Εκτύπωση του άρθρου

WILLIAM BUTLER YEATS



Τέσσερα ποιήματα


Mετάφραση Γιώργος Βαρθαλίτης.



ΟΙ ΑΓΡΙΟΙ ΚΥΚΝΟΙ

Τα δέντρα το φθινόπωρο είναι ωραία,
τα μονοπάτια είναι ξερά.
Τον ουρανό στου Οκτώβρη το λυκόφως
αντιφεγγίζουν  τα νερά·
στη λίμνη τη γεμάτη μες τις πέτρες
πενήντα  κύκνοι είναι κι εννιά.

Το δέκατο ένατο φθινόπωρο ήρθε
στα μέρη ετούτα τα ίδια·
πριν τους μετρήσω, στα φτερά τους βλέπω
να υψώνονται όλοι αιφνίδια
 με βοή, και να σκορπίζουν σε μεγάλα
σπασμένα δαχτυλίδια.

Είναι η καρδιά μου πικραμένη, αφού είδα
τα πλάσματα τα λαμπερά.
Όλα απ’ τη δύση αλλάξανε, που ακούοντας
στην όχθη αυτή πρώτη φορά
ψηλά τον χτύπο των φτερών τους, γίναν
τα βήματά μου μου πιο ελαφρά.

Ανέμελα ζευγάρια ακόμα πλέκουν
μαζί στο παγωμένο ρέμα
ή ανέρχονται στον αέρα, στην καρδιά τους
δεν πάγωσεν ακόμη το αίμα,
γιατί το πάθος κι η αρπαγή, όπου πάνε
καρφώνουν πάνω τους το βλέμμα.

Αλλά στ’ ακίνητο νερό κυλάνε,
μυστήριο τώρα κι ομορφιά·
πλάι σε πια λίμνη ή κρήνη, σε ποια βούρλα
θα χτίσουν μέσα τη φωλιά
και θα τους καμαρώσουν  σαν ξυπνήσω
και δω πως πέταξαν μακριά;

Η ΓΑΤΑ ΚΑΙ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ

Η γάτα πήγε εδώ κι εκεί,
με πάνωθέ της το φεγγάρι,
την πιο στενή του συγγενή,
που γύριζε σαν το κουβάρι.
Κι όπως η γάτα εκεί αλυχτούσε
κάρφωσε τη Σελήνη με το βλέμμα,
τι το καθάριο φως των ουρανών
τάραξε το ζεστό της αίμα.
Και τρέχει η Μιναλού στη χλόη
σηκώνοντας το πόδι αβρό.
Χορεύεις, Μιναλού, χορεύεις;
Τι πιο τερπνό από το χορό
σαν τέτοιοι συγγενείς συναντηθούν;
Μπορεί να μάθει το φεγγάρι,
αν τους  αβρούς του τρόπους βαρεθεί,
μιας νέας στροφής τη χάρη.
Η Μιναλού κυλιέται στο χορτάρι
σε μέρη φεγγαρόφωτα γοργή
και πάνω της η ιερή Σελήνη
πήρε μια νέα μορφή.
Γνωρίζει πως οι κόρες των ματιών της
θα πάνε από τη μια αλλαγή στην άλλη,
γεμάτες πρώτα κι ύστερα μισές,
κι από μισές γεμάτες πάλι;
Κυλιέται στο χορτάρι η γάτα,
σοφή, σπουδαία και μονάχη,
στην αλλαγή του φεγγαριού τα μάτια της
στραμμένα τα ‘χει.


ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ


Αυτή δεν είναι χώρα για τους γέρους.
 Αγκαλισμένοι νέοι, πουλιά στα δέντρα
- ετούτες οι φθαρτές γενιές-  γεμάτες
με ψάρια θάλασσες, θηράματα και σάρκες 
υμνούν  ο, τι γεννιέται και πεθαίνει κι όλοι,
στην μουσική πιασμένοι των αισθήσεων,
του αγέραστου νου τα μνημεία καταφρονούνε.

Ο γέρος είναι κάτι τιποτένιο,
ένα κουρέλι  πάνω στο μπαστούνι,
εκτός κι αν η ψυχή χειροκροτήσει,
και μ’ όλη την πνοή της τραγουδήσει
για κάθε σκίσιμο στο γήινο ένδυμά της.
Κι αυτό  δεν είναι ωδείο αλλά μελέτη
πια των μνημείων του δικού της μεγαλείου.
Για αυτό ταξίδεψα στις θάλασσες και πήγα
στην Άγια πολιτεία  του Βυζαντίου.

