Εκτύπωση του άρθρου

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΥΑΚΟΣ


Η παρούσα δημοσίευση του αποσπάσματος από το ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΦΥΡΑ του Δημήτρη Λυάκου γίνεται με την ευκαιρία της έκδοσης της αγγλικής μετάφρασης With the people from the bridge, μεταφρασμένο από τη Shorsha Sullivan, Shoestring Press, Nottingham 2014). Το βιβλίο θα κυκλοφορήσει στα Ελληνικά την άνοιξη του 2015 από τις εκδόσεις Τυπωθήτω.


ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΦΥΡΑ
(απόσπασμα)

Ειχε ηδη νυχτωσει οταν περασα στην αλλη μερια του σταθμου και βγηκα στο δρομο. Εβρεχε ακομη, λιγο. Θα τους εβρισκα σε μια απ’ τις αψιδες κατω απ’ τη γεφυρα, οπως μου ειπε. Θα εβλεπα φως. Εφτασα απ’ εξω, περιμενα. Περιμεναμε. Μας ανοιξαν, μπηκαμε. Μας εδωσαν απο ενα χαρτι. Μεσα εβλεπες μεχρι ενα σημειο, σκοταδι μετα. Καθησα στους αλλους αναμεσα, κατω στο χωμα. Δεκα περιπου, καποιοι απ’ αυτους με σκυλια. Αριστερα γκρεμισμενος ο τοιχος. Αλλοι δυο απο εκει. Τρεις. Ψηλα απεναντι μπλε, δεξια πρασινο φως κι ασπρες λαμπες που κρεμονταν πεντε η εξι απ’ το ταβανι ακριβως απο πανω μας αναμμενες εκτος απο μια. Στη μια ακρη οι γυναικες. Τρεις γυρω από ενα κομμενο βαρελι, αλλη μια εφερνε εφημεριδες. Εσκισαν μερικες και τις εριξαν μεσα. Φωτια. Εσβησε. Παλι. Οταν πηγαν για λιγο κοντα στον τοιχο απο πισω τους σχεδον δεν τις εβλεπες, ηταν τα ρουχα η το φως που το εκανε να φαινεται ετσι. Κι ανοιγοκλειναν συνεχεια τα ματια, σα σπασμοι που κατεβαιναν μεχρι το στομα - εκτος απο αυτη αριστερα που ηταν μαλλον νεοτερη. Τωρα αυτος που περναει μπροστα τους γυμνος απ’ τη μεση με ενα σπασμενο τουβλο η πετρα; στο χερι, κι ερχεται προς τα εδω. Ενα σημαδι σα λεξη στο στηθος του απ’ το λαιμο κατεβαινοντας. Καθεται κατω, παιρνει δυο ξυλα, καρφωνει,  εφτιαξε ενα σταυρο. Τον μπηγει στη λασπη. Διπλα ενα μπουκαλι κι ενα ποτηρι. Πιο πισω ενα αμαξωμα αυτοκινητου μισοθαμμενο, χωρις πορτα μπροστα. Στο καπο ενα κασετοφωνο και μια τηλεοραση, το παρμπριζ σκεπασμενο με μια λαμαρινα. Μια γυναικα βγαινει απ’ το αυτοκινητο. Πριν δε φαινοταν καθολου, σα να ηταν αδειο. Σα μασκα απο χωμα απ’ τη μυτη και κατω, το στομα μολις που φαινεται. Μπαινει μεσα ξανα, σερνει μπροστα ενα ξυλινο σκεπασμα. Τραβαει να κλεισει αλλα δε μπορει εντελως. Παλιοσιδερα γυρω. Εξαρτηματα. Κι ενας ακομα που περπαταει εκει αναμεσα, ερχεται κι αυτος προς τα εδω. Γερασμενος, σκισμενο πουλοβερ, ενα βιβλιο στο χερι και μεσα κατι χαρτια. Στο χαρτι που μου εδωσαν τεσσερα ονοματα: Αφηγητης – αυτος που κραταει το βιβλιο. Σα Βιβλος. Ανοιγοκλεινει το κασετοφωνο. Βομβος. Παει και βοηθαει τις γυναικες. Κι αλλες εφημεριδες, Χορος - οι γυναικες. ΛΓ - λιγο πιο πισω, κατι καρφωνε παλι. ΝCTV - αυτη στο αυτοκινητο. ΛΓ, ΝCTV. Αυτα ηταν τα ονοματα. Τιτλος: NCTV. Καπως ετσι θυμαμαι το ονομα του σταθμου. Νυκτοβο. Οχι. Νυκτιβο. Νιχτοβο. Οχι. Ενας αλλος βομβος, πιο δυνατος, συνεχομενος απ’ την ωρα που μπηκα. Κασετοφωνο. Αφηγητης. Ανοιγοκλεινει, φευγει, ερχεται παλι ανοιγει τη Βιβλο, σκιζει απο μεσα και παει και κολλαει τις σελιδες στον τοιχο δεξια, τη μια διπλα στην αλλη. Μετα περιμενει. Περιμενει. Με την πλατη γυρισμενη σχεδον. Απ’ τη μια κι απ’ την αλλη μερια σταυροι με σπρευ στο τσιμεντo. Ερχεται εδω να διαβασει. Αφηγητης. Σβηνουν επανω τα φωτα.
 

