Εκτύπωση του άρθρου

 


 


Η λέξη «ταυτότητα» είναι αρχαία ελληνική, την συναντούμε από τον 4ο π.Χ αιώνα στον Αριστοτέλη,  με αρχική της σημασία την «ταύτιση» σύμφωνα με το λεξικό της πρόθεμα «ταυτό»,  δηλαδή  «το αυτό», δηλαδή «το ίδιο»… Από τότε αρχίζει και η δημόσια συζήτηση, που συνεχίζεται έως τις μέρες μας, γύρω από την αμφισημία αυτής της λέξης, καθώς ενώ η ταυτότητα κάποιου δηλώνει τα χαρακτηριστικά που τον διαφοροποιούν από τους άλλους, δηλώνει παράλληλα και την απόλυτη ομοιότητα του, «το αυτό»,  με άλλον ή άλλους.  Όμως έτσι είναι οι αρχαίες ελληνικές λέξεις: εννοιολογικά πολυσήμαντες και πολύπλοκες, πρόθυμες να διαιωνίζονται μεταλλασσόμενες στη συνεχή εξέλιξη τους.  Σήμερα πλέον μια ταυτότητα μπορεί να είναι απλά φυλετική, εθνική, γλωσσική, πολιτιστική, πολιτική, ιδεολογική, σεξουαλική, επαγγελματική, αστυνομική…  Αλλά, και ποιητική; Υπάρχουν σαφή κριτήρια που στοιχειοθετούν τα χαρακτηριστικά  της ποιητικής ταυτότητας;  Και αν ναι, προκύπτουν αυτά από μια πραγματικότητα, από τη φαντασία  ή από την ανθρώπινη  ανάγκη να συντάσσει ορισμούς και να οριοθετεί;

Η ποίηση είναι  το αρχαιότερο λογοτεχνικό είδος. Αναπτύχθηκε ιδιαίτερα στην Αρχαία Ελλάδα υπό την προστασία των Μουσών  για να τιμήσει  θεούς, να αφηγηθεί κατορθώματα ηρώων, να εκφράσει συναισθήματα χαράς και λύπης,  να υμνήσει τη ζωή της υπαίθρου, να δραματοποιήσει ή να διακωμωδήσει την ανθρώπινη πραγματικότητα. Στους αιώνες που ακολούθησαν από τον Όμηρο μέχρι τις μέρες μας  η ποίηση δεν σταμάτησε ποτέ να τραγουδιέται, να απαγγέλλεται και να γράφεται εκφράζοντας εποχές, λαούς πολιτισμούς  και πάθη. Το μέγεθος και ο πλούτος της ποιητικής αυτής κληρονομιάς κινητοποίησε και κινητοποιεί ακόμη γραμματικούς, λογοκριτές και νομοθέτες να την διαχειρίζονται κατά την επιστήμη τους με απώτερο στόχο την διάσωση, τον προσδιορισμό και την ερμηνεία της. Έτσι κυκλοφορούν κάποιες ειδολογικές ταυτότητες της, όπως: επική,  λυρική, βουκολική, ελεγειακή,  δραματική, εκκλησιαστική, δημοτική, ρομαντική,  μοντέρνα, μεταμοντέρνα… Το  θέμα όμως είναι ότι δεν συμφωνούν όλοι οι μυημένοι θεωρητικοί με τις κατά καιρούς κατηγοριοποιήσεις και κωδικοποιήσεις τους, με αποτέλεσμα να  δημιουργείται μια γενικότερη σύγχυση και αμηχανία σε ποιητές και φίλους της ποίησης.

