Εκτύπωση του άρθρου
ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΠΟΥΡΑΣ

Σκέψεις για την ποίηση, τους ποιητές και την Ποιητική.
 
 
Στις 30 Ιανουαρίου 2009 συναντήθηκα με έναν φίλο, εξαιρετικό γνώστη της λογοτεχνίας κι ανταλλάξαμε απόψεις για το μυστήριο της ποιητικής δημιουργίας. Ένα βασικό θέμα που θίξαμε ήταν η εμπλοκή του «εγώ» του ποιητή στο προϊόν της λογοτεχνικής του διαδικασίας. Είναι ένα θέμα που με απασχολεί από την πρώτη στιγμή που μπήκα επαγγελματικά στην περιπέτεια της ποίησης. Το 1987 εκδόθηκε το πρώτο μου βιβλίο με τίτλο «Ο Πορφυρός Ήλιος του Έρωτα και του Θανάτου». Μερικοί άσπονδοι φίλοι λένε ότι είναι ίσως η καλύτερη ποιητική συλλογή μου, κι ότι θα έπρεπε να σταματήσω εκεί. Αυτό κι αν είναι κακία! Γελάω κάθε φορά που ακούω ή έρχομαι αντιμέτωπος με αξιολογικές κρίσεις που θεωρούνται θέσφατα. Για μένα η ποιητική γραφή είναι εκτός από αυτοψυχαναλυτική διαδικασία που συμβάλλει τα μάλα στην αυτογνωσία μου, μία επιτακτική «οργανική» ανάγκη, για να επιβιώσω και να υπάρξω «ευθυτενής κάτω απ’ τ’ άστρα». Έγραφα στο οπισθόφυλλο της ποιητικής μου συλλογής «Ψυχρόν Πυρ»:
 
Το ποίημα είναι μια υπόθεση σωματική.
Αναπαύομαι στις λέξεις
Όπως οι φακίρηδες στα καρφιά.
Το σώμα είναι ένας κώδικας.
Η γλώσσα ένας άλλος.
Αναζητώ για όλους μας
το δρόμο
όπου σώμα και ποίηση
γίνονται ένα.
 

Πολλές φορές ξυπνάω μέσα στη νύχτα, από ένα όνειρο με ιδιαίτερα αδρές «γραμμές», το οποίο δε σβήνει – ως συνήθως – μετά από μερικά λεπτά, και νιώθω την επιτακτική ανάγκη να το μεταγράψω ποιητικώς. Κάποια πράγματα λέγονται μόνο με τα ποιήματα:


Η ΦΥΤΡΩΜΕΝΗ ΣΤΕΓΗ
 

Ζουν μέσα σε ένα σπίτι μισογκρεμισμένο
Στη στέγη φύτρωσαν τσουκνίδες
Κι αυτοί επιμένουν να επιβιώνουν
σαν να μην άλλαξε τίποτα.
Τρώνε παλιά τηγανισμένα ψάρια
Από εκείνα που δεν θα καταδέχονταν ν’ αγγίξουν τα γατιά
Όσο κι αν πεινασμένα είναι,
Μαλώνουν τα παιδιά τους
Που δεν πάνε καλά στο σχολείο,
Ενίοτε συγκρούονται και πυροβολιούνται
Οπότε επεμβαίνει η αστυνομία
Και τους συλλαμβάνουν
Κάτι αγόρια ντυμένα χωροφύλακες,
Αθώα
Και μ’ ένα βλέμμα γυάλινο
Συμπαντικού καρναβαλιού.
Τα μαλλιά τους στάχυα ώριμα
Στιλπνά
Που γέρνουν στον ήλιο
Των διαφημίσεων από σωλήνες νέον
Πολύχρωμες.

- Διψάω για λίγο καθαρό αέρα.
Σιχάθηκα τα χαλασμένα χνώτα,
Τους καπνούς των τσιγάρων
Τα ποτά
Που μέθη δεν φέρνουν
Μόνο ένα άθλιο στομάχι
Που επιθυμεί
Να ξεράσει τον εαυτό του.
Τελικά, τι κάνουμε εδώ;
Ποιοι είμαστε; Πού πάμε;
Κάποιος μας έστειλε ίσως
Να εκπληρώσουμε μία αποστολή
Να επιτύχουμε έναν στόχο
Να φτάσουμε ένα σκοπό,
Όμως τα λησμονήσαμε όλα
Αμέσως μόλις χάιδεψε τ’ αυτιά μας
Το γλυκόλαλο τραγούδι των Σειρήνων.

