Εκτύπωση του άρθρου
ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΛΛΗΣ

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ




I


Έγραψα το ποίημα «Αρχέτυπο», έχοντας υπόψιν το ποίημα του Σολωμού «Ωδή στη Σελήνη». Προφανώς, ο Σολωμός έγραψε το ποίημα επηρεασμένος από τις αναγνώσεις των ποιημάτων του Macpherson. Ο Ossian υπήρξε μυθικός βάρδος ο οποίος υμνούσε τους πολεμικούς αγώνες και τους έρωτες των Ιρλανδών ηρώων. Όπως αποδείχθηκε μετεγενέστερα πίσω από αυτό το ψευδώνυμο κρύβονταν ο ποιητής και συγγραφέας James Macpherson (1736-1796). Τα κείμενα αυτά, τα οποία εξέδωσε το 1760 στον τόμο Fragments of Ancient Poetry, επηρέασαν για ένα διάστημα τους λογοτεχνικούς κύκλους της Ευρώπης, επειδή απομακρύνονταν από τον κλασσικισμό και έδιναν προτεραιότητα στο συναίσθημα και τη φαντασία. Στο ρομαντικό αυτό ποίημα ο Σολωμός τοποθετεί ως πρωταγωνιστή τον Ossian αλλά και τον ίδιο για να ψάλλουν έναν ύμνο που δοξάζει την ομορφιά της. Ο ποιητής καταλήγει: ,

Απ´ το Σκοπό, νά το, προβαίνει, ώ πόσο
σύ τή νύχτα τερπνά παρηγορίζεις!
Ύμνον παθητικό θέ νά σού υψώσω,
Παθητικό σά εσένα, όταν λαμπίζεις
στρογγυλό, μεσουράνιο, και το φως σου
σε ταφόπετρα ολόασπρη αποκοιμίζεις.

Το παθητικό φως της Πανσέληνου αποκοιμίζεται πάνω σ´ έναν τάφο, υποδεικνύοντας σιωπηλά τα όρια του ανθρώπινου. Ο ποιητής όμως, αναλαμβάνει να υψώσει τον ύμνο του, μοιάζει περισσότερο με κάποιον που αισθάνεται τους περιορισμούς του, επιδιώκει παρ´ όλα αυτά να τραγουδήσει την μοίρα του, να εξυμνήσει το φως και την ομορφιά. Σε θεολογικό επίπεδο η Σελήνη συμβολίζει το αθέατο ή κρυφό στοιχείο της φύσης, ενώνοντας το φαντασιακό με το υποσυνείδητο. Η νέα Σελήνη, τα άπειρα χρονικά σημεία (κυκλικός χρόνος), τα οποία σηματοδοτούν μια νέα αρχή. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που ο Σολωμός ενσωματώνει στην ωδή του την εικόνα μιας ταφόπετρας, υπονοώντας την αναγέννηση και την αναδημιουργία, μακρινή ελπίδα για την αποκατάσταση του ανθρώπου στην θεϊκή του πρωτεϊκή μορφή.

Ι Ι

Η δική μου εμπειρία έχει την αφετηρία της στο πηγάδι του παππού μου, χρόνια πριν, όταν ακόμα κατοικούνταν το σπίτι στο χωριό, και που τυχαία ένα βράδυ, βγήκα για λίγο στην αυλή και είδα τη Σελήνη να αντικατοπτρίζεται στα νερά του. Το πηγάδι σήμερα δεν υπάρχει. Το έκλεισαν με τσιμέντο όταν έχασε την πρακτική του αξία με την κατασκευή του υδραγωγείου. Όμως η εικόνα της Σελήνης που βυθίζονταν στα μαύρα νερά, έμεινε χαραγμένη μέσα μου μέχρι που οι συνθήκες το επέτρεψαν να ξαναγεννηθεί. Χρόνια αργότερα, στο Sparenburg του Bielefeld, καθώς περπατούσα στα πέτρινα σοκάκια του και άρχισε να νυχτώνει, βρέθηκα μπροστά στην ίδια σκηνή: δίπλα από το ψηλό τείχος, στην μέση μια κυκλικής πέτρινης πλατείας υπήρχε ένα πηγάδι και πλησιάζοντάς το είδα ξανά την Σελήνη των παιδικών μου χρόνων να αντανακλάται στα νερά. Θυμήθηκα το πηγάδι του παππού Γιώργου. Και τα λαμπυρίζοντα νερά του. Και τους ανθρώπους που έχασα μέσα σ´ αυτό το διάστημα, και εμένα τον ίδιο, όπως διαμορφώθηκα μέσα στο χρόνο και το χώρο. Τι έμεινε και τι χάθηκε από εκείνον τον έφηβο; Τι κερδήθηκε και τι σπαταλήθηκε σε προσωπικό επίπεδο; Ήταν μια συγκυρία, η οποία επέτρεπε αναθεωρήσεις και αναμετρήσεις με τον συναισθηματικό μου κόσμο κυρίως, αλλά και με εξωγενείς παράγοντες που καθόρισαν το μέλλον μου. Επιστέφοντας στο σπίτι έγραψα την πρώτη μορφή του ποιήματος, αφενώς ως μια αυθόρμητη κίνηση για να απελευθερωθώ από τα συναισθήματα της στιγμής, αφετέρου γιατί ήθελα να μην χαθεί εκείνη η εμπειρία.