Ιδιαίτερα οι ποιητές βρίσκονται σε δύσκολη θέση όταν κατά τις επιταγές της εκάστοτε νεωτερικότητας αισθάνονται την υποχρέωση  να δηλώνουν ταυτότητα,   ενώ  οι ίδιοι δεν έχουν απαντήσει στο κατά βάθος ερώτημα τους «ποιος είμαι». Και πώς να απαντήσει ένας  ποιητής στη θεμελιώδη αυτή απορία όταν σε όλη του τη διαδρομή από τη μια του πλευρά μοιραία ταυτίζεται με το «αυτό» της ποιητικής συντεχνίας, από την άλλη  διαφοροποιείται λόγω της υποκειμενικής  του διάστασης. Πιστοποιεί η ταυτότητα του «Εθνικού» ποιητή τον Σολωμό, η ταυτότητα του «Αλεξανδρινού» τον Καβάφη, η ταυτότητα του «Ηλιάτορα» τον Ελύτη, του «Ελληνιστή» τον Σεφέρη, του «Αριστερού» τον Ρίτσο, του «Θαλασσινού» τον Καββαδία;…   Η ποιητική ταυτότητα δεν μπορεί ποτέ να είναι μονοδιάστατη, απλή  ή διαχρονικά δεδομένη,   γιατί η ίδια η ποίηση αποποιείται  ορισμούς και όρια, απεριόριστη σε μορφή και ουσία, διαρκώς μεταβαλλόμενη  στην αιώνια ροή της.  Η ρευστότητα όμως χαρακτηρίζει παράλληλα και τη διαδρομή του ποιητή και την πολυπλοκότητα της εποχής του. Πώς γίνεται να είναι ο ποιητής το ίδιο πρόσωπο στις διαφορετικές χρονικές στιγμές της ζωής του ή να είναι η γραφή του αμετάτρεπτη και αμετάβλητη όταν διαρκώς πειραματίζεται με το αόριστο και ανείπωτο  των καιρών του.

 «Οι ποιητές όλων των εποχών έχουν λάβει μέρος στη συγγραφὴ ἑνὸς Μεγάλου Ποιήματος σε αέναη εξέλιξη», έχει πει ο  ρομαντικός Σέλλεϋ. Σε μια συνεχή διαδικασία εξέλιξης βρίσκεται και ο ποιητής  κατά τη συγγραφή  του δικού του αποσπάσματος που φιλοδοξεί να προσφέρει  στο Μεγάλο Ποίημα. Η μορφή  της ταυτότητας του στις διαφορετικές στιγμές αυτής της πορείας δεν μπορεί να είναι στερεότυπη ενώ η ίδια η πραγματικότητα του μετατρέπεται. Όταν το  ποιητικό Εγώ επιλέγει συχνά να εκφράζεται ως «εσύ», «αυτό», «εμείς», «αυτοί», ταυτίζεται προφανώς με τον  «άλλον» όμοιο του. Αυτή η ταύτιση ωστόσο δεν του στερεί τη δυνατότητα να αναπτύσσει κάποια σταθερά χαρακτηριστικά τα οποία τον διακρίνουν από τους άλλους της συντεχνίας. Είναι  αυτά τα χαρακτηριστικά  που διαφοροποιούν μεταξύ τους τον Σολωμό, τον Καβάφη, τον Ελύτη, τον Σεφέρη, τον Ρίτσο, τον Καββαδία… Οι μεγάλοι ποιητές κάθε εποχής προσδιορίζονται από το ιδιότυπο σύνθετο της ατομικής και συλλογικής συνείδησης τους. Είναι αυτό το αμάλγαμα που συγκροτεί και ορίζει τον ποιητικό Εγώ  κατά την ταύτιση του με τους «ομοίους» του  αλλά και τον διαχωρισμό του από αυτούς. Είναι η υποσυνείδητη ταυτότητα του ποιητή που τον προτρέπει να αλλάζει  χωρίς όμως να παύει να είναι αυτός που είναι.