Και ζούμε μέσα σε μουχλιασμένα σπίτια
Με τις οροφές να βουλιάζουν πάνω στο κεφάλι μας.
Στις στέγες φύτρωσαν τσουκνίδες
Και κάτι λυμφατικά γατιά
Ζητιανεύουν μία τσατσάρα.

 

Εδώ είναι φανερή η σουρεαλιστική υπέρβαση του Λόγου, της συνειδητής πλευράς της πραγματικότητας, όπως την αντιλαμβάνεται ο σύγχρονος εκπαιδευμένος και καλλιεργημένος «Δυτικός» άνθρωπος. Τα ερωτήματα που αναφύονται είναι τα εξής: πώς λειτουργεί το συνήθως αχρησιμοποίητο 90 τοις 100 του εγκεφάλου μας κατά την διαδικασία της ποιητικής παραγωγής; Γιατί βεβαίως, ως προϊόν της συνειδησιακής λειτουργίας το ποίημα δεν μπορεί να θεωρηθεί αποκλειστικά και μόνον προϊόν του λεγόμενου «υποσυνείδητου». Μήπως τότε είναι το αποτέλεσμα συνεργασίας της συνείδησης και του υποσυνείδητου του ποιητή με κάποια «υπερσυνείδηση», που οι αρχαίοι Έλληνες αποκαλούσαν Μούσα Ερατώ; Και πώς έρχεται κανείς σε επαφή με αυτή τη Μούσα; Τι είναι το ταλέντο και πώς βελτιστοποιείται το ποίημα με την συνειδητή «τεχνική» λειτουργία του Poeta Faber (του «ποιητή-τεχνίτη»); Αρκεί να είναι κανείς Poeta Vates («ποιητής προφήτης») για να παραχθεί ένα καλό ποίημα που θα διαρκέσει περισσότερο από τη βιολογική διάρκεια ζωής του δημιουργού του;

Κατ’ εξοχήν Poeta Vates θεωρώ τον Άγγελό Σικελιανό. Όμως τα ποιήματά του εκτός από «έμπνευση» διακρίνονται από μια στέρεη τεχνική, από ρυθμούς και μέτρα πολυποίκιλα, που με απογειώνουν σε άλλες σφαίρες εναλλακτικής αντίληψης της πραγματικότητας.

Κι εδώ σας δίνω το κλειδί της δική μου ποιητικής: ποιητικό είναι το κείμενο – είτε ποίημα είτε «πεζό» – όταν και μόνον όταν μας «στέλνει», μακριά από τα προβλήματά μας, μακριά από την «καθημερινή φροντίδα για τα μικροπράγματα, ή έστω για τα μεγάλα» (Γιώργος Σεφέρης, «Ένας γέροντας στην ακροποταμιά»). Σε αυτή την περίπτωση το «εγώ» είναι μόνο η βάση, η πρώτη ύλη, το «μάρμαρο» πάνω στο οποίο ο Πραξιτέλης θα σμιλεύσει το Ερμή (ή μήπως ο Ερμής θα σμιλεύσει τον Ερμή χρησιμοποιώντας το «χέρι» του Πραξιτέλη;). Οι εμπειρίες του ποιητή, οι σωματικές του μνήμες, τα τραύματα που είναι απωθημένα στο υποσυνείδητό του, αλλά και η μεγάλη ευτυχία να αισθάνεται για λίγα λεπτά ότι δημιουργεί κάτι αθάνατο… Όλα αυτά έχουν σχετικά μικρή σημασία. Το ζητούμενο είναι το ποίημα: να «λέει κάτι» στον αποδέκτη του. Να τον «στέλνει» σε άλλους γαλαξίες και μακρινά σύμπαντα, ανείπωτα και ανίδωτα από τα σύγχρονα τηλεσκόπια.

Όσο υπάρχει το Άγνωστο για την Επιστήμη και τη Φιλοσοφία, όσο το «γνώθι σαυτόν» είναι ανέφικτο, όσο ζούμε και πεθαίνουμε χρησιμοποιώντας – κατά μέσον όρον – το 10% του ανθρώπινου δυναμικού μας, όσο υπάρχουν άνθρωποι που ερωτεύονται και απογοητεύονται, όσο υπάρχει στις γλώσσες του κόσμου η λέξη «μυστήριο», Η ΠΟΙΗΣΗ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΑ ΖΩΝΤΑΝΗ, και οι ποιητές θα έχουν πάντα το δικό τους (περιορισμένο ή ευρύτερο) κοινό. Μέχρι τότε υπομονή και εργασία!
 
 Κωνσταντίνος Μπούρας
 


 

Εκτύπωση του άρθρου