Εκτύπωση του άρθρου


Σταυρούλα Χριστοδουλάκου, Όπου να ’ναι θα βρέξει

Απόπλους 2015

 

 Γράφει: ο Βαγγέλης Δημητριάδης


Το Όπου να ’ναι θα βρέξει είναι η πρώτη ποιητική συλλογή της Σταυρούλας Χριστοδουλάκου, εκπαιδευτικού που υπηρετεί σε σχολεία της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης στην Ικαρία. Στη συλλογή αυτή δεν περιλαμβάνεται καμιά προηγούμενη δημοσίευσή της (στο περιοδικό Απόπλους). Με τη νέα παραγωγή της η Χριστοδουλάκου αποκαλύπτει την προσωπική της περιπέτεια και τις θυμόσοφες σκέψεις της πάνω σε κοινωνικά θέματα της καθημερινότητας και όχι μόνο, μετακινούμενη με άνεση στο ευρύ βιωματικό χωροχρονικό πεδίο, η γκάμα του οποίου, οσάκις κριθεί απαραίτητο, εκτείνεται με τελείως αποδεκτές αναλογίες από το εγώ στο εμείς με την ευχέρεια που γενικεύεται ο υγιής υποκειμενισμός.

Ο διαχωρισμός των ποιημάτων της συλλογής σε τρεις διακριτές ενότητες μας δίνει τη δυνατότητα να μεταβούμε από τα νηπενθή του παρωχημένου έρωτα της «Σέπιας» στους επιγραμματικούς «Μετεωρισμούς», οι οποίοι σε χαμηλούς τόνους σχολιάζουν πικρόχολα και ενίοτε ειρωνικά όψεις των γύρω μας κακώς εχόντων. Η μετακίνηση καταλήγει εν τέλει στην τρίτη, ομότιτλη με τη συλλογή, εκτενέστερη ομάδα ποιημάτων («Όπου να ’ναι θα βρέξει»). Αυτή η ενότητα χαρακτηρίζεται από το διευρυμένο θεματικά περιεχόμενό της, όπου συγκεντρώνονται ζητήματα ύπαρξης, προβληματισμού για το επερχόμενο, και όπου πλανιέται αχνά η αισιοδοξία, εκκολάπτεται στα υπολείμματα της πυράς η αναδημιουργία, περιγράφεται το συλημένο από το χρόνο παρόν, συνιστάται η αμφισβήτηση και η αναζήτηση της αλήθειας, προτείνεται ως «βορά στην τρέλα το σαρκοφάγο γέλιο της λογικής». H Χριστοδουλάκου αποδέχεται τη μετακίνηση –τον ρου της ζωής– αφού η διαδοχή των πραγμάτων επέρχεται με αμείλικτη συνέπεια, αλλά η μετακίνηση, η πορεία, γίνεται οξύμωρα, «με τυφλά μάτια». Θεωρεί ότι η σωτηρία (της) θα έρθει από τη θάλασσα, που έχει πληρώσει την ύπαρξή της, αφού γύρω τριγύρω μόνο το μυθικό Ικάριο πέλαγος εκπέμπει τέτοιου είδους υποσχέσεις: «Μάρτυρας δεν θα υπάρξει / Θα ’ρθει απ’ τη θάλασσα / Να ομολογήσει την ομορφιά / Τότε ο άνθρωπος θ’ αναληφθεί ξανά / και θα καθίσει εκ δεξιών / Του ανθρώπου.

 Η προαναφερθείσα στα ποιήματα των «Μετεωρισμών» επιγραμματικότητα προβάλλει σε αρκετά από αυτά ένα δείγμα απειθάρχητου (καθ’ υπερβολήν του όρου) «ελληνικού χαϊκού», μιας φόρμας ικανής να διατυπώσει σύντομα και πρωτότυπα με απελεύθερο ποιητικό τρόπο την απέριττη σκέψη. Στους αιωρούμενους «Μετεωρισμούς» στηλιτεύονται η ανικανότητα των πολιτικών («Οι μεταξωτές κορδέλες τους αποδείχτηκαν φύκια / Να μύριζαν τουλάχιστον θάλασσα»), το άσκοπο των παρελάσεων και των επετείων, ο δεβαριεστισμός των Νεοελλήνων, το αβέβαιο μέλλον της παράδοσης, ο χαρακτήρας της μοναξιάς, ο τρόμος προ του θανάτου, τα ερωτήματα για τη μεταθανάτια ζωή, η τύχη της τέχνης: «Κι εσύ που λες πως κακοφόρμισε η τέχνη / Με ποιες αντισηπτικές λέξεις θα τη γιάτρευες;»

Με τα ποιήματά της η Χριστοδουλάκου δείχνει πως έχει θέσει υπό πλήρη έλεγχο τον κοινωνικό της περίγυρο. Όταν συγκινείται, δεν κλονίζεται συναισθηματικά. Σε μερικές περιπτώσεις δεν παραλείπει να μας διαμηνύει τις αντικομφορμιστικές της απόψεις για όσα εγγίζουν το είναι της.

Ο τίτλος της συλλογής υπονοεί το τέλος μιας άνομβρης περιόδου. Αλλά υπονοεί και την αναμονή, την επικείμενη έλευση της βροχής, η οποία θα ενεργοποιήσει την επανασύσταση των λειτουργιών της ζωής. Εκπομπή αισιοδοξίας λοιπόν παροχετεύεται διά του τίτλου. Η Χριστοδουλάκου απευθύνεται ευθαρσώς στο μέλλον από το οποίο αναμένει την δικαίωση των προσδοκιών της: «Η στιγμή για το μεγάλο βήμα έρχεται / [...] / Πρέπει γρήγορα ν’ αποφασίσεις / Γιατί όπου να ’ναι θα βρέξει».

Τα ποιήματα της συλλογής σχεδόν στο σύνολό τους είναι ολιγόστιχα. Διακρίνονται για τη ρεαλιστική σαφήνεια, τον ουσιαστικό λόγο –διφορούμενο όταν κριθεί απαραίτητο– και την απλότητά τους. Ιδίως μέσα στο πλαίσιο των τριών εσωτερικών ενοτήτων λειτουργούν συμπληρωματικά και συνθέτουν έναν ενιαίο οργανικό ιστό.

Έκδηλα αποτελεσματική για το τελικό «προϊόν» η εικονοπλαστική διάθεση προσπαθεί να βελτιώσει την όποια πραγματικότητα και να την αναγάγει σε εύσχημο πίνακα ζωγραφικής. Η σεμνή, εν μέσω ενός συνεχώς αναδευόμενου μουσικού κυματισμού, έκφραση του ποιητικού λόγου εκφέρεται και κυκλοφορεί με το ανάλογο ενιαίο ύφος. Ο ρυθμός βρίσκεται σε συνάφεια με το περιεχόμενο και η ανάγνωση αποκτά ενδιαφέρον έστω και αν απουσιάζει εντελώς, για το χατίρι της λιτότητας, η στίξη. Η Χριστοδουλάκου με την πρώτη της εμφάνιση δείχνει πως έχει βρει τα πατήματά της στην τέχνη της ποίησης.

Πυθαγόρειο Σάμου, 18-4-2015

Β. Δημητριάδης

Εκτύπωση του άρθρου
    Error trying to connect to memcache