελλήνων αποίκων του Ρηγίου, των Λοκρών, του Κρότωνα και της πλούσιας Σύβαρης, η γη που δέχτηκε στην αγκαλιά της και έθρεψε ποιητές, τον Στησίχορο (630-555π.Χ.), τον Αρίωνα (625-585π.Χ.), τον Ίβυκο (6ος αι.),τον Σιμωνίδη τον Κείο (557-468π.Χ) και τον Άλεξι (372-270π.Χ.) αντηχεί ακόμα σήμερα στα βουνά της, όπου τα ελληνόφωνα χωριά, την αρχαία ελληνική γλώσσα (γκρεκάνικο). Το Γκαλλιτσιανό, η Ακρόπολη των ελληνόφωνων στο Aspromonte βασανισμένο από κατολισθήσεις, θύελλες, σεισμούς, πλημμύρες, φτώχεια επιβιώνει μέχρι σήμερα πεισματικά και οι κάτοικοί του μιλούν όλοι τη γκρεκάνικη γλώσσα 27 αιώνες αδιάσπαστα!  Χρόνια η εκκλησία του Άη Γιάννη ήταν ξέσκεπη, γιατί τη στέγη την πήρε ο φορέας (βοριάς) και που λεφτά για να σκεπαστεί :
  

   Stin Amèrika ce sti Russia
   epèttoa sto fengàri
   vrète ti màgni anglisìa,
   ùlli chalammèni!
   Èchi ortà tèssera tichìa.
   Tus àiu tus eclìa sti scholìa;
   An brandetì canena òsciu tin
   borta tis anglisia
   o vrèchi o chionìzzi o canni forèa,
   òsciu pedie ccèglia evatìa.
      
  
   Στην Αμερική και στη Ρωσία
   πετούσαν στο φεγγάρι
   δείτε την ωραία εκκλησία,
   όλη χαλασμένη!
   Τέσσερις τοίχοι έμειναν ορθοί.
   Τους αγίους τους εκλείσαν στα σχολεία•
   Αν παντρευτεί κανένας
   έξω από την εκκλησία
   ή βρέχει ή χιονίζει ή φυσάει βορέας
   έξω τα μικρά παιδιά βαφτίζαν.

  Jolanda Contemi
  Απόδοση στα ελληνικά:  Φωτεινή Καϊμάκη  
       
 Όλοι στο Γκαλλιτσιανό είναι ποιητές, το ίδιο στο Κοντοφούρι, στο Ροχούδι ( Το χωριό φάντασμα στην κοιλάδα του ποταμού Αμεντολέα), στο Ροκκαφόρτε, στην Μπόβα. Έχουν ένα τραχύ και βασανισμένο σώμα, μα μια ευαίσθητη ψυχή γιομάτη αισθήματα, έρωτα για τη ζωή, ποίηση φυσική, αβίαστη , ρέει σαν το ποταμάκι,  πονάει σαν τον άνεμο, κλαίει σαν τη βροχή.
Αγράμματοι μα φιλόσοφοι με τη σοφία, που χάραξε στα μέτωπα, στα χέρια η σκληρή ζωή.


   Σκάβει το πρόσωπο
   ηλιόβολη εγκαρτέρηση
   και περιμένει να μπει να βγει
   φωσφόρος ελπίδα.
   Το βλέμμα τρυφερή πικρή ελιά
   στάζει λάδι
   σκληρός αδάκρυτος καιρός.
   Κι εκείνα τα χέρια
   ρίζες που απλώνουν
   ξινάρια που ξεθάβουν.
   Ζέστα του ξύλου
   φλόγα της γης
   ζηλεύεις
   και τους προκαλείς !

   (Φωτεινή Καϊμάκη, «Ελληνόφωνη Καλαβρία», ΜΙΛΗΤΟΣ, 2003).

 Ο ποιητής Salvino Nucera θυμάται στα παιδικά του χρόνια τους άντρες, όταν έρχονταν στο κέφι η ψυχή τους, ποτισμένη από το νέκταρ του Βάκχου, να διαγωνίζονται στην τέχνη του poisijari (στιχουργείν) με σαφείς κανόνες την πρωτοτυπία, το ολοκληρωμένο νόημα, την αρμονία και την ομοιοκαταληξία συνήθως ζευγαρωτή. Ήταν αξιοσημείωτες  η επιδεξιότητα και η οξύνοια μερικών τέτοιων αναλφάβητων poesijaturi στην ευχέρεια της ρίμας, στην ποιότητα των περιεχομένων, εμπλουτισμένο από ποιητικές εικόνες, παρομοιώσεις και συχνή χρήση λεπτής ειρωνείας.
Τα νεότερα ποιήματα, που προέκυψαν μέσα από τη φθορά της γλώσσας και του γκρεκάνικου πολιτισμού δεν έχουν τη δροσιά των παλιών, είναι λιγότερο ρυθμικά και τα θέματα επαναλαμβάνονται : η γλώσσα που πεθαίνει, το χωριό,
η φύση, ο έρωτας, η φτώχεια, η μετανάστευση.
   