Σοφοί στην Άγια μέσα φλόγα του Θεού,
σαν τα χρυσά ψηφιδωτά του τοίχου,
βγείτε απ’ την Άγια φλόγα και στροβιλιστείτε,
και μάθετε τραγούδι την ψυχή μου.
Κάψτε την άρρωστη απ’ τους πόθους της καρδιά μου,
και στο θνητό και τ’ άγνωστό της ζώο δεμένη,
και συγκεντρώστε με όλον
μες το τεχνούργημα της αιωνιότητας.

Κι έξω απ’ τη φύση,  δεν θα ξαναπάρω
από τη φύση την ενσώματη μορφή μου
 αλλά μορφή καθώς αυτές που φτιάχνουν
οι Έλληνες χρυσοχόοι με μάλαμα και σμάλτο
για να κρατήσουν ξύπνιο κάποιον βασιλέα·
ή βάζουν σε χρυσό κλαδί να τραγουδήσει
στους άρχοντες και τις κυρίες του Βυζαντίου
για αυτά που πέρασαν, περνούνε και θα ‘ρθούνε».

ΜΙΑ ΜΑΚΡΟΠΟΔΑ ΜΥΓΑ

Ο πολιτισμός να μη βουλιάξει
και να μη χαθεί η μεγάλη μάχη,
το  σκυλί σωπάστε, το πουλάρι
δέστε το μακριά απ’ τη ράχη.
Είναι ο καίσαράς μας στη σκηνή του
κι είναι οι χάρτες ανοιχτοί και πάλι.
Στο κενό τα μάτια του καρφώνει,
η παλάμη κάτω απ’ το κεφάλι.
Σαν μακροπόδα μύγα στο ποτάμι
Κινείται το μυαλό του στη σιωπή.

Οι μεγάλοι πύργοι να καούνε
κι η όψη σου στην μνήμη να γραφτεί,
όσο δύνεσαι πιο αβρά περπάτα
στο δωμάτιο μοναχή.
Πιο πολύ παιδί παρά γυναίκα,
βλέπει πως κανείς δεν την κοιτάζει.
‘Ένα βήμα που έχει αρπάξει
απ’ τον δρόμο δοκιμάζει.
Σαν μακροπόδα μύγα στο ποτάμι
Κινείται το μυαλό της στη σιωπή.

Για να βρουν στην ήβη τα κορίτσια
τον Αδάμ βαθιά στη σκέψη,
κλείστε του παρεκκλησιού την πόρτα,
κάποιος τα παιδιά ας μαζέψει.
Στις ψηλές επάνω σκαλωσιές
Πιο σιγά κι απ’ ό, τι οι ποντικοί,
ο Μιχαήλ Άγγελος,
το να χέρι στρέφει εδώ κι εκεί.
Σαν μακροπόδα μύγα στο ποτάμι
Κινείται το μυαλό του στη σιωπή.



ΣΗΜΕΙΩΜΑ.

Ο  ιρλανδός Γέητς (1865-1939) ήταν ο ποιητής που ανανέωσε την αγγλόγλωσση ποίηση του καιρού του. Στα ποιήματά του πνέει ένας, άλλοτε αψύς κι άλλοτε δροσερός, θαλασσινός άνεμος που διασκεδάζει όλη την βαρεία ρητορεία του αγγλόγλωσσου λυρισμού. 

Ο πρωτότυπος τίτλος του ποιήματος «Οι άγριοι Κύκοι» είναι «»The wild Swans at Coole».Το Βυζάντιο στον Γέητς συμβολίζει το αιώνιο κόσμο της τέχνης, έναν κόσμο μακριά από επίγεια ταραχή των παθών. Η «μακροπόδα Μύγα», ένα από τα τελευταία ποιήματα του Γέητς, διερευνά, καθώς υπογραμμίζει ο Daniel Albright, το μυστηριώδες βάθος, από όπου εκπηγάζουν οι μεγάλες πράξεις,  σαν αυτές που επιτέλεσαν ο Καίσαρας, η Ελένη, κι Μιχαήλ Άγγελος.

Εκτύπωση του άρθρου