Εκτύπωση του άρθρου

ΣΟΦΙΑ ΚΟΛΟΤΟΥΡΟΥ

 

ΑΡΝΗΣΙΚΥΡΙΕΣ 
 
Εχει παλιώσει από καιρό η φωτογραφία,
κι ήσουν δεν ήσουν στα εικοσιοχτώ.
Κανείς δεν φανταζόταν την κηδεία,
το μέλλον δεν φαινόταν ζοφερό,
στα νιάτα μας υπήρχε αθανασία.
 
Περάσαμε τα πρώτα καλοκαίρια,
που μοιάζανε τα πάντα δυνατά,
και στέλναμε ευχές στα πεφταστέρια
για γέλια, για ευτυχία και χαρά,
που γλίστρισαν, σαν άμμος απ’ τα χέρια.
 
Και γύρισαν τα χρόνια σαν κλεψύδρα,
και γράφω, με τους στίχους μου κλισέ,
για Ρόδο, Σαντορίνη και για Υδρα,
τα τετριμμένα, που τ’ ακούμε βερεσέ,
ζητώντας να ριμάρουν με τη Σκύδρα.
 
Μου τέλειωσαν κι οι λέξεις και η ρίμα
και μένει μόνο η λύπη και το σοκ
(- Τι νέος! Και πως πέθανε;  - τι κρίμα..
και άκουγε σκυλάδικα, όχι ροκ !  
Η ασθένεια θερίζει, κι άλλο θύμα… ) 
 
Το ποίημα αυτό δεν ήθελα να γράψω,
δεν το σκεφτόμουν καν στα δεκαεννιά.
Και τώρα δεν μπορώ ούτε να σε κλάψω.
Δεν είσαι εσύ, είν’ όλη μια γενιά,
που θα ‘πρεπε πρωθύστερα να εγγράψω.
 
Αρχίζουνε οι πρώτες απουσίες,
και γράφει στα μελλούμενα η εκδρομή,
τον ίσκιο τους τον ρίχνουν οι ηλικίες,
σε κείνο που προσμέναμε να ‘ρθει,
και ματαιώσαν οι αρνησικυρίες.
 
Στη νιότη μας ανάβουμε κεράκι,
κι αφήνουμε παράθυρο ανοιχτό,
του άλλου κόσμου να ‘ρθει τ’ αεράκι.
Για χρόνια αυτό το ποίημα στο χρωστώ,
ησύχασε,  ψυχούλα , Σωτηράκη. 
 

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΑΥΤΟΧΕΙΡΑ
Στον Robin Williams
 
                                                                       Ποιος να τα βάλει με τη θλίψη
                                                                                                    όσο αντιστέκεσαι νικάει
                                                              
  Παύλος Παυλίδης, Αλλάζει πρόσωπα η θλίψη

 

Δεν μας σοκάρει ο θάνατος μυρίων 
σ’ ακραία των πολέμων καθεστώτα 
και καταγράφουμε, των βασανιστηρίων 
τα θύματα ως σκέτα “γεγονότα”.
Είμαστε αιμοδιψή και βίαια όντα
κι έχουμε μόνο μια απαράβατη συνθήκη:
σε βρίσκει ο θάνατος, μ’ αρρώστια ή από σπόντα, 
μα ν’ αφαιρέσεις τη ζωή σου, δεν σου ανήκει.
 
Όλες συναίνεσαν σε τούτο οι θρηκείες 
κι όλα τα δόγματα, τα ρεύματα της σκέψης:
πείνα ν’ αντέχεις και στερήσεις, κακουχίες
σε μια μελλούμενη εικόνα να πιστέψεις
κι ό,τι κι αν τύχει έτοιμος να ‘σαι, να παλέψεις
να μετατρέψεις κάθε ήττα σου σε νίκη
και το παιχνίδι ως το τέλος να το παίξεις,
μα ν’ αφαιρέσεις τη ζωή σου, δεν σου ανήκει.
 
Όλη συναίνεσε της Δύσης η κουλτούρα,
που υποχρεώνει, θες δεν θες, στην ευτυχία.
Γύρισ’ ελεύθερος, σαν πεταλούδα ή σβούρα
και κατανάλωσε ό,τι βρίσκεις, για ευωχία.
Με σκέψη πάντα θετική (τι κωμωδία! )
αγόρασ’ ό,τι βλέπεις στην προθήκη.
Είσαι κυρίαρχος, σου ανήκει η ευδαιμονία
μα ν’ αφαιρέσεις τη ζωή σου, δεν σου ανήκει.
 
Ω φίλοι, δεν ακούτε; Του αυτοκτόνου
τα σωθικά ηχούν, κραυγή ουρανομήκη
κι όλο σπαράζουν κι είν’ η ένταση του πόνου
που θ’ αφαιρέσει τη ζωή του, που του ανήκει! 
 
ΚΟΚΚΙΝΟ ΚΑΙ ΜΑΥΡΟ
 
Μία ρουλέτα η ζωή μας ήταν πάντα,
πότε στα ύψη, πότε κάτω στο κενό,
πότε καλό χαρτί σου έρχεται κι αβάντα
πότε με μπλόφα κοροιδεύεις το κοινό.
Πέφτεις στο χώμα, ακουμπάς τον ουρανό,
πότε υπερέχεις, πότε αφήνεσαι στη ζήλεια
κι ο ένας καχύποπτα κοιτά τον διπλανό
και περιμένουμε το που θα κάτσει η μπίλια.
 
Η Ντάμα Κούπα κάθε μοίρα μας ορίζει
στερνή μας τύχη δείχνει πια ο μπαλαντέρ.
Πόνταρε, κόσμε, έλα τώρα που γυρίζει
του πεπρωμένου μην κι αλλάξεις το κοντέρ.
Στη μηχανή της Ιστορίας το μοτέρ
άναψε ήδη και πηγαίνει με τα χίλια.
Στις επικίνδυνες σκηνές μας κασκαντέρ
και περιμένουμε το που θα κάτσει η μπίλια.
 
Η αγωνία μας τυλίγει, η αδρεναλίνη
κι είναι ο τζόγος μες το αίμα που κυλά.
Μες το μανίκι σου τρεις άσοι έχουν ξεμείνει
και στη σκακιέρα σου φωνάζουνε “ρουά! ”
Τα ζάρια πέσαν και σκορπίσαν χαμηλά,
οι στρατηγοί σου φεύγουν γι’ άγνωστα βασίλεια.
Μα εμείς εδώ, μ’ ανακατώματα τρελά
θα περιμένουμε το που θα κάτσει η μπίλια.
 
Πρίγκηπες, αριβίστες, όλοι στην αρένα
- αφήστε όμως στους απέλπιδες μια γρίλια
μια χαραμάδα και για τ’ όνειρο σε μένα -
κι ας περιμένουμε το που θα κάτσει η μπίλια.

 

Εκτύπωση του άρθρου