Εκτύπωση του άρθρου

Σ’ αυτή τη στήλη, η Παυλίνα Παμπούδη επιλέγει  ποιητικές συλλογές από την πρόσφατη ελληνική παραγωγή, προσθέτει λίγο αλάτι, και τις αφήνει να αυτοπαρουσιαστούν. Δηλαδή, παίρνει μίνι «συνεντεύξεις» από τους στίχους τους, καθώς πιστεύει ότι αυτοί είναι οι κατά ύλη και κατά πνεύμα αρμόδιοι να δώσουν το στίγμα του δημιουργού τους. Και οι στίχοι απαντάνε ευθαρσώς, με δικά τους λόγια.


ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΚΟΡΥΒΑΝΤΗ Μυθογονία, Μανδραγόρας

Η αστείρευτη πηγή των μύθων αρδεύει το έδαφος και η φερτή ύλη από την  εντρύφηση στα βιβλία γονιμοποιεί τα ποιήματα της Κωνσταντίνας – τα οποία, αν και ακόμα μισά μέσα στο αυγό τους, είναι γεμάτα ευδιάκριτα  σκιρτήματα πρωτογενούς «ποιητικότητας».

ΕΡ: Με τι τρόπο έχετε γραφτεί;

Κάπως έτσι θα μάζευε τα κομμάτια / από το σχισμένο υφαντό της / μπροστά στην οργή της Εργάνης // Για την ασέβεια / της αναμέτρησης και της αναπαράστασης / Μία ζωή κρεμασμένη στο νήμα. (Αράχνη)

ΕΡ: Τι είναι για τη δημιουργό σας η ιστορία της γραφής;

Σου είπε μαζί ως τον κίτρινο ύπερο / σκέφτηκες ηδύτητα, ηδύτητα / μπερδεύοντας απόλαυση και εργασία (…) (Μέλισσα)

ΕΡ: Τι προσπαθείτε να πείτε;

Για να βγεις από το κάδρο / χρειάζεται μόνο να βρεις τον τρόπο // ίσως δαγκώνοντας με δύναμη / την κορνίζα.

ΕΡ: Έχετε κάποια δήλωση να κάνετε;

ΣΕ ΚΑΘΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ, / ΑΣ ΠΙΟΥΜΕ ΣΤΗ ΣΦΑΙΡΙΚΗ ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ –
 

ΣΤΕΛΛΑ ΓΕΩΡΓΙΑΔΟΥ, Αμφίβια εγώ, Γαβριηλίδης

Το μότο του βιβλίου μας θυμίζει ποιο είναι το (πιθανολογούμενο) βάρος της ψυχής:  Εικοσιένα μόλις γραμμάρια αιθέριας ύλης  

Και ποιο άραγε είναι το βάρος της αιθέριας ύλης της ποίησης μείον το βάρος του λόγου (δηλ. του σώματος); αναρωτιέται ίσως η Στέλλα Γεωργιάδου, καταθέτοντας μια ποίηση απώλειας και απολογισμών. Την ονομάζει αμφίβια - όμως αυτή κινείται κυρίως σε γήινα πεδία ρεαλισμού.

ΕΡ: Πώς σας βλέπει η δημιουργός σας;

Άλλοτε ησυχαστήρια / συχνά δεξαμενές ωρίμανσης / κάποτε κενοτάφια /τα συρτάρια (…)

ΕΡ: Σε τι την βοηθάτε στη ζωή της; Τι σκέφτεται για σας;

Ομήρους κρατώ / το ποίημα και το όνειρο / και δε φοβάμαι / τους ανταλλάσω πάραυτα / ελάχιστα τα λύτρα που ζητάω.

ΕΡ: Πώς ξετυλίγεστε στο νου της;

Ένας χορός / ωχ / ένας χορός κλαίει / βαδίζει / τα μάτια χαμηλά / σέρνει το πόδι / το σκοτάδι / βαριά πατά / ωχ/ μεθά λυγίζει (…)

ΕΡ: Πώς ξεκίνησε να γράφει;

Φταίω / και το’ ξερα από νωρίς / από τη μέρα /που τα πουλιά τραγούδησαν τον έρωτα / κι εγώ τα πρόσβαλα / μιμούμενη τους ήχους τους.