Μάρω Παπαδημητρίου




Ο Κλαζομένιος φιλόσοφος Κέφαλος επισκέπτεται την Αθήνα, όπου συναντά τους αδελφούς του Πλάτωνα, Γλαύκωνα και Αδείμαντο. Ζητά από τον Αδείμαντο πληροφορίες για τον ετεροθαλή αδελφό τους, Αντιφώντα, ο οποίος έχει στοιχεία για τον περίφημο διάλογο μεταξύ Σωκράτη, Παρμενίδη και Ζήνωνα, που είχε διεξαχθεί μισό αιώνα πριν, γύρω στο 450πΧ. Ο Κέφαλος συναντά στη συνέχεια τον Αντιφώντα, ο οποίος ανα-διηγείται λεπτομερώς τον διάλογο που είχε μάθει από τη διήγηση του Πυθόδωρου, φίλου του Ζήνωνα, στο σπίτι του οποίου είχαν καταλύσει ο 65χρονος Παρμενίδης και ο 40χρονος Ζήνωνας κατά τα Μεγάλα Παναθήναια.

    Το ένα δεν θα είναι ταυτό ούτε με το έτερο ούτε με τον εαυτό του, 
    ούτε μπορεί να είναι έτερο του εαυτού του ούτε έτερο του ετέρου….

Κύριο θέμα του αινιγματικού Πλατωνικού διαλόγου είναι «η φύση του Ενός». Το πρώτο από τα δύο μερή του διαλόγου αρχίζει με αφορμή την ανάγνωση ενός έργου του Ζήνωνα, όπου αποδεικνύει ότι η υπόθεση ότι υπάρχουν πολλά οδηγεί στην αντίφαση ότι τα πράγματα είναι ταυτόχρονα όμοια και ανόμοια. Στη συνέχεια, ο 19χρόνος, άσημος τότε, Σωκράτης τολμά να υποστηρίξει μπροστά στους δυο αυτούς ονομαστούς φιλόσοφους τη δική του πρωτοεμφανιζόμενη «θεωρία των ιδεών», μιλώντας ειδικά για τις ιδέες της ομοιότητας και της ανομοιότητας. Η συζήτηση περί των ιδεών γενικεύεται, οδηγώντας πράγματι ο Παρμενίδης σε μεγάλη δυσκολία τον Σωκράτη όσον αφορά το μετέχειν των αισθητών πραγμάτων στις ιδέες. Το δεύτερο μέρος του διαλόγου είναι ίσως το πιο συμπυκνωμένο Πλατωνικό κείμενο, όπου η συλλογιστική διαδικασία έχει τέτοιο βαθμό δυσκολίας και τόση πολυπλοκότητα όρων και εννοιών, ώστε οι περισσότεροι των φιλοσόφων είτε να το αγνοήσουν ή να το θεωρήσουν απλό παίγνιο. Σε αυτό το μερός, ο Παρμενίδης αναλαμβάνει να καταδείξει τις συνέπειες που προκύτουν από την υπόθεση ότι το Ένα υπάρχει στη σχέση του με τον εαυτό του και στη σχέση του με τα άλλα, καθώς και της υπόθεσης ότι το Ένα δεν υπάρχει. Οι υποθέσεις είναι συνολικά εννέα και έχουν κατατμηθεί σε εννέα περισσότερο εστιασμένες υποθέσεις, όπου οι πέντε πρώτες εξετάζουν τι συμβαίνει αν το Ένα υπάρχει και οι υπόλοιπες τέσσερις, αν το Ένα δεν υπάρχει.

Στο παρακάτω απόσπασμα (139b5- 138e6) από την 2η εκ των εννέα υποθέσεων,  ο φιλόσοφος Παρμενίδης αναλύει τις έννοιες «ταυτότητα» και «ετερότητα», εξετάζοντας τη σχέση του Ενός με τον εαυτό του. Σε ενα είδος ποιητικής διαλεκτικής όπου κυριαρχεί το παράδοξο των αντιθέσεων, ο Πλάτωνας φαίνεται να αποδεικνύει ότι εκτός από μεγάλος φιλόσοφος είναι και ποιητής. Αλλά, τι είναι τελικά το Ένα; Ας το αναζητήσουμε. Γιατί αν αυτό αγνοούμε, τι μπορούμε να λέμε περί ταυτότητας και ετερότητας.