   Fóresp’esú,ti forèo cóla egó;
   δómmu to χéri ce pássesse appró.
   Am beθáνο στο χoráfi
   na me ríspu ston galó
   na me fái to mávro aspári 
   ando glicío neró.
   An beθáno stin osía,
   na me ríspu sto kafúni 
   na me fái to mávro aspári
   ándo χímarrom biló.
   Ce na spofì o mástora
   ti só’kame tom bústo stenó,
   ti δε ssóno váli to χéri
   ecí pu θélo egó.

   Χόρεψε εσύ και χορεύω κι εγώ
   δώσε μου το χέρι πέρνα από δω.
   Αν πεθάνω στο χωράφι,
   να με ρίξουν στο γιαλό
   να με φάει το μαύρο ψάρι
   στο γλυκό νερό.
   Αν πεθάνω στο βουνό
   να με ρίξουν στο φαράγγι
   να με φάει το μαύρο ψάρι
   στο λασπώδη χείμαρρο.
   Και ο μάστορης να σκάσει
   που’ καμε το μπούστο σου στενό
   και δεν μπορώ το χέρι μου να βάλω
   εκεί που θέλω εγώ.
    
   
Λαϊκό από το Κοντοφούρι
   (Testi neogreci di Calabria, Istituto siciliano  di studi bizantini e neoellenici “Bruno Lavagnini”σ.271)
   Απόδοση στα ελληνικά: Φωτεινή Καϊμάκη

   Éla, kattsédda, na staθì m’emmèna
   će na mu kámi pánda sinoδía:
   egò se θélo na staθò m’esséna
   će na kámi óli méra mian argía.
   Éla tsiχímmu, gwálemu tim béna,
   ti ligo ligomu trói tin gardía.
   Éχo óla ta prámata χaména
   típote sónno kámi tse δulìa.

   Έλα κοπέλα να σταθείς σιμά μου
   και να μου κάνεις πάντα συντροφιά
   εγώ θέλω να κάτσω δίπλα σου
   και νάναι όλη η μέρα μια γιορτή.
   Έλα, ψυχή μου, πάρε μου τον πόνο
   που λίγο λίγο μου τρώει την καρδιά
   τάχω χαμένα
   και δεν μπορώ να κάμω καμία δουλειά. 
    
   
Λαϊκό από την Μπόβα
   (Testi neogreci di Calabria)
   Απόδοση στα ελληνικά: Φωτεινή Καϊμάκη
 

   Ίlio, t’ólo ton gózmo porpatí,
   ándo levánti sto ponénti pái;
   ćíno pu θélo egó, ‘sù to χχorí:
   χeretamúto će vré a ssu yelái;
   tu léyi ti ton gapao parapoddì
   ć’ándim memórya δen mu gwénni mái.
   Sam biććúni su pérro to tayì,
   ć’esú tiránno δem mu χeretái.

   Ήλιε, που όλο τον κόσμο περπατείς
   κι απ’ τον Λεβάντε στον Πουνέντε πάεις
   εκείνον που θέλω εγώ, εσύ θωρείς
   χαιρέτα τον μου και δες αν σου γελάει•
   πες του πως τον αγαπώ πάρα πολύ
   κι απ’ το μυαλό ποτέ δε βγαίνει.
   Σαν περιστεράκι σου φέρνω το φαΐ
   και συ, τύραννε, δε μου μιλείς.
 
   
Λαϊκό από την Μπόβα
   (
Testi neogreci di Calabria σ.325)
   Aπόδοση στα ελληνικά: Φωτεινή Καϊμάκη


   Éla caspéddha
   ce páme sto plíma 
   ce to vrastári
   su to pérro egó 
   ti s’ afudáo
   na kámi t’ apóvrama
   ce ja tin peίna
   àfe na kàmo egò.  
   ti stríttasu aspri aspri
   vado sto klíma 
   su tin gánno áspri
   pos én’éna agwó:
   an den èrti
   stílem’uti mia ffurίna
   ti trogo ce san ércese
   se χoró.

   Έλα κοπέλα
   και πάμε στην πλύστρα   
   και το καζάνι
   σου το βαστάω εγώ
   να σε βοηθήσω
   να κάνεις τη μπουγάδα
   και για την πείνα
   άσε να φροντίσω εγώ.
   Το πουκάμισό σου άσπρο άσπρο
   το βάζω στο κλήμα
   και το κάνω άσπρο
   όπως είναι ένα αυγό•
   αν δεν έρθεις
   στείλε μου μια πίτα
   να την φάω
   κι όταν έρθεις σε θωρώ.