ΕΡ: Δίνετε κάποιο μήνυμα στους αναγνώστες της ποίησης;

Μην τεμαχίζετε αμέσως / περιμένετε / ποτέ δεν τρώγονται ζεστά / τα προϊόντα της απώλειας.

 

ΑΝΝΑ ΓΡΙΒΑ Έτσι είναι τα πουλιά, Γαβριηλίδης

Έτσι είναι και η ποιήτρια, όπως τα πουλιά: συνθέτει ψυχάγωγα μέλη με ανάλαφρους, ηδείς και οξείς κελαηδισμούς – όπως ακριβώς, φυσικά και αβίαστα, τραγουδά ένα πουλί. Οι στίχοι της είναι απόηχοι παιδικών κλαμάτων, που απαλύνθηκαν και καθαγιάστηκαν στην αγάπη.

ΕΡ: Τι την βασανίζει ως παιδί;

Ρωτά αν χάνονται / οι λέξεις στον αέρα / ή αν γίνονται άγγελοι / ώσπου να βρουν το στόχο τους.

ΕΡ: Τι την βασανίζει ως ενήλικα;

Μόλις πέσει το σκοτάδι / ένα κεράκι περπατάει στο βουνό / δεν το κρατά κανένα χέρι / δεν το φυσά καμιά πνοή.

ΕΡ: Πώς σας αποκαλεί μυστικά;

Άπιαστο πουλί /των σωθικών μου.

ΕΡ: Πώς αντιμετωπίζει το λευκό χαρτί, πριν σας γράψει; Ως τοίχο;

Ο τοίχος είναι λευκός / αν κάνεις ένα σάλτο / μπαίνεις στο τίποτα.

ΕΡ: Τι πιστεύει;

Θαμμένοι είμαστε βαθιά / στα θεμέλια της ψυχής μας / έτσι στεριώσαμε το σώμα μας.

 

ΧΑΡΙΛΑΟΣ ΝΙΚΟΛΑΙΔΗΣ Αλεπού στον αυτοκινητόδρομο, Μελάνι

Ποιήματα σαν γκράφιτι – θα μπορούσαν να έχουν γραφτεί και στους τοίχους . Ακαριαία, παιγνιώδη, χαριτωμένα, ερωτικά κι ερωτευμένα με τους αντικατοπτρισμούς τους. Γραμμένα με την φιλοσοφία  του παίζειν και του πεττεύειν. 

ΕΡ: Γιατί γραφτήκατε;

…Έτσι ο Χάρρυ το λιοντάρι έφτιαξε ένα  υπέροχο κελί / έξω από το οποίο φυλάκισε όλον τον κόσμο!

ΕΡ: Είσαστε συχνά αισιόδοξα;

Ό,τι λάτρεψες θα χαθεί μαζί σου. /Χαμογέλα! / Δεν θα φύγεις με άδεια χέρια.

ΕΡ: Είσαστε συχνά μελαγχολικά;

Δεν θα σε δω σήμερα. Θα κλειστώ στο δωμάτιο. / και θα χαρίσω ό,τι έχω στους φτωχούς. / εξάλλου, θα τα ξόδευα όλα σε ποιήματα. (Απεξάρτηση)

ΕΡ: Είσαστε συχνά λίγο ασεβή;

Ο έρωτας. / Το αρχιπέλαγος. Καλύψαμε τα βασικά. (Οδυσσέας Ελύτης).

 

ΓΕΩΡΓΙΑ ΚΟΛΟΒΕΛΩΝΗ, Μελάνι στον ουρανίσκο Μελάνι

Ποιήματα αθώα αλλά με αποτύπωμα ευδιάκριτο, βαθιάς προσήλωσης στην τέχνη της ποίησης. Πυκνά, υποφωτισμένα, σαν ασπρόμαυρα ενσταντανέ βουβής ταινίας. Ή σαν υπότιτλοι - πολλές φορές ασυγχρόνιστοι με την εικόνα, πολλές φορές σε άλλη, ξένη γλώσσα. Η ποιήτρια τα προβάλλει, έκπληκτη και η ίδια, απορροφημένη και η ίδια από την πλοκή που απλώνει εκτός γραφής, σε κινηματογραφικό χρόνο.