« Το ένα δεν θα είναι ταυτό ούτε με το έτερο ούτε
 με τον εαυτό του, ούτε μπορεί να είναι έτερο
του εαυτού του ούτε έτερο του ετέρου.

Αν ήταν έτερο του εαυτού του θα ήταν έτερο του ενός
και δεν θα ήταν ένα.  Και αν ήταν ταυτό με το έτερο
θα ήταν εκείνο, και δεν θα ήταν το ίδιο.

Επομένως ούτε θα μπορούσε να είναι έτσι όπως είναι,
δηλαδή ένα, αλλά θα ήταν έτερο του ενός.
Επομένως δεν θα είναι ταυτό με το έτερο ή έτερο
του εαυτού του.

Έτερο επίσης του ετέρου δεν θα είναι, όσο είναι ένα.
Γιατί δεν ταιριάζει στο ένα να είναι έτερο κάποιου,
αλλά μόνο στο έτερο του ετέρου, και σε κανένα άλλο.

Επομένως στην κατάσταση του να είναι ένα δεν
θα είναι (το ένα) έτερο.
Αλλά εάν δεν είναι σε αυτήν την κατάσταση, δεν
θα είναι στον εαυτό του
|και αν δεν είναι στον εαυτό του δεν θα είναι το ίδιο.

Το ίδιο (το ένα) αν δεν είναι με κανένα τρόπο έτερο,
δεν θα είναι έτερο κανενός. 
Ούτε όμως θα είναι το ίδιο με τον εαυτό του.

Δεν είναι η φύση του ταυτού η ίδια με τη φύση
του ενός.
Γιατί όταν κάτι γίνει ταυτό με κάτι, δεν γίνεται ένα.

Όταν γίνει κάτι ταυτό με τα πολλά, αναγκαία γίνεται
πολλά, αλλά όχι ένα.

Αλλά αν το ένα και το ταυτό δεν διαφέρουν καθόλου,
όποτε κάτι γινόταν ταυτό, θα γινόταν πάντα ένα
και όποτε θα γινόταν ένα, θα γινόταν ταυτό.

Επομένως αν το ένα είναι ταυτό με τον εαυτό του,
δεν θα είναι ένα ως προς τον εαυτό του.

Και έτσι αν είναι ένα δεν θα είναι ένα.
Αυτό όμως είναι αδύνατο.
Επομένως είναι αδύνατο και όσον αφορά το ένα
να είναι έτερο του ετέρου ή ταυτό με τον εαυτό του.

Έτσι το ένα δεν μπορεί να είναι έτερο ή ταυτό
ούτε με τον εαυτό του ούτε με το έτερο.»

Ερμηνευτική προσέγγιση
Ως έτερα ορίζονται εκείνα ανάμεσα στα οποία υπάρχει σχέση ετερότητας. Κάτι μπορεί να είναι άλλο ως προς το ένα, αλλά αυτό το ίδιο (το άλλο του ενός) λέγεται έτερο καθώς εξετάζεται η σχέση του με τα υπόλοιπα και όχι με το ένα. Δηλαδή δεν μπορεί να υπάρχει σχέση ετερότητας ανάμεσα στο ένα και σε κάτι άλλο. Το ένα δεν μπορεί να συμμετέχει σε καμία σχέση ετερότητας. Άρα ούτε στη σχέση με τον εαυτό του ούτε στη σχέση με το άλλο το οποίο εδώ αποκαλείται έτερο, επειδή εξετάζεται σε μια σχέση ετερότητας, μπορεί να είναι το ένα έτερο. Το επιχείρημα αυτό μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τον αποκλεισμό και των δυο σχέσεων ετερότητας (και προς τον εαυτό του και προς το έτερο). Για τον αποκλεισμό όμως της πρώτης σχέσης ετερότητας αρκεί ένα απλούστερο επιχείρημα: αν το ένα ήταν έτερο του εαυτού του δεν θα ήταν ένα. Η τακτική αυτή του Παρμενίδη μοιάζει με τις διαλεκτικές εφόδους του Σωκράτη, κατά τις οποίες ξεκινά η απόδειξη μιας θέσης από ένα απλό επιχείρημα, αλλά επειδή αυτή η απόδειξη ενίοτε δεν αρκεί για την απόδειξη μιας ευρύτερης θέσης (που περιλαμβάνει την πρώτη) αναγκάζεται να χρησιμοποιήσει ένα ισχυρότερο επιχείρημα, το οποίο θα ήταν επαρκές και για την απόδειξη της πρώτης θέσης. Αυτή η τακτική διαφωτίζει τη διαλεκτική μέθοδο, αφού δείχνει ότι δεν υπάρχει εκ των προτέρων μια έτοιμη απόδειξη, αλλά προκύπτει είτε από τις αντιρρήσεις των συνομιλητών (πχ. Φαίδων)  είτε από την εξελικτική ροή του ίδιου του του λόγου (όπως στο παρόν χωρίο).

