Εκτύπωση του άρθρου

MARGARET ATWOOD

 

Τρία Ποιήματα Για Γάτες
(από τη συλλογή «The Door», 2007)

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ:  ΜΑΡΙΑ ΤΣΑΤΣΟΥ

 

Ο Μπλάκυ στην Ανταρκτική

Υπεραστικό τηλεφώνημα από την αδελφή μου:
Κοιμήσαμε το Μπλάκυ.
Αθεράπευτη ασθένεια. Απίσχνανση. Υπέφερε.
Όλοι με σπασμένη την καρδιά.
Σκέφτηκα ότι θα ήθελες να τον θάψεις η ίδια
μου λέει κλαίγοντας.
Γι’ αυτό τον τύλιξα σε κόκκινο μεταξωτό
και τον έβαλα στην κατάψυξη.

Ω Μπλάκυ, μ’ αυτό το αυταπόδεικτο, άτεχνο όνομα,
που σου δώσανε κάτι κοριτσάκια,
μαύρε γάτε που πηδούσες από στέγη σε στέγη
με το σκουφάκι και την ποδίτσα μιας κούκλας,
Ω εσύ, πανούργο είδωλο με γούνινη μουρίτσα
που ανέχτηκες λατρεία κι ατσαλοσύνη οδυνηρή,
χωρίς πολλά γρατζουνίσματα,
Ω θρηνητικέ, εθισμένε του φεγγαριού,
έκθετο παραβατικό μωρό,
νευρωτικέ αστρολόγε
μάντη καταστροφών
που αργότερα δημιουργούσες,


Ω εσύ με τα μεσονύκτια χρώματα
σύντροφε πιστέ του μεσονυκτίου,
Ω γουρουνομαξιλαρόγατε,
που έζεχνες συκώτι ωμό,
πού να ’σαι τώρα;

Δίπλα στα κατεψυγμένα χάμπουργκερ
και τις φτερούγες από κοτόπουλο•
στον παράδεισο των σαρκοβόρων. Τυλιγμένος
σε κόκκινα μεταξωτά, αγία κάρα σε προσκύνημα,
ένας Φαραώ στον άσπρο μεταλλικό ναό του, ή
κοκκαλιάρης εξερευνητής της Ανταρκτικής
μέσα στο κρουσταλλιασμένο anorák του
που απέτυχε στην αποστολή του• ή
(ας το δούμε ψύχραιμα) σαν κατεψυγμένο
ψάρι. Ελπίζω κανένας να μη σε βγάλει
απ’ το περιτύλιγμά σου καθ’ οδόν
προς το δείπνο του, κατά λάθος.

Τι προσβολή, να σ’ εξισώνουνε μ’ ένα κομμάτι
κρέας! Όπως κάθε γάτος απεχθανόσουνα
τη γελοιοποίηση. Πεινούσες για δικαιοσύνη
τις κανονισμένες ώρες, για σούπα βοδινό
σε φέτες, με τη σάλτσα του.
Ήθελες αυτό ακριβώς
που προοριζόταν για σένα.
(Ο θάνατος είναι όμως. Γελοίος. Κι ήτανε για σένα.
Όπως και για μας.
Θα στραφούμε λοιπόν στη δικαιοσύνη.
Ύστερα υπάρχει και το έλεος.)

Το Πένθος για τις Γάτες

Γινόμαστε υπερβολικά συναισθηματικοί
όταν πεθαίνουν ζώα.
Σπαραξικάρδιοι.
Όμως μόνο για τα ζώα που έχουνε γούνα,
μόνο για κείνα που μας μοιάζουνε,
έστω και κατά προσέγγιση.

Αυτά που έχουνε μεγάλα μάτια,
μάτια που κοιτάνε κατά μέτωπο.
Αυτά που έχουνε μικρές μύτες
και μικρά ράμφη.

Κανείς δε θρηνεί μια αράχνη.
Ούτ’ ένα καβούρι.
Οι νηματέλμινθες δεν προκαλούν ολοφυρμούς.

Ούτε τα ψάρια.
Για τα βρέφη της φώκιας η θλίψη αναβαθμίζεται.
Και για τους σκύλους, και για τις κουκουβάγιες,
μερικές φορές.
Για τις γάτες σχεδόν πάντοτε.
Μήπως επειδή παρομοιάζουμε αυτά τα ζώα με νεκρά μωρά;
Μήπως επειδή μας φαίνεται πως είναι κομμάτι δικό μας,
η ψυχή του ζώου που έχουμε μέσα μας
παραχωμένη κάπου στο μέρος της καρδιάς,
γουνάτη και γεμάτη εμπιστοσύνη,
ζωική παρόρμηση, πάντα σ’ επιφυλακή,
βίαιη προς άλλες μορφές ζωής,
ευδαίμων τον περισσότερο καιρό,
αλλά και ανόητη κάποτε;