Το ποίημα ξεκινά με την εικόνα που είχα δει στην αυλή του παππού, τοποθετώντας με ως το «πρόσωπο που με περιέργεια επεξεργάζεται το προφίλ του στο βυθισμένο καθρέφτη», προφανώς ψάχνοντας στο φυσικό αυτό καθρέφτη και την δική μου μορφή ως επιβεβαίωση. Κατόπιν εστιάζω την προσοχή μου στην ανθρώπινη κατασκευή που επιμένει να ζωγραφίζει στον στενό του κύκλο τις διαδοχικές φάσεις της σελήνης και που εναντιώνεται στα όριά του, στην επιμονή του να ξεφύγει από τον πρακτικό και βαρετό του ρόλο για να γίνει κι αυτό με την σειρά του ένα ποιητικό αρχέτυπο το οποίο συναγωνίζεται με το φεγγάρι την μεταφυσική του διάσταση. Αντιστέκεται μ´ αυτό τον τρόπο στην ίδια του την κατασκευαστική προοπτική και μεταμορφώνεται σε καθρέφτη. Όταν επιτελείται αυτό το θαύμα, τότε πλαισιώνουν το σκηνικό και οι πήλινοι φρουροί οι οποίοι σηκώνονται από τον βαθύ τους ύπνο για να πιουν. Ο χώρος εξοστρακίζει την πραγματικότητα, ανοίγει διαπραγματεύσεις με το μυθικό στοιχείο και ως έκφραση αντίδρασης προς την λογική, εξυμνεί την μεταφυσική διάσταση της στιγμής, όταν οι φανταστικοί φρουροί επιστρέφουν μετά από μακρά εξορία στον τόπο τους, διώχνοντας κάθε ανθρώπινη παρουσία η οποία μπορεί να χαλάσει την μυστική αυτή επανένωση με το Συμπαντικό στοιχείο που πρεσβεύει αυτή τη φορά η Σελήνη και το πηγάδι.

Η κατανόηση της ψυχής είναι από μόνη της ένα ταξίδι μέσα στο χώρο και το χρόνο. Ένα ταξίδι που έχει ως στόχο να ανακαλύψουμε την ταυτότητά μας, να εκτιμήσουμε τον αφανή θρίαμβο του να υπάρχουμε σ´ ένα αχανές περιβάλλον, δίνοντας ιδιαίτερη βαρύτητα στην κατανόηση του κόσμου που μας περιβάλλει. Η πίστη στην λεπτομέρεια είναι μια διδαχή η οποία είναι σε θέση να μας βοηθήσει να μην αγνοούμε τα μικρά αλλά ουσιώδη ζητήματα που προκύπτουν μόνο όταν κάποιος αναζητά με ταπεινότητα τις αιτίες που τον δημιούργησαν. Απλές ερωτήσεις όπως «γιατί βρισκόμαστε εδώ;» «γιατί ζούμε και πεθαίνουμε;» «ποιος ο ρόλος μας μέσα στη φύση και ποιος μέσα στο χρόνο;» θέτουν πρωταρχικά φραγμούς και αμφισβητήσεις, αλλά μπορούν να μας εισαγάγουν στη διανοητική στάση όπου θα έρθουμε αντιμέτωποι με τα ερωτήματά αυτά. Βρισκόμαστε στο κέντρο, εκεί όπου όλα αρχίζουν και τελειώνουν για να αντικατασταθούν με νέα συμβάντα. Η διέξοδος από αυτό τον κύκλο έρχεται μόνο όταν παραδεχθούμε πως είμαστε φυλακισμένοι σ´ αυτό τον κύκλο των αέναων εναλλαγών και διαμορφώσεων. Το ότι είμαστε επισκέπτες και όχι μόνιμοι κάτοικοι. Η δύναμή μας είναι λειψή και πως όλα μας τα επιτεύγματα χωράνε μέσα σ´ ένα χρονοδιάγραμμα και τίποτα παραπάνω. Κατανοώντας αυτό το απλό αλλά συνάμα δυσκολονόητο όριο, φαίνεται παράλογη αυτή η επιμονή για διαχρονικότητα: «Πριν και μετά από κάθε προσπάθεια υπάρχει πάντα κάτι που δίνει ώθηση σ´ αυτό που καταλήξαμε να ονομάζουμε ύπαρξη».