Όπως η σχέση ετερότητας συνδέει δυο πράγματα, όπου το καθένα ονομάζεται έτερο, έτσι και η σχέση της ταυτότητας συνδέει δυο πράγματα, το ταυτό με το ταυτό. Ποιο μπορεί να είναι ταυτό με τον εαυτό του; Οι ιδέες, όπως η στάση και η κίνηση που είναι ταυτές με τον εαυτό τους (Σοφιστής). Αντίθετα, στον κόσμο των αισθητών λόγω της τυχαιότητας των συμβεβηκότων ποτέ δεν είναι κάτι ταυτό με κάτι άλλο ούτε καν με τον εαυτό του, καθώς μεταβάλλεται συνεχώς μες στο χρόνο. Όπως η ιδέα του αγαθού υπερβαίνει όλες τις άλλες όντας άλλης φύσεως από αυτές, έτσι και το ένα έχει άλλη φύση από το ταυτό που χαρακτηρίζει όλες τις υπόλοιπες ιδέες. Συνοψίζοντας: στα αισθητά ισχύει η σχέση της ετερότητας αλλά όχι η σχέση της ταυτότητας. Στις ιδέες ισχύει η σχέση της ταυτότητας καθεμιάς με τον εαυτό της (καθώς παραμένουν αμετάβλητες μες στο χρόνο) και η σχέση ετερότητας καθεμιάς με τις άλλες. Στο ένα δεν ισχύει ούτε η σχέση της ταυτότητας ούτε η σχέση της ετερότητας.

Μετάφραση – Σχόλια: Άννα Γρίβα – Μάρκος Δενδρινός


                                                       θα τραγουδήσουμε στο άπειρο του παρόντος    

Στο μανιφέστο του μετα-φουτουρισμού, το 2009, ο Franco Berardi ιεραρχεί τα βασικά στοιχεία της ποιητικής ταυτότητας του μετα-μέλλοντος: ειρωνεία, τρυφερότητα, εξέγερση. Τα στοιχεία της ταυτότητας του ποιητή προσδιορίζονται από έννοιες όπως ζεστασιά, φαντασία, μοναδικότητα…  Η ποίηση γίνεται μια γέφυρα πάνω από την άβυσσο του κενού ενώ η τέχνη στο σύνολό της μια δύναμη που αλλάζει τη ζωή. Η δύναμη της (μαζικής) επικοινωνίας και των μέσων της ανήκει στους ποιητές και πρέπει να επιστραφεί σε αυτούς. Οι τελευταίοι εξισώνονται με τους σοφούς μέσα από μία κατά το μάλλον ή ήττον νεορομαντική θεώρηση.                   

