Εκτύπωση του άρθρου

VALERIE NIEMAN



Η Valerie Nieman είναι βραβευμένη συγγραφέας, καθηγήτρια και συντάκτρια, της οποίας το έργο αναδύεται από την καταγωγή της από την περιοχή της Απαλάχια (Βόρεια Αμερική). Έχει εκδόσει τρία μυθιστορήματα, το πιο πρόσφατο από τα οποία Blood Clay έχει συγκεντρώσει ιδιαίτερα καλές κριτικές. Το πρώτο της μυθιστόρημα Neena Gathering, αναδημοσιεύθηκε πρόσφατα και έχει καταχωρηθεί ως κλασσική επιλογή post-apocalyptic λογοτεχνίας.

Έχει επίσης δημοσιεύσει μια συλλογή από διηγήματα Fidelities, και μια συλλογή ποίησης Wake Wake Wake. Το έργο της εμφανίστηκε ευρέως σε αμερικανικά λογοτεχνικά περιοδικά και σε πολλές ανθολογίες.

Υπήρξε υπότροφος δημιουργικής γραφής NEA ενώ έχει λάβει επιχορηγήσεις στη Δυτική Βιρτζίνια και στο Κεντάκι και βραβεία όπως το βραβείο Eric Hoffer (γενική μυθοπλασία), δύο βραβεία Elizabeth Simpson Smith (μυθοπλασία) και το βραβείο Greg Grummer (ποίηση).

Αποφοίτησε από το Πανεπιστήμιο της Δυτικής Βιρτζίνια και το Queens University of Charlotte. Εργάζεται χρόνια ως δημοσιογράφος και συντάκτρια εφημερίδων, διδάσκει δημιουργική γραφή στο Πανεπιστήμιο Α & Τ της Βόρειας Καρολίνα και είναι η συντάκτρια ποίησης του περιοδικού Prime Number. Το παρόν αφιέρωμα αποτελείται από μεταφράσεις ποιημάτων της πιο πρόσφατης ποιητικής της συλλογής που φέρει τον τίτλο Ξενοδοχείον «Το Άξιον» (Hotel Worthy).

 

Hotel Worthy

I was being so careful the new blue brush held like a pen no a
knife to dagger the paint down perfectly to observe the lines
to honor the edges and the teacher asks me do you believe in
fairness which takes me by surprise because yes yes I do believe
in fairness and justice and all equal before she adds it shows in
your painting you give things equal weight why should this
branch be as large and detailed as that one

The greatest way to live with honor in this world is

always dress for the blues dress blues and tennis shoes and a
trunk packed with mementoes not half understood by the girl
child who paged old issues of Leatherneck and fingered the
red stripes and gold eagles and some spore of honor or such
breathed in not meant, not meant at all but necessary if she
was to carry the dignities of first born and only (for a while)
and daddy's girl sorting nails chopping weeds and shaking hands
with cold hard work to be done life long

Confidence thrives on honesty

so you must walk three miles to return six Lincoln cents and
go back to the cashier and stand in line for her put-upon face
the red worn off her downturned mouth to say ma'am you
gave me too much change ma'am and always catch the teacher's
eye doing it right am I doing it right and that would be the
same refrain in sweaty sheets many years later, give it your all
give it your best give it and still the sidelong glance to ask
has this be seen has this been caught

The purpose of life is not to be happy. It is

to know every name of every part of the sailboat from
gudgeon to headstay and the capitals of the states in their
polychrome glory, the Latin names for trees the characters of
Shakespeare the agricultural exports of Costa Rica, why the
sea is salt, and the flight path of the Arctic tern

Better keep yourself clean and bright; you are the window through which

I am watching Charleston WV 1932 a movie made by people
button-busting proud of their bridges their baby parades their
new telephone building and as the film truck rolls through the
downtown there on the left is the Hotel Worthy and I realize
I've been trying to check in for years but not enough hours in the
day the sun marching across the sky soundless its billions of
bright feet its silent army bound for the routine conflagration.