Ο Σολωμός όμως, ως ποιητής, αγγίζει το φως της Σελήνης και τραγουδά την ανάσταση σ´ έναν διωκόμενο από ανθρώπινη υπόσταση χώρο. Η ματιά του πέφτει στα βρεμμένα γένια του τροβαδούρου τα οποία λαμπυρίζει η Σελήνη, μεταδίδει δια μέσου μιας λεπτομεριακής εικόνας την υπεροχή του ανθρώπου και μας οδηγεί στην ποιητική συνθήκη όπου το θαύμα γίνεται επιτρεπτό. Είναι ένας διαφορετικός κόσμος που δημιουργείται παράπλευρα με τον κόσμο της πραγματικότητας όπου ο αγώνας για επιβίωση δεν αφήνει περιθώρια να αναζητήσουμε το θαύμα της στιγμής, το ακαριαίο θαύμα της ποιητικής πρακτικής όπου πολλές φορές μας φέρνει αντιμέτωπους με το υπερπροστατευμένο μας εγώ, σαν τον καθρέφτη που οικοιοποιείται το πηγάδι και αλλάζει το καθημερινό του σκηνικό. Είναι μια υπέρβαση. Και οι υπερβάσεις βοηθούν να κατανοήσουμε τον κόσμο μας αφού καταφέρνουμε να τον προσπεράσουμε για να τον δούμε από μια άλλη σκοπιά, εντελώς δοαφορετική, ψυχρή αλλά και συνάμα συναισθηματική. Γίνεται κάποιος κατανοητός στο Σύμπαν μόνο όταν πιστέψει πως ανήκει στο Σύμπαν. Πως η ζωή του αποτελεί μέρος του Συμπαντικού ρυθμού. Πως τα όριά του επεκτείνονται μέχρι να ενωθούν με το άπειρο.

Ι Ι Ι

Αν ποίηση είναι η στιγμή όπου οι συνθήκες επιτρέπουν στις εικόνες ν´ αγγίξουν τις χορδές των αισθήσεων, τότε η φύση είναι ο πρωταρχικός τρόπος να σκεφτόμαστε με τα ποιητικά αισθητήριά μας. Στην διαχρονική της πορεία η ποίηση ήρθε αντιμέτωπη με το τέλειο και το ατελές, με το φθαρτό και το άφθαρτο, με την απεραντοσύνη και την μικρότητα, με τη ζωή και το θάνατο. Η αλήθεια που περιέχουν οι στίχοι, άσχετα αν είναι καλλιτεχνικά άρτιοι ή όχι, είναι η ίδια η αλήθεια που ξεγυμνώνει τον άνθρωπο και τον αφήνει εκτεθειμένο στο Σύμπαν. Θέλησε να μας εντάξει σε μια συνθήκη με το θείο, οδηγώντας μας σε ρήξη με την υποδουλωμένη μας κατάσταση. Το αποτέλεσμα είναι μια διαρκής πάλη με τα στοιχεία που την συνθέτουν, και με τα στοιχεία εκείνων που την μεταχειρίζονται ως μέσο έκφρασης, για να ανακαλύψουν τις μύχιες πλευρές του εαυτού τους, ή για να προσφέρουν ως δώρο στους άλλους το φως ή το σκοτάδι που στην πορεία ανακάλυψαν, τα οποία περιέχονται και φανερώνονται από τις λέξεις που χρησιμοποιούν.