Στο τελευταίο άρθρο ο Ιταλός θεωρητικός αποκρυσταλλώνει την ταυτότητα του κινήματος: Θα τραγουδήσουμε στο άπειρο του παρόντος  εγκαταλείποντας την ψευδαίσθηση ενός μέλλοντος. Μια τέτοια απομελλοντοποίηση του μέλλοντος προϋποθέτει μάλλον και την αποπαρελθοντοποίηση του παρελθόντος. Το μουσείο αντιστρατεύεται τη ζωή, όπως θα προσυπέγραφε ίσως εκατό χρόνια πριν ο Marinetti, ή η γραφή την ομιλία όπως θα πρότεινε μάλλον ο Lacan. Αλλά και η τελευταία τη σιωπή, που τόσο προσιδιάζει σε αυτήν τη μόνη βέβαιη ταυτότητα, του θανάτου, όπως τον ορίζει ο Γ. Θ. Βαφόπουλος (Επιθανάτια και Σάτιρες, 1966).

Ο ΜΕΓΑΣ ΩΝ

Ο θάνατος υπάρχει. Είναι ο μεγάλος πατέρας,
που μας φύτεψε στη μήτρα της ανυπαρξίας.
Είναι ο δίδυμος αδελφός, που πορεύεται μαζί μας.
Μας εγκαταλείπει μέσα στη νύχτα και πορεύεται.
Ξανάρχεται στη μέρα και πορεύεται πάλι μαζί μας.

Ο θάνατος φορεί ένα μονάχα προσωπείο.
Το δίδυμο προσωπείο της νύχτας και της μέρας.
Είναι ο τέλειος κύκλος. Ο μεγάλος καταρράκτης.
Μας πλημμυρίζει και τον πλημμυρίζουμε.
Είναι η πλατιά γέφυρα, που ζευγνύει την παρουσία
με την απουσία. Που ταυτίζει την ύπαρξη
με την ανυπαρξία. Ο μέγας θαυματοποιός.
Η αρχή και το τέλος. Η αναπαλλοτρίωτη αλήθεια.
Ο θάνατος συμπυκνώνεται στον εαυτό μας.

Ας καθήσουμε τώρα γύρω στο στρογγυλό τούτο τραπέζι,
εσείς που φύγατε και μείνατε για πάντα μαζί μας
κ' εμείς που μετατρέψαμε την απουσία σας σε παρουσία.
Στον μεγάλον αυτό κύκλο του θανάτου, δεν ξέρουμε
ποιοι θα είναι οι παρόντες και ποιοι οι απόντες.
Δεν ξέρουμε καν όλοι αν είμαστε παρόντες
ή όλοι απόντες. Ο θάνατος μάς διαπερνά,
μας δένει σ' ένα στεφάνι, που τ' αγκάθια του
την κοινή αίσθηση του πόνου μάς δίνουν.

Ας κοιταχθούμε στα μάτια. Θα ιδούμε ο ένας
το είδωλο του άλλου: το κοινό είδωλο του θανάτου.
Ας ψηλαφήσουμε τα χέρια μας. Θα αισθανθούμε
της αγάπης το ρίγος: το κοινό ρίγος του θανάτου.
Ας φιληθούμε στα χείλη. Θα νοιώσουμε τη γεύση
όχι του τελευταίου ασπασμού, αλλά της πρώτης
πνοής: την κοινή γεύση από το φίλημα του θανάτου.

Αλληλούια, αλληλούια, δόξα σοι ο Θεός.
Θεός γαρ ο θάνατος και θάνατος ο Θεός μου.

Θάνατος; Ποιος τον σκεφτόταν καθώς φτάναμε στη Νάπολη, μετά από μια βροχερή και κρύα διαμονή στη Φλωρεντία; H ημέρα ήταν  θερμή. Η πόλη έλαμπε. Το ιστορικό κέντρο και οι εργατικές συνοικίες. Στο βάθος ο κόλπος του Σορέντο. Θυμάμαι πως την ίδια ευφορία ένιωσα όταν από την τακτοποιημένη Ολλανδία επισκεπτόμουν την πολύβουη Αμβέρσα. Κυκλοφοριακό χάος. Ένα αίσθημα χαρούμενης αναρχίας, όπως και τώρα, τόσο δικό μας. 