(Γιατί σχεδόν πάντα οι γάτες; Γιατί οι νεκρές γάτες
προκαλούν τόσα γελοία κλάματα;
Γιατί τέτοιο βαρύ πένθος;
Γιατί δεν μπορούμε πια να βλέπουμε
στο σκοτάδι, χωρίς αυτές;
Γιατί κρυώνουμε χωρίς τη γούνα τους;
Μήπως επειδή έχουμε χάσει τον κρυφό δεύτερο εαυτό μας
αυτόν στο οποίο θ’ αλλάζαμε
αν θέλαμε να διασκεδάσουμε,
αν θέλαμε να σκοτώσουμε
χωρίς κανέναν ενδοιασμό,
τότε που θα θέλαμε να πετάξουμε από πάνω μας
το σκοτεινό γκρίζο βαρίδι
που κουβαλάμε ως άνθρωποι;

Ιανουάριος

Κρουστή ευωδιά άσπρων ναρκίσσων:
Ιανουάριος, χιόνι παντού.
Παγώνουν οι σωλήνες απ’ το κρύο.
Τα σκαλιά της εισόδου γλιστράνε. Προσοχή!
Τη νύχτα το σπίτι τρίζει.

Έμπαινες κι έβγαινες κατά βούληση,
όμως τέτοια εποχή έμενες μέσα,
ευτραφής μέσα στη γούνα σου, νεκροθάφτη.
Ονειρευόσουνα ήλιο,
μακελλεμένα σπουργίτια,
μαύρε γάτε που δεν είσαι πια εδώ.

Αν, αν, μπορούσες να γυρίσεις πίσω
απ’ το ποτάμι όπου τα λουλούδια έχουν παγώσει,
από το δάσος όπου δεν υπάρχει τίποτα να φας,
αν μπορούσες να μπεις πάλι μέσα,
απ’ το παράθυρο που ’χει πιάσει πάγο,
πάλι μέσα από τον κλειδωμένο αεραγωγό.


Blackie in Antarctica

My sister phones long distance:
Blackie's been put down.
Incurable illness. Gauntness and suffering.
General heartbreak.
I thought you'd want to bury him,
she says, in tears.
So I wrapped him in red silk
and put him in the freezer.

Oh Blackie, named bluntly
and without artifice by small girls,
black cat leaping from roof to roof
in doll's bonnet and pinafore.
Oh sly fur-faced idol
who endured worship and mauling,
often without scratching,
Oh yowling moon-
addict, devious foundling,
neurotic astrologer
who predicted disaster
by then creating it,


Oh midnight-coloured
faithful companion of midnight,
Oh pillow hog,
with your breath of raw liver,
where are you now?

Beside the frozen hamburger
and chicken wings; a paradise
for carnivores. Lying in red silk
and state, like Pharaoh
in a white metallic temple, or
a thin-boned antarctic
explorer in a gelid parka,
one who didn't make it; or
(let's face it) a package
of fish. I hope nobody
en route to dinner
unwraps you by mistake.

What an affront, to be equated
with meat! Cat-like, you hated
being ridiculous. You hungered
for justice, at set hours and in the form
of sliced beef stew
with gravy.
You wanted what
was coming to you.
(Death
is, though. Ridiculous. And coming to you.
For us, too.
Justice is what we'll turn into.
Then there's mercy.)

 

Mourning for Cats

We get too sentimental
over dead animals.
We turn maudlin.
But only those with fur,
only those who look like us,
at least a little.

Those with big eyes,
eyes that face front.    
Those with smallish noses
or modest beaks.

No one laments a spider.
Nor a crab.
Hookworms rate no wailing.
Fish neither.
Baby seals make the grade,
and dogs, and sometimes owls.
Cats almost always.

Do we think they are like dead children?
Do we think they are a part of us,
the animal soul
stashed somewhere near the heart,
fuzzy and trusting,
and vital and on the prowl,
and brutal towards other forms of life,   
and happy most of the time,
and also stupid?

(Why almost always cats? Why do dead cats
call up such ludicrous tears?
Why such deep mourning?
Because we can no longer
see in the dark without them?
Because we're cold
without their fur? Because we've lost
our hidden second skin,
the one we'd change into
when we wanted to have fun,
when we wanted to kill things
without a second thought,
when we wanted to shed the dull grey weight
of being human?)

 

January

Crisp scent of white narcissus:
January, and full snow.
So cold the pipes freeze.
The front steps are slick and treacherous;
at night the house crackles.

You came in and out at will,
but this time of year you'd stay indoors,
plump in your undertaker's fur,
dreaming of sunlight,
dreaming of murdered sparrows,
black cat who's no longer there.

If only you could find your way
from the river of cold flowers,
the forest of nothing to eat,
back through the ice window,
back through the locked door of air.
 

Margaret Atwood
Μετάφραση: Μαρία Τσάτσου
Φεβρουάριος 2012

 

Εκτύπωση του άρθρου