   Λαϊκό από το Ροχούδι
   (Testi neogreci di Calabria σ.284)
   Απόδοση στα ελληνικά: Φωτεινή Καϊμάκη
  
   
   Tsoddúna, ti su poní i kardía
   χorónda to stavró ti ambróssu pái?
   Ecí se pérru, sti ssánta Marίa
   ‘ci én’ i sepurtúra ti se χorái ;
   ecí se klívu me poddà kliδía,
   ć’ecítten óen igwénni mái.
   Ego páo ya neró spiθía spiθía,
   c’egó to ríθto essé će me gapái.

   Κοριτσάκι μου, γιατί σου πονεί η καρδιά
   που βλέπεις το σταυρό μπροστά να πάει;
   Εκεί σε πηγαίνουν στην Παναγιά
   εκεί είναι ο τάφος, που σε χωράει•
   εκεί θα σε κλείσουν με πολλά κλειδιά
   κι από κει δεν βγαίνεις ποτέ πια.
   Εγώ πάω για νερό ταχιά ταχιά
   το φέρνω σε σένα που μἀγαπάει.

   Μοιρολόγι από το Κοντοφούρι
   (Testi neogreci di Calabria σ.275)
   Απόδοση στα ελληνικά: Φωτεινή Καϊμάκη

   I lira
   Ta tria scinìa deména
   ene true ti Mmira
   (pricàda, agàpi,charapìa).
   To arclì ene scammèno
   me orthì agàpi.
   To machèri meni sicomèno
   ja na characòi
   tin plevrà tu kerù
   ce t’arthàmmia chamidà,
   catu
   addo den ene
   ti stòmata asce lancédde
   profetiche.
   I spichì cànni achò
   pose to Jònio lamburistò
   pose ena delfìno
   pu trizi mesa sta visìa
   alatimèna tu apodiàfasma.
   Mùsica cinùrjia,
   mùsica palèa
   leddàde tu tabàccu ce tu nsensu
   stayrò tu Bisanziu
   apànu ènan papùri latìno.
   To fìsima tu calàmi ce tu scìlu
   perànni tin vradìa
   apànu fterìghe ftinè
   asce pissàri ce maddìa.
   I lira
   stin cilìa tu cosmu
   enepizilìa pu agapài
   ene charapìa pu cinigài to chorò
   ene vorèa pu kiddìzi ta savùccia.
   Ene siccùra
   ti den perànni ti cardìa i vrondì
   me ti zoì.
   na canunài to pètama.

   Τρία σκοινιά δεμένα
   είναι τα νήματα της Μοίρας
   τα βασικά
   (πίκρα, αγάπη, χαρά).
   Το θησαυροφυλάκιο είναι σκαμμένο
   με αγάπη ορθή.
   Το μαχαίρι μένει σηκωμένο
   για να χαράσσει
   του χρόνου την πλευρά
   και τα χαμηλωμένα μάτια
   άλλο δεν είναι
   παρά στόματα
   από λαγήνια προφητικά.
   Η ψυχή ηχεί
   όπως το Ιόνιο το λαμπυριστό
   όπως ένα δελφίνι
   που τρίζει μέσα στα στήθη
   τα αλμυρά της αυγής.
   Μουσική καινούρια
   μουσική παλιά
   αδελφές του καπνού και του θυμιατού
   σταυρός του Βυζαντίου
   απάνω σε πέπλο λατινικό.
   Το φύσημα στο καλάμι και στο ξύλο
   διαπερνάει τη βραδιά
   πάνω σε εύθραυστα φτερά
   από ρετσίνι και αλόγου μαλλιά.
   Η λύρα
   στην αγκαλιά του κόσμου
   είναι καλλονή που αγαπάει
   είναι χαρά που κυνηγάει το χορό
   είναι βοριάς που γέρνει τα βαρκάκια
   στο γιαλό.
   Σίγουρο είναι
   πως της καρδιάς ο ήχος δεν περνάει
   με τη ζωή
   μένει το πέταγμα να φυλάει.

   Salvino Nucera
  
Ποιητής της γκρεκάνικης γλώσσας,    Φιλόλογος από το Ροχούδι
   «Sette canzoni Orientali»
   Απόδοση στα ελληνικά: Φωτεινή Καϊμάκη


   Mìddalo Pricìo

   Mìddalo pricìo ene to chumama 
   den to scèma ghirìzome to addismònima.
   Addazi culúri i arghidda tu kerú
   asce màstora còsmico ftiamèni.
   Mìddalo glicìo ene to chumama
   ena mmeli ti thorúme stin imèra.
   Icòne ti den nnorìzonde èt’astra
   mènume crimmèni sce merìe macrìe.