Έξω από τον σταθμό του μετρό, που το 2012 ανακηρύχθηκε ως ο ωραιότερος στην Ευρώπη, ο Καβαλάρης του Τολέδο του William Centridge. Ποια να είναι η ταυτότητα του αγάλματος; Είναι ο ιδρυτής της Καμόρα, όπως ο θρύλος το θέλει; Ή μήπως (και) ο ήρωας εκείνος ο καταγόμενος από το βασίλειο του Τολέδο επίσης, όπως και ο συγγραφέας του άλλωστε που είχε υπηρετήσει στο ισπανικό εκστρατευτικό σώμα στη Νάπολη; Ή/και οποιοσδήποτε άλλος που ένα έργο τέχνης σου επιτρέπει να σκεφτείς καθώς αποκαθαίρει τα παλαιά σύμβολα;  Σκέφτομαι πάνω σε μια αυτόνομη, αυτόφωτη αξία που δεν αποζητεί τη νομιμοποίηση του παρελθόντος. Κάτι πραγματικά καινούριο. Το μετα-παρελθόν, ίσως;           

Σύνδρομο Σταντάλ: έτσι ονόμασε το 1989 η Graziella Margherini το φαινόμενο της ψυχολογικής κατάρρευσης που μπορεί να προκαλέσει η υπερβολική δόση  (αναγεννησιακής) τέχνης. Δεν σου αρέσει η Φλωρεντία, διαμαρτυρήθηκαν στην παρέα. Ασφαλώς και μου άρεσε. Αλλά η Νάπολη είχε και κάτι ακόμη: μια κατάφαση της ζωής.

Σάρα Θηλυκού


                                                 

Το φύλο των αγγέλων υπήρξε ένα φλέγον θέμα, που προκάλεσε επί αιώνες  θυελλώδεις συζητήσεις και μεγάλους πονοκέφαλους. Kάποτε,  λύθηκε. Αν θυμάμαι καλά, αυτό έγινε στα περιθώρια κάποιας Οικουμενικής Συνόδου (της Ε΄ θαρρώ), όπου, οι Πατέρες της Εκκλησίας απεφάνθησαν τελεσίδικα ότι οι άγγελοι είναι αρσενικοί. Δεν υπήρχε περίπτωση να είναι θηλυκοί – εφόσον δεν ήταν ακόμα σίγουρο το αν οι γυναίκες είχαν καν ψυχή.

 Έτσι, δια της εις άτοπον, αποδείχθηκε ότι οι άγγελοι ανήκουν στο ισχυρό φύλο στο οποίο, όπως είχε αποφασιστεί λίγο νωρίτερα, ανήκε και ο Θεό. (Κι εκεί είχε δημιουργηθεί ένα πρόβλημα, αλλά κουκουλώθηκε εγκαίρως: Ενώ στο Α΄ κεφάλαιο της Γένεσης (Α,27) ο Θεός δηλώνει προς στιγμήν αμφίφυλος και, φυσικά, κάνει και τον άνθρωπο αμφίφυλο: «…και εποίησεν ο Θεός τον άνθρωπον· κατ’ εικόνα Θεού εποίησεν αυτόν άρσεν και θήλυ εποίησεν αυτόν.», αμέσως, στο Β΄ κεφάλαιο (Β΄, 22), προβαίνει στη γνωστή χειρουργική επέμβαση- « …και ωκοδόμησεν ο Θεός την πλευράν ήν έλαβε από τον Αδάμ εις γυναίκα και ήγαγεν αυτήν προς τον Αδάμ…»!