Από μικρό παιδί είχα μια ιδιαίτερη σχέση με τη φύση, κάτι που με οδήγησε, αν και δεν το επιδίωξα, να έχω διαφορετικά ενδιαφέροντα από τους άλλους συνομηλίκους μου. Εκεί όπου τα άλλα παιδιά έπαιζαν μπάλα και ήξεραν απ’ έξω όλους τους ποδοσφαιριστές και τα καινούρια μοντέλα αυτοκινήτων, εγώ έπαιρνα το μηχανάκι μου και χανόμουν για μέρες στα βουνά. Ήταν ένας τρόπος διαφυγής, μια διέξοδος στο ασφυκτικό περιβάλλον της επαρχίας, ίσως μια τάση για μοναξιά που ούτως ή άλλως με έκφραζε.

Αυτή η τάση μου για αναζήτηση ξεκινήσε πολύ παλιά, όταν ήμουν 11 χρονών, όταν κάποιος φίλος του πατέρα μου τον προσκάλεσε να πάνε για ένα Σαββατοκύριακο στο χωριό του, την Κερασιά, χτισμένο στην ανατολική πλευρά του όρους Παναιτωλικό. Η θέα του βουνού, το οποίο δέσποζε πάνω από την πόλη του Αγρινίου, ειδικά τα χειμωνιάτικά πρωινά όταν πήγαινα στο σχολείο και παρατηρούσα τις χιονισμένες του πλαγιές ήταν για μένα ένας μυθικός τόπος. Μόλις άκουσα πως ο πατέρας μου θα πήγαινε εκεί για να βοηθήσει τον φίλο του να επιδιορθώσουν το καλύβι του πεθερού του, άδραξα την ευκαιρία και τον παρακάλεσα να με πάρει μαζί του. Εκείνη την εποχή η φαντασία μου αλλοίωνε σε επικίνδυνο βαθμό την πραγματικότητα, έτσι ώστε ότι έβλεπα να παίρνει άλλες διαστάσεις μέσα μου. Ο μύθος ήταν απτός και εγώ ήμουν έτοιμος να δεχτώ άνευ όρων τις ανατροπές του.

Φτάσαμε αργά το απόγευμα μέσα από φιδωτούς κακοτράχαλους δρόμους ανάμεσα σε έλατα, πλατάνια και μεγάλες βελανιδιές. Η γυμνή κορυφή της Αρέντας, χιονισμένη ακόμη σε μερικά μέρη, μ´ έκανε ν´ αναρωτιέμαι εκείνη την μέρα, αν εκεί ψηλά, μπορούσε κάποιος να εξοικειωθεί με τους αετούς. Το καλύβι ήταν χτισμένο σε μια μικρή κοιλάδα, δίπλα στο ποτάμι. Ο μπάρμπα Βασίλης μαζί με την γυναίκα του την Κλεοπάτρα μας υποδέχθηκαν. Το σπίτι δεν είχε ηλεκτρικό, ούτε τουαλέτα. Πόσιμο νερό κουβαλούσαν σε δοχεία από το ποτάμι, ενώ μ´ ένα λάστιχο είχαν φέρει νερό σ´ έναν νεροχύτη όπου έπλεναν τα πιάτα. Στην αυλή υπήρχε μια βελανιδιά, στα μεγάλα της κλαδιά είχαν ακουμπήσει μαδέρια, τα είχαν σκεπάσει με φλοκάτες για να γίνει στο τέλος ένα υπέροχο κρεβάτι για να κοιμούνται τα μεσημέρια κάτω από τον ίσκιο του δέντρου ακούγοντας το τραγούδι των πουλιών και τον άνεμο που έπαιζε με τις φυλλωσιές.