 

Ξενοδοχείον «Το Άξιον»

Μετάφραση: Μαρία Λαγγουβάρδου

Πρόσεχα τόσο πολύ το καινούργιο μπλε πινέλο λες και ήταν πένα το κράταγα όχι μαχαίρι για να κόψει άψογα το χρώμα κατακόρυφα να παρατηρήσει τις γραμμές να παινέψει τις άκρες και η δασκάλα με ρωτά πιστεύεις στη δικαιοσύνη και εγώ ξαφνιάζομαι γιατί ναι ναι πιστεύω στη δικαιοσύνη και στη νομιμότητα και σε όλα τα συναφή και έπειτα προσθέτει φαίνεται στον πίνακά σου πως δίνεις στα πράγματα την ίδια βαρύτητα γιατί αυτό το κλαδί να είναι τόσο μεγάλο και λεπτομερές όσο κι εκείνο

Ο καλύτερος τρόπος να ζήσεις έντιμα σε αυτό τον κόσμο είναι

να ντύνεσαι πάντα για τις λύπες να ντύνεσαι λύπες μοναχά με παπούτσια αθλητικά και ένα μπαούλο γεμάτο ενθύμια που ούτε τα μισοκαταλάβαινε το κοριτσάκι που ξεφύλλιζε παλιά τεύχη Leatherneck και ψηλάφιζε τις κόκκινες ρίγες και τους χρυσαετούς και ένα ενδοσπόριο τιμής ή κάτι τέτοιο που δεν κατάλαβε αλλά εισέπνευσε, καθόλου δεν κατάλαβε μα ήταν απαραίτητο να ξέρει εάν επρόκειτο να φέρει τις τιμές που φέρει το πρωτότοκο και μοναδικό (για λίγο) κοριτσάκι του μπαμπάκα ξεχωρίζοντας καρφιά κόβοντας αγριόχορτα και σφίγγοντας χέρια με ψυχρή σκληρή δουλειά που πρέπει να γίνεται εφ’ όρου ζωής

Η αυτοπεποίθηση ευδοκιμεί στην ειλικρίνεια

γι’ αυτό πρέπει να περπατήσεις τρία μίλια για να επιστρέψεις έξι Λίνκολν σεντς και να γυρίσεις στην ουρά του ταμείου για το κουρασμένο της πρόσωπο και για τα άλλοτε κοκκινοβαμμένα μα πια ξεθωριασμένα και μαραμένα χείλη της για να πεις κυρία μου δώσατε παραπάνω ρέστα κυρία και πάντα πιάνεις το μάτι της δασκάλας για να σου πει αν το κάνεις σωστά το κάνω σωστά και αυτό έμελλε να ‘ναι το ίδιο ρεφραίν σε ιδρωμένα σεντόνια χρόνια μετά, δώσου ολοκληρωτικά δώσε ό,τι καλύτερο έχεις δώσε το αλλά και πάλι εκείνο το λοξοκοίταγμα για να ρωτήσεις το πρόσεξε αυτό το έπιασε κανείς

Σκοπός της ζωής δεν είναι να ευτυχήσεις. Σκοπός της ζωής είναι

να ξέρεις κάθε όνομα του κάθε κομματιού του ιστιοφόρου από τον άξονα του πηδαλίου ίσα με τον πρότονο και τις πρωτεύουσες των πολιτειών στην πολύχρωμη δόξα τους τη Λατινική ονομασία των δέντρων τους χαρακτήρες του Σαίξπηρ τα αγροτικά προϊόντα της Costa Rica, γιατί η θάλασσα είναι αλάτι, και για πού πετάει το πολικό γλαρόνι.

Για το καλό σου μείνε καθαρός και φωτεινός· εσύ είσαι το παράθυρο μέσα από το οποίο

βλέπω Charleston WV 1932 μια ταινία φτιαγμένη από ανθρώπους οργιαστικά περήφανους για τις γέφυρές τους τις μικρές τους παρελάσεις το καινούργιο τηλεφωνικό τους κέντρο και καθώς η ταινία εκτυλίσσεται προς το κέντρο της πόλης εκεί στα αριστερά είναι το Ξενοδοχείον «Το Άξιον» και συνειδητοποιώ πως χρόνια ολάκερα προσπαθώ να κάνω κράτηση σε αυτό αλλά όχι αρκετές τη μέρα κι ο ήλιος παρελαύνει διασχίζοντας τον ουρανό άηχα με τα δισεκατομμύρια λαμπερά του πόδια ενώ ο σιωπηλός στρατός του προορίζεται για την συνήθη πύρινη λαίλαπα.