Οι Ο΄, δηλαδή, επαναλαμβάνουν τη σκηνή της Δημιουργίας, κατά πολύ βελτιωμένη και με περισσότερη δράση, με σκοπό να σωθεί πάσει θυσία ο ανδρισμός του Θεού, αλλά και του «Ανθρώπου» (ευελπιστώντας ότι δεν θα δοθεί ιδιαίτερη σημασία στην αντιφατικότητα αυτής της παραγράφου ως προς την προηγούμενη, μέσα στις χιλιάδες των παραγράφων).

Είχαν δίκιο οι Πατέρες της Εκκλησίας. Κανείς ποτέ δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία…

Την ίδια στάση κράτησαν και οι Πατέρες της Λογοτεχνίας. Κι εδώ υπήρξε παλαιόθεν ένα ακριβώς παρόμοιο, άνευ ουσίας μπέρδεμα, που κι αυτό απέβη, βεβαίως, εις όφελος του ισχυρού φύλου.

Η πρωτογενής δημιουργία θεωρήθηκε, ως αυτονόητο, ότι ανήκει στον αρσενικό Άνθρωπο  - έστω και ανάπηρο. (Εντάξει, η αποσπασμένη πλευρά του, αν τυχόν είχε παρόμοιες ενασχολήσεις, έκανε μεν κι αυτή ό, τι μπορούσε, αλλά, εφόσον  δεν ήταν ακόμα σίγουρο πως έχει καν ψυχή, η τυχόν παραγωγή της δεν ήταν συγκρίσιμη. Κατά καιρούς, βεβαίως, προέκυπταν αντιδράσεις και αντιρρήσεις, οπότε, το ζήτημα ακόμα συζητείται στις Φιλολογικές Συνόδους.)

Ας αντιπαρέλθουμε αυτή την πρώτη ζαβολιά με το φύλο του  Θεού, ας αντιπαρέλθουμε και την επόμενη, με το φύλο των αγγέλων, κι ας επικεντρωθούμε στο κυρίως θέμα μας, που αφορά στο φύλο του δαίμονα της Λογοτεχνίας.

Για τις φυλετικές ταυτότητες των αγγέλων και του Θεού, δεν μπορώ να έχω άποψη. Μπορώ όμως να καταθέσω (για πολλοστή φορά), την άποψή μου, για την ταυτότητα της Λογοτεχνίας.

Ε, λοιπόν, δεν έχει!

Η  Λογοτεχνία, δεν είναι ούτε αντρική ούτε γυναικεία ούτε παιδική ούτε γκέι. Είναι, απλώς, κατά περίπτωση, καλή, μέτρια ή κακή.

Αυτός που την υπηρετεί, ούτως ή άλλως, καθώς είναι ταυτόχρονα και ο δημιουργός και ο πρωταγωνιστής και οι κομπάρσοι και ο παρατηρητής και ο σχολιαστής του κόσμου του, οφείλει να αλλάζει αδιάκοπα φύλο, ηλικίες και περσόνες – μάσκες τραγωδίας, καρνάβαλου, εντάφιες, παιχνιδιού, ληστείας...

Κι αν επιμένουμε να χρησιμοποιήσουμε κώδικες φύλου, μπορούμε να προσθέσουμε πως ο δαίμονας της Λογοτεχνίας διαθέτει, εκτός των άλλων, και ένα απίστευτο αριθμό νοητών αναπαραγωγικών οργάνων– προς γονιμοποίηση ή προς απλή ευχαρίστηση. (Ο εξοπλισμός του αυτός περιγράφεται ως Η κατάρα και η ευλογία του δώρου του Λόγου.)

Άρα, η Λογοτεχνία είναι πανηδονήστρια. Εκδίδεται δε και συνουσιάζεται αμερόληπτα, ανεξαρτήτως του φύλου των συγγραφέων και των αναγνωστών, κατά τις επιθυμίες, και κατά το μέτρο των δυνατοτήτων του καθενός.

Σχέδιο με μελάνι-κείμενο: Παυλίνα Παμπούδη


Σελιδοποίηση-εικονογράφηση: Κατερίνα Μαμάη

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Εκτύπωση του άρθρου