Στο εσωτερικό του σπιτιού, χτισμένο από μεγάλες ασοβάτιστες πέτρες, είχε μονάχα δύο δωμάτια. Δεξιά ήταν η αποθήκη, τσουβάλια αλεύρι στοιβαγμένα δίπλα σε φιάλες υγραερίου, η μοναδική λάμπα που υπήρχε λειτουργούσε με αμίαντο και υγραέριο. Στο ξύλινο τραπέζι μπακιρένια τηγάνια και κατσαρόλες, πήλινα δοχεία και τσίγκινες κανάτες. Δίπλα δύο τραμουζάνες κρασί, πατάτες, κρεμμύδια, ζαρζαβατικά, κι ένα κουτί πλεγμένο με σήτα, κρεμασμένο από ένα σχοινί στο ταβάνι, όπου φυλάσσονταν η ζάχαρη, ο καφές, το βούτυρο, το τυρί, πράγματα που τα λιμπίζονταν οι μύγες και τα μυρμήγκια. Στο κύριο δωμάτιο, υπήρχαν δύο μεγάλα κρεβάτια, χωρισμένα από το τζάκι κι από ένα χαμηλό τραπέζι, ενώ στα περβάζια των δύο παράθυρων ήταν στοιβαγμένα βιβλία, κιτρινισμένες εφημερίδες, μολύβια και ένα σπασμένο καθρεφτάκι. Πάνω από το τζάκι οι τσαλακωμένες φωτογραφίες των παιδιών, η μια από την ημέρα του γάμου του γιου, ή άλλη από μια επίσκεψη της οικογένειας, χρόνια αργότερα με τα εγγόνια στην αγκαλιά του παππού και της γιαγιάς να κοιτάζουν το φακό όλο υπερηφάνεια. Το χωμάτινο πάτωμα ήταν καλυμμένο από φθαρμένα βαθυκόκκινα χαλιά, ενώ η οροφή πλαισιωνόταν από γυμνά δοκάρια που είχαν πρώτα αλειφτεί με πίσσα για να μην κινδυνεύουν από τους κοριούς. Στο τοίχο ήταν καρφωμένο ένα παλιό ημερολόγιο, σε μια άλλη πρόκα κρεμασμένο το παλτό του γέροντα, το μάλλινο σκουφί και η γκλίτσα του. Στην γωνιά ένα μπαούλο, πιο δίπλα ένα σκρίνιο χωρίς πορτόφυλλα.

Για μένα όλα αυτά αποτελούσαν έναν καινούριο κόσμο προκαλώντας μου πρωτόγνωρα συναισθήματα. Ακόμα και τώρα που μπαίνω στην διαδικασία να τα συναρμολογήσω ξανά στον νου μου, μεταδίδουν ένα αίσθημα οικειότητας με κάτι που έχει ήδη χαθεί, μια ανάμνηση ενός χώρου που αγάπησα, εγώ, ένα παιδί της πόλης που θέλησε να ρουφήξει με μανία τις εικόνες ενός παραμυθιού το οποίο για τους άλλους ήταν ήδη μια πραγματικότητα και μάλιστα απόλυτα ρεαλιστική. Δεν θα ξεχάσω ποτέ όταν άφησα διστακτικά το σπίτι και κατηφόρισα μόνος προς το ποτάμι. Ένιωσα για πρώτη φορά απόλυτα ελεύθερος, με το βουνό να με φρουρεί από πάνω μου και τα έλατα να σκαρφαλώνουν στην πλαγιά σαν πράσινα στρατιωτάκια. Ήταν μια παράξενη ηδονή, ένα σκίρτημα που από τότε έζησα σπάνια και ποτέ στον ίδιο βαθμό. Άφησα τον καλλιεργημένο κήπο και τις αναβαθμίδες με τα καλαμπόκια και τα σιτηρά, έστριψα δεξιά, δίπλα στο στάβλο και χάθηκα στις φυλλωσιές ακολουθώντας το νερό. Έφτασα σ´ έναν μικρό καταρράχτη, κι εκεί, αφού έβγαλα τα παπούτσια και το παντελόνι μπήκα ως τα γόνατα στο παγωμένο νερό. Όταν γύρισα πίσω ήμουν τόσο χαμένος στο όνειρο κι έτσι δεν άκουσα τον πατέρα μου που με φώναζε για να έρθω να φάμε. Η κυρά Κλεοπάτρα είχε φτιάξει πίτα. Με την πυροστιά απομάκρυνε την στάχτη και έβγαλε το ταψί από την φωτιά. Όταν φάγαμε είχε ήδη νυχτώσει. Βγήκα στην αυλή και με κυρίεψε ένα ακόμα αίσθημα: φόβος. Το σκοτάδι ήταν βαθύ και οι σκιές των δέντρων με προσκαλούσαν στον χορό τους με τον βοριά. Το φεγγάρι είχε κρυφτεί πίσω από το βουνό και τα άστρα είχαν σκορπίσει σ´ όλη την περιφέρεια σαν χρυσές χάντρες ενός σπασμένου περιδέραιου. Σαν σύνορο που φράζει την είσοδό μου στην φαντασμαγορική αυτή νύχτα, όπου όλα μπορούσαν να υπάρχουν, από άγριους λύκους και κουκουβάγιες, μέχρι ξωτικά και νεράίδες των δέντρων. Ήταν παράξενο να βρίσκεσαι στο μέσο ενός αλληγορικού κόσμου, πατώντας το πόδι από την μια στην σίγουρη σιλουέτα του πατέρα σου δίπλα στο τζάκι, την ώρα που γελούσε και έπινε το κρασί του και από την άλλη στην αδιόρατη κοσμογονία της φύσης όπου όλα επιτρέπονταν επειδή ήταν αόριστα. Εκείνη την νύχτα δυσκολεύτηκα να κοιμηθώ. Σκεπασμένος με βαριές φλοκάτες που με φαγούριζαν, δίπλα στο βαρύ σώμα του πατέρα μου, ακούγοντας από τις χαραμάδες τον αέρα και το τραγούδι του γκιώνη σαν να ήταν εκπλήρωση ενός οιωνού.