 και δια παντος νυκτος
  και ημερας εν τοις μνημασι
  και εν τοις ορεσιν ην κραζων
  και κατακοπτων εαυτον λιθοις.
  ιδων δε τον Ιησουν απο
  μακροθεν εδραμε
  και προσεκυνησεν αυτον,
  και κραξας φωνη μεγαλη
  λεγει΄ τι εμοι και σοι, Ιησου
  υιε του Θεου του υψιστου;
  ορκιζω σε τον Θεον,
  μη με βασανισεις.
  ελεγε γαρ αυτω΄ εξελθε το
  πνευμα το ακαθαρτον εκ του
  ανθρωπου. και επηρωτα αυτον’
  τι ονομα σοι; και απεκριθη
  λεγων΄ λεγεων ονομα μοι,
  οτι πολλοι εσμεν.

Γυριζει και κανει νοημα στις γυναικες να αρχισουν. Αρχιζουν ολες μαζι.

  Εχεις καιρο να βγεις απο δω. Καθεσαι μεσα και
  περιμενεις. Μερικες φορες σα να ακουγεται
  η ετσι νομιζεις. Σου φανηκε,
  οπως βγηκες εξω και πηγες στην πορτα.
  Τιποτα. Ζεις ομως με αυτο. Καθε μερα το ιδιο

Σταματουν, κοιταζονται μεταξυ τους και γυρω
     
                                                            μερικες φορες περισσοτερο.
                                      σα φωνες καπως, περιπου. Ειναι μεσα σου.
  
  Αυτο. Μετα ομως ερχεται η μερα που βγαινουν
  τους περιμενεις στο σπιτι. Την ιδια μερα καθε φορα.
  Καμια φορα το πρωι οταν ξυπνας ειναι σα να εχεις κολλησει
  και να ξεκολλας απο πανω τους. Θελεις να μεινεις λιγο ακομα
  δε θελεις να σηκωθεις. Γυριζεις κοιταζεις δεξια αριστερα
  μηπως ηρθαν. Οχι.
  Δεν εχουν ερθει. Σηκω ομως
                                  σημερα ειναι.
  Σημερα. Σηκω.
  Αλλος ενας χρονος που περασε και θα

Σταματουν αποτομα, μερικα δευτερολεπτα, ξανα, ποιος ειναι αυτος;

  ειμαστε παλι μαζι.
  Λιγες ωρες ακομη. Μετα θα κοιμηθουμε, θα ξυπνησουμε
  θα περιμενουμε. Θα κοιμηθουμε.
  Θα ξυπνησουμε. Θα περιμενουμε.
  (...)



Το «ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΦΥΡΑ» είναι το δεύτερο μέρος της τριλογίας Poena Damni του Δημήτρη Λυάκου. Το έργο έχει δημοσιευθεί σε προηγούμενη εκδοχή το 2001 με τίτλο "Νυκτιβόη".


Εκτύπωση του άρθρου