   Αμύγδαλο πικρό είναι το χώμα μας
   δεν το ξέρουμε, μα τη λησμονιά ζητάμε.
   Αλλάζει ο άργιλος του χρόνου χρώμα
   απ’ αγγειοπλάστη κοσμικό καμωμένος.
   Αμύγδαλο γλυκό είναι το χώμα
   μέλι που το θωρούμε την ημέρα.
   Τ’ αστέρια έχουνε σχήματα
   που δεν νογάμε 
   κρυμμένοι μένουμε σε τόπους μακρινούς.
 
  
Salvino Nucera
   Απόδοση στα ελληνικά: Φωτεινή Καϊμάκη


   C’esù glòssamu pethènise
   ja ton kerò ti peràni
   ja tus athròpu ti addhàzusi.
   Esù pethènise
   methèsu pethèni i spihìmu.

   Κι εσύ γλώσσα μου πεθαίνεις
   για το χρόνο που περνά
   για τους ανθρώπους που αλλάζουν.
   Εσύ πεθαίνεις
   και μαζί σου πεθαίνει η ψυχή μου.

   Salvino Nucera
   Απόδοση στα ελληνικά: Φωτεινή Καϊμάκη

   Pucambu

   Irthe i ora
   na choristò, fili.
   Tìpote dàclia.
   Mi arotàte pu pao:
   den to scero.
   Den perro tìpote methèmu
   Afìnno ston kerò
   ta ònera charratimèna.
   Pucambù vjènni
   en’astèri lamburistò

   Ήρθε η ώρα
   να φύγω φίλοι.
   Καθόλου δάκρυα.
   Μη ρωτάτε που πάω
   δεν το ξέρω.
   Δεν παίρνω τίποτα μαζί μου.
   Αφήνω στο χρόνο
   τα όνειρα σκόρπια
   Η αγάπη για τη ζωή
   μονάχα μένει.
   Από κάπου βγαίνει
   ένα αστέρι λαμπυριστό.

   Salvino Nucera
  
«Chimàri»
   Απόδοση στα ελληνικά: Φωτεινή Καϊμάκη

 Κι εγώ που περπάτησα αυτή την πολύπαθη γη στις αμμουδιές του πάμφωτου Ιονίου και στα σκοτεινά φαράγγια του Aspromonte, στα έρημα σοκάκια και στα χάσκοντα σπίτια του Ροχουδίου, στα ερείπια των βυζαντινών μοναστηριών, είδα τα μύρια πρόσωπα του χρόνου στο Γκαλλιτσιανό και ήχησε στ’ αυτιά μου η μουσική της τσεραμέντας και του αυλού μα και της παράξενης γκρεκάνικης γλώσσας, πως θα μπορούσα να μείνω βουβή ;

   Μια στοίβα αιώνες
   λέξεις μπουρού
   ένας αέρας φωνές άφθογγες
   κι η λιτανεία των αλίρραντων γόνων
   να βγαίνει από τις καλαμιές
   να διπλώνει στο κύμα χρησμούς
   να γράφει στην άμμο
   «νόστιμον ήμαρ».

   Μέρες τώρα θαλασσοκοπώ
   μες στις μαργαρίτες και στα χαμομήλια
   ψάχνω τη στιγμή
   πριν ο λόγος γεννηθεί
   τότε που ο κρημνοβάτης άνεμος
   έσκιζε την ελιά
   κι έβγαινε άγγελος Κυρίου
   να γράφει το Α και το Ω
   να μπήγει λεύκα στη γη
   και να γίνεται κουπί
   σε κίτρινη θάλασσα.

   Κοίτα!
   μικρή παρθένα
   κεντά τις λέξεις
   και στάζουν αίμα.
   Ο πόνος άνθισε
   κι είναι πολύς.
   Σου ετοίμασα ψωμί και παπαρούνα
   το ταξίδι της Καλαβρίας
   είναι μακρύ.
   Στη γλώσσα μου
   πλαταγίζει η λέξη «θαυματοποιός».
   Θελξίπικρος ο νόστος
   και θέλει θράσος ο καιρός.
   Παραμονεύει το ηδύοσμον
   κι ένας τρούλος.

   (Φωτεινή Καϊμάκη, «Ελληνόφωνη Καλαβρία», ΜΙΛΗΤΟΣ, 2003).  
 

Φωτεινή Καϊμάκη

 


 
 
 
 

Εκτύπωση του άρθρου