Εκτύπωση του άρθρου




 

Περνώ μεγάλα διαστήματα χωρίς να γράφω, του είπα. Δεν είναι καθόλου περίεργο, μου απήντησε εκείνος, αφού άλλωστε ασχολείσαι και με το τραγούδι. Πιστεύω πως η μουσική και η ποίηση είναι ανταγωνιστικές μεταξύ τους, συνέχισα. Ο συνομιλητής μου όμως δεν φάνηκε να συμμερίζεται την άποψή μου αυτή. Ήμουν πολύ μικρή όταν εξομολογούμουν τις ανησυχίες μου αυτές στον αείμνηστο Τηλέμαχο Αλαβέρα, πεζογράφο και εκδότη, που υπήρξε για εμένα ένας πνευματικός δάσκαλος. Η Εταιρεία Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης οργάνωνε υπό την προεδρία του τη δράση “Παιδιά που γράφουν” και εγώ ήμουν μαθήτρια Λυκείου  – έγραφα όμως από τότε που θυμόμουν τον εαυτό μου, όπως και τραγουδούσα από τότε ακριβώς.

Παρέμεινα μάλλον παιδί καθώς τα ίδια μου συμβαίνουν πάντοτε, γράφοντας και τραγουδώντας: διαστήματα αποχής πότε από το ένα, πότε από το άλλο. Δεν συνηθίζω ποτέ να γράφω “συστηματικά”, δηλαδή σε καθημερινή βάση. Αλλά  και όταν τραγουδούσα επαγγελματικά προσπαθούσα να επιβάλλω τους δικούς μου όρους. Νομίζω, ακόμη, πως η ποίηση και η μουσική μπορούν να συνυπάρξουν όπως η λογική και το συναίσθημα στο ίδιο άτομο, κατά τον Jung: ποτέ ταυτόχρονα. Για αυτό, ίσως, άλλοτε μας συνεπαίρνει η μελωδία και άλλοτε ο στίχος – σπανίως δε και τα δύο.

Έχοντας ασχοληθεί – ως άλλος πολυπράγμων βλάκας του Boileau - και με άλλες τέχνες μεγαλώνοντας, ανακαλώ την συναισθηματική εκφόρτιση που δίνει το τραγούδι, η κίνησή του και ο αυτοσχεδιασμός. Τη βαθύτερη σύνδεση με τον εαυτό που δίνει το θέατρο, μέσα από τη σωματικότητα. Την κατανίκηση του φόβου που είναι ένα δώρο των πλαστικών αλλά και της άσκησης όλων των τεχνών. Η ποίηση παραμένει, ίσως, η πιο εγωιστική, μοναχική και συντροφική μαζί, από όλες τις τέχνες, δοτική και περιχαρακωμένη ταυτόχρονα, καθώς η αλήθεια της περνάει πρώτα από τον εαυτό για να ανοιχτεί έπειτα στον Άλλο...                      

***                        

Έστιν αυ μουσική περί
αρμονίαν και ρυθμόν ερωτικών επιστήμη
                                   
(Συμπόσιον)

Μουσική: η των ερωτικών επιστήμη, κατά τον θείο Πλάτωνα. Μεταξύ των θιασωτών της πρωτοκαθεδρίας της ανάμεσα στις υπόλοιπες τέχνες, ο Nietzsche, βλέπει σε αυτήν την υπεροχή του διονυσιακού έναντι του απολλώνειου στοιχείου - το τελευταίο αυτό συνίσταται στον λόγο. Αυτό, ωστόσο, που φαίνεται να διαφεύγει της προσοχής του φιλοσόφου είναι πως οι τέχνες αντιστοιχούν και στους δύο πόλους ταυτόχρονα, δηλαδή ούτε η ποίηση στερείται “μουσικότητας”  ούτε η μουσική  στερείται "ποιητικότητας". Ο Freud από την άλλη έβλεπε με επιφύλαξη τις τέχνες που η επιστήμη του δεν μπορούσε να ερμηνεύσει ικανοποιητικά, μέσα στις οποίες ενέτασσε και την ανεικονική ζωγραφική... Ο οιονεί ανταγωνισμός ποίησης και μουσικής διαφαίνεται, ίσως, ακόμη, στη γοητεία που ασκεί στους επαγγελματίες μουσικούς η οργανική (instrumental) μουσική σε σχέση με τη φωνητική. Στους αυτοσχεδιαστικούς κύκλους στη jazz που “αφηγούνται” ολόκληρες ιστορίες. Στο λεγόμενο scat singing, στη jazz επίσης, όπου η ανθρώπινη φωνή μιμείται (άλλα) όργανα και δημιουργεί μελωδικές γραμμές με τη χρήση ορισμένων μόνο συλλαβών χωρίς κανένα (φανερό) νόημα. Στο taxim των δερβίσηδων.

O Πέρσης μυστικός ποιητής Jalal-al-din Rumi συνιστά, μάλλον, την ιδανική σύζευξη ποίησης και μουσικής καθώς συνδέει τα ποιήματά του προς τον Αγαπημένο (τον Εραστή, τον Χριστό, τον Θεό πέρα από τα κατηγορήματα των θρησκειών...) με τη συνοδεία του καλαμένιου αυλού νέι.

Στη βυζαντινή παράδοση η ανθρώπινη φωνή είναι η μουσική par excellence η οποία αναπέμπει τον λόγο προς τον Θεό. Έτσι, η πολυφωνία ή η χρήση μουσικών οργάνων κρίνεται περίπου ως πλεοναστική. Η μελωδία θεωρείται πως βοηθά εν γένει στην κατανόηση των νοημάτων των λόγων των ύμνων όπως και η εμμελής ανάγνωση από τον ιερέα στην κατανόηση του Ευαγγελίου. Όλα γίνονται, βεβαίως, προς χάριν της ερωτικής σχέσης Θεού και ανθρώπου. Ο έρωτας, ή η αγάπη, εφόσον οι δύο όροι ταυτίζονται κατά τον Διονύσιο Αρεοπαγίτη,  γίνεται, έτσι, το έσχατο κριτήριο.

***
If music be the food of love, play on
  (Twelfth night, act one, scene one)

Το ερώτημα δεν είναι, μάλλον, ποια επιλέγουμε ως κορυφαία μεταξύ των τεχνών ή το ποια είναι η φύση της αλληλοπεριχώρησής τους, ιδιαίτερα δε ποίησης και μουσικής που εδώ μας απασχολεί. Το ερώτημα συνίσταται, μάλλον, στο δίλημμα τέχνη ή ζωή; Είναι η μεγαλύτερη τέχνη, η τέχνη της ζωής; Eίναι ο έρωτας το ακριβότερο άρτυμά της; Αν ναι, τότε oi τέχνες υπηρετούν τον έρωτα που υπηρετεί με τη σειρά του τη ζωή. Ο θεϊκός αυτός σπινθήρας, ως έμπνευση κατά τους ρομαντικούς, ενυπάρχει στις τέχνες για να μπορούν αυτές να συγκινούν. Ο έρωτας δεν μπορεί να συνιστά ένα υποκατάστατο της έμπνευσης αλλά την έμπνευση par excellence. Ίσως με αυτό το νόημα ο Shakespeare μας προτρέπει, να γράψουμε, να τραγουδήσουμε, να παίξουμε, αν η μουσική, αν η κάθε τέχνη δηλαδή, ως παράγωγο μιας εσωτερικής μουσικής, όπως ο Ινδός Nirmal Kumar την ορίζει, είναι η τροφή του έρωτα, είναι η τροφός της αγάπης που ανατροφοδοτεί τη ζωή. 

Σάρα Θηλυκού

Εκτύπωση του άρθρου