 

ALIENATION

Sometimes he almost
knows: His diaphragm
sore from breathing too deeply,

thighs trembling after that visitor
from other space, remote
except when his body

bucks impossibly to meet
the infinitely desirable,
deep eyes from beyond

Andromeda, uncanny curves
of skull, shoulder.
He wakes, remembering

blind light. He moves
through the house, touching
tender spots along his ribs,

his probed body and sectioned heart.
In the kitchen, he eats
cold spaghetti while standing at the fridge,

then draws water, letting it run
as he strokes the satisfying chrome
of the faucet. His wife is on the phone:

He stands at the door,
watching as her chubby hands
gesture, fall flat to the couch.

She takes up her knitting,
her face blue in the light of the TV.
She wants nothing

else, nothing but this:
A whisper from the black leech
riding her brain stem.

 

ΑΠΟΞΕΝΩΣΗ

Μετάφραση: Γιώργος Κωτσαμπάς

Κάπου κάπου θαρρείς σχεδόν
το γνωρίζει: το διάφραγμα του
βαθιές ανάσες τύλιξαν σε φλόγες,

τρέμουλο στους μηρούς, συνοδός του επισκέπτη
από τόπο αλλιώτικο, απόμερο
εκτός απ’ όταν το κορμί του

ανθίσταται ακατόρθωτα ν’ ανταμώσει
το απείρως ποθητό,
απύθμενα μάτια απ’ το υπερπέραν

Ανδρομέδα, πλεγμένες με μυστήριο οι καμπύλες
του κρανίου, του ώμου σου.
Αφυπνίζεται στη θύμηση

τυφλού φωτός. Βαδίζει
στα μονοπάτια του σπιτιού, χαϊδεύοντας
τα πληγωμένα του πλευρά,

το καθετηριασμένο του κορμί και την τετμημένη του καρδιά.
Στην κουζίνα, τρώει
κρύο σπαγγέτι όρθιος μπροστά απ’ το ψυγείο,

ύστερα ανοίγει τη βρύση, αφήνοντας το νερό να τρέξει,
θωπεύοντας το ικανοποιητικό χρώμα
της στρόφιγγας. Η γυναίκα του μιλά στο τηλέφωνο:

εκείνος στέκεται στην πόρτα,
παρακολουθώντας τα παχουλά της χέρια
να χειρονομούν, να προσκρούουν στον καναπέ.

Εκείνη αρχίζει να πλέκει,
Το πρόσωπο της μπλε, στο φώς της τηλεόρασης.
Δε θέλει τίποτα

άλλο, τίποτα πέρα από αυτό:
Έναν ψίθυρο της μαύρης βδέλλας
που ιππεύει τον εγκέφαλο της.

 

HE WHOM YOU LOVE

What else could Jesus do, with Mary and Martha,
Martha and Mary, standing outside the door and pounding
pounding pounding, come back and live with us.
You emerge at last, dragging your nerveless feet in the door.

Mary and Martha drive a wedge under that door, pounding.
Each time a bit less of you comes back, your eyes unfocused,
hands trembling, your nerveless feet dragging in the dust.
They can't help it, both full of life, brimming with piss and vinegar,

unable to see that a bit less of you has come back, your unfocused
eyes asquint at the grinding sun-break they greet with shouting
They can't help it, both brimming with piss and vinegar,
while you’d loll in the bed, if only they would let you.

At the grinding-stone of sun-break they greet with shouting
Mary begins to talk of politics and the ways of foreign people
While you’d lull in the grave, if only they would let you.
Martha wants to knead you back into shape like a loaf of bread,

while Mary wants to talk about politics and distant people
and the way the Great Sea extends until it merges with the sky
Martha wants to knead you like punched-down bread
dough that’s rising once more, roll you in her floury arms.

You swim away to where the Great Sea merges with the sky
But they pull you back, tumbling you through the shells and weed
like dough that’s rising one more time, rolling you in floury arms,
the two of them throwing you onto the beach in the sun.

They pull you back, tumbling you through the shells and weed
You bloat and shrink at the same time, you exhale worm-ends
as their undertow now throws you onto the beach in the sun.
Each time a little less of you comes back from the depths.

You bloat and shrink at the same time, you exhale worm-ends,
you spill another spoonful of blood into the grave.
Each time a little less of you staggers back from the depths,
but, Mary and Martha, Martha and Mary, pounding at the door.

 

Αυτός που αγαπάς

Μετάφραση: Μαρία Σ. Μπλάνα

Τι άλλο θα μπορούσε να κάνει ο Ιησούς, όταν η Μαρία και η Μάρθα,
η Μάρθα και η Μαρία, έξω απ’ την πόρτα χτυπούν,
χτυπούν χτυπούν, γύρνα πίσω και ζήσε μαζί μας.
Στο τέλος θα εγερθείς, θα βγεις σέρνοντας τ’ άνευρα πόδια σου στην πόρτα.

Η Μαρία και η Μάρθα σπρώχνουν μια σφήνα κάτω απ’ την πόρτα, χτυπούν.
Κάθε φορά κάτι πιο λίγο από σένα επιστρέφει, τα μάτια σου δε μπορούν να εστιάσουν,
τα χέρια τρεμάμενα, τ’ άνευρα πόδια σου σέρνονται στη σκόνη.
Εκείνες εκστατικές, και οι δυο γεμάτες ζωντάνια και σφρίγος,

αδυνατούν να δουν πως κάτι πιο λίγο από σένα επιστρέφει, τα μάτια σου δεν μπορούν
να εστιάσουν, μισόκλειστα στην άξαφνη εξαντλητική λιακάδα που εκείνες χαιρετίζουν με κραυγές.
Εκστατικές, κι οι δυο γεμάτες ζωντάνια και σφρίγος,
ενώ εσύ θα κυλιόσουν στο κρεβάτι, αν μόνο σε άφηναν.

Στο ακόνι της άξαφνης λιακάδας που εκείνες χαιρετίζουν με κραυγές,
η Μαρία αρχίζει να μιλά για πολιτική και για τα ήθη ξένων ανθρώπων
ενώ εσύ θ’ αποκοιμιόσουν στον τάφο, αν μόνο σε άφηναν.
Η Μάρθα θέλει να ζυμώσει τη μορφή σου στο αρχικό της σχήμα, σαν μια φραντζόλα ψωμί,

ενώ η Μαρία θέλει να μιλά για πολιτική και μακρινούς ανθρώπους
και για το πώς ξεδιπλώνεται η Μεσόγειος ώσπου γίνεται ένα με τον ουρανό.
Η Μάρθα θέλει να σε ζυμώσει σαν αγίνωτο ψωμί
σα ζυμάρι που φουσκώνει και πάλι, να σε κυλήσει στα αλευρωμένα χέρια της.

Ξεγλιστράς κολυμπώντας εκεί που η Μεσόγειος γίνεται ένα με τον ουρανό,
μα σε τραβούν πίσω, κουτρουβαλώντας σε μες τα βότσαλα και τα φύκια
σα ζυμάρι που φουσκώνει γι’ άλλη μια φορά, αλευρωμένα χέρια σε κυλούν,
οι δυο τους σε πετούν πάνω στην παραλία μες τον ήλιο.

Σε τραβούν πίσω, κουτρουβαλώντας σε μες τα βότσαλα και τα φύκια.
Φουσκώνεις και μαζεύεις ταυτόχρονα, εκπνέεις ουρές σκουληκιών
καθώς το ύπουλο ρεύμα τους σε πετά πάνω στην παραλία μες στον ήλιο.
Κάθε φορά κάτι πιο λίγο από σένα επιστρέφει από τα βάθη.

Φουσκώνεις και μαζεύεις ταυτόχρονα, εκπνέεις ουρές σκουληκιών,
φτύνεις άλλη μια κουταλιά αίμα μες στον τάφο.
Κάθε φορά κάτι πιο λίγο από σένα επιστρέφει τρεκλίζοντας από τα βάθη,
μα η Μαρία και η Μάρθα, η Μάρθα και η Μαρία, χτυπούν στην πόρτα.

 

Apocrypha

Summer: Long days athwart the wooden arms
of the grammar school year—lightning
coiled in the westerly clouds,
smell of corn swashing towards tassel.
I was stretching out, then, too,
scraggly as a rose-of-sharon before
the flowers unfurl, common as those million
gray broken stones in the tar road.
In the five-acre field I lay down
with Grandmother’s carry-to-meeting Bible,
lining my way through John’s gospel
‘til a swallowtail fluttered past and
I followed, turning, turning, leaving
no crumb of path through the standing hay
to wind me back to where the Book
must be.
Oh God
let me find it let me find it,
the sun of no sliding down
toward the hills and shadows
boiling out of thunderheads
black-eyed susans a crazy pattern
daisies amidst the grass that  grows