ΕΡ: Τι σκέφτεται για σας η δημιουργός σας;

Θα πίστευες πως τα ποιήματα / με σώματα γράφονται;

ΕΡ: Τι την «εξαναγκάζει» στην γραφή;

Μέσα της χιονίζει λέξεις.

ΕΡ: Πώς άρχισε την γραφή σας;

Ακροπατώντας στη σελίδα / έψαχνα / τα κρυφά νοήματα μιας συνουσίας /φωνημάτων.

ΕΡ: Είσαστε πολύ νεαρά ποιήματα. Γιατί έχετε μαυρίσει τόσο κιόλας;

Το πένθος ξέρει καλά να εισχωρεί / σε αθώα αντικείμενα.

ΕΡ: Ποια είναι η ενοχή σας, ποια είναι η έπαρσή σας;

Είναι που θέλεις να ’σαι ποιητής / σε κόσμο ανυπεράσπιστο / που όλο το μελάνι το χρωστάει / του θανάτου.

 

ΠΕΤΡΟΣ ΓΚΟΛΙΤΣΗΣ Η σάρκα των προσωρινών Γαβριηλίδης

Υψιπετής, υπαρξιακή ποίηση, που κατεργάζεται με αγωνία και δέος νοήματα άλλου μεγέθους, επιχειρώντας να εξηγήσει ανεξήγητα να χαρτογραφήσει το χάος, ν’ αφήσει ίχνη στο πυκνοκατοικημένο τώρα. Είναι μεγάλη η απόσταση που ο ποιητής έχει καλύψει από το ανυπεράσπιστο: «…Σε ποια σειρά τις λέξεις να βάλω; /σαν ράφια λευκά αιωρούνται στον χρόνο / ούτε στηρίζονται ούτε στηρίζουν…» (Η ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΧΑΡΤΙΟΥ, 2009), καθώς και από το ακόμα πάναγνο «…Τώρα μαζεύονται τα χελιδόνια μες στο ποίημα / όχι στον τόπο που τα φέρνεις – στο μυαλό σου / αλλά εδώ «ελάτε πίσω χελιδόνια / /μου παίρνουν το χαρτί μου και πετούν…» (ΤΟ ΤΡΙΒΕΙΟ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ, 2013).

ΕΡ: Πώς αντιμετωπίζει ο δημιουργός σας τώρα την ύπαρξή του και τη δική σας;

Κι εσύ… ένας ακόμη… είσαι / μια προεξοχή του υπαρκτού / ένα τράβηγμα της ύλης προς τα μέσα / τάχα βολεύτηκες σε σχήματα που αλλάζουν / μέχρι και χρώμα απέκτησες, συνάντησες / το φως που αναβοσβήνει κόσμους / -κι εσύ κι ένας ακόμη τίποτα- / στην πέτρα που γυρίζει / τόσοι που χάθηκαν τόσοι θα ’ρθουν / από τα πριν χαμένοι, σκόρπισες / σε χωροχρόνους που αγνοείς κι αλλάζουν.

ΕΡ: Τι σας φοβίζει; Τι θέλετε να αναμεταδώσετε;

Γυρίζουνε τα κόκαλα μέσα στη γη / αλέθονται / φυτρώνουν δέντρα εδώ κι εκεί / στάχυα πετάγονται απ’ τα μάτια / μάτια που είδαν θάλασσα / μάτια που αδειάσαν κόσμο.

ΕΡ: Έχουν ανταπόκριση τα ερωτήματα που θέτει η ποίηση;    

(…) Με περιφρόνηση ο θεός απήντησε: «Από μένα / νομίζεσαι πιο τυχερός; Μέχρι κι εμένα / με σέρνει η μορφή μου…»

 

 

Εκτύπωση του άρθρου
    Error trying to connect to memcache