Το έχω σκεφθεί έκτοτε αρκετές φορές. Ένας άνθρωπος πλάθεται από το χώρο που ζει αλλά και από τον χώρο που φαντάζεται. Για μένα έπαιξε σπουδαίο ρόλο, λόγω της αθωότητας, ότι αντλούσα από το χώρο όλο τον μυστικισμό που έκρυβε, όλη την δύναμη του μύθου, ξαναγυρνώντας πίσω στην αρχέγονη κατάσταση του ανθρώπου, τότε που ήταν ακόμα ικανός να μετέχει στο θαύμα επειδή άφηνε τον εαυτό του ελεύθερο να δημιουργεί το θαύμα. Αργότερα ούτε κι εγώ ο ίδιος θα μπορούσα να επιστρέψω στην ίδια ψυχολογική κατάσταση, η αθωότητά μου θα είχε αφανιστεί από την συνειδητότητά, οι δρόμοι θα είχαν κλείσει και μόνο εκείνο το αίσθημα θα παρέμενε αναλλοίωτο, κρυμμένο καλά στην καρδιά μου.

I V

Ο Λάουθ πίστευε ότι το ποίημα είναι καθρέφτης ο οποίος, αντί να αντικατοπτρίζει τη φύση, απεικονίζει το άδυτο νου του δημιουργού του. Ο ποιητής αντικατοπτρίζεται μέσα στους στίχους του, γυμνώνεται και αναδύεται στο φως της αλήθειας που πρεσβεύει. Απαξιώνει την περιγραφικότητα, δουλεύει με υλικά που παραλλάσουν την πραγματικότητα, μεταδίδει νοήματα που έχουν αποσιωπηθεί. Αφομοιώνει τη ζωτικότητα ενός ξεχασμένου χώρου για να επιστρέψει στις ρίζες της μνήμης, δουλεύοντας προσεκτικά, όπως ένας μινιατουρίστας που σμιλεύει στωικά για να δημιουργήσει μια εικόνα. Το ποίημα δρα κατασταλτικά στην συνειδητότητα των ορίων, εξυψώνει τον άνθρωπο, τραγουδά την τύψη δίχως φόβο για συνέπειες, νηφάλια αγκαλιάζει όσους έπαιξαν και έχασαν. Η κορύφωση του ποιήματος είναι η ίδια του η πλοκή, ένα ταξίδι που καταλήγει στο αρχέγονο ρόλο του ποιητή να μιλά απλά και αληθινά και με την δύναμη της γλώσσας του να επιμένει στην επικοινωνία ακόμα κι αν δεν υπάρχει αποδέκτης. Το σάστισμά του αυτό, όταν βρίσκεται παρόν στην αναδημιουργία των πνευματικών του υλικών, προέρχεται από την συνειδητοποίηση της ρευστότητας της ζωής αλλά και από το κλειδί που κρύβεται στο λόγο του για να ξεκλειδώσει με συνέπεια, μες στη δημιουργία, το χαμένο υλικό της υπόστασής του. Ενάντιος της υπεραπλούστευσης γίνεται ο υμνωδός μιας λυρικής γλώσσας, μακριά από τις ασημαντότητες της καθημερινής ζωής. Πρόκειται λοιπόν για το πως αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας μέσα στον κόσμο και το αντίθετο, πως ο κόσμος οριοθετείτε μέσα από την δική μας πνευματική καλλιέργεια. Η θεωρία ενός βλέμματος που καλλιεργείται σταδιακά και γίνεται παρακαταθήκη μιας προσωπικής θεώρησης των πραγμάτων. Διαβάζουμε ποίηση γι´ αυτό ακριβώς τον λόγο. Για να αντλήσουμε δυνάμεις του φανταστικού σ´ ένα απέραντο μηχανισμό ποιητικών γεγονότων που θα μας δώσουν τη σιγουριά ότι μπορούμε μέσα από το σκοτάδι να αντλήσουμε φως.

Γιώργος Λίλλης

Εκτύπωση του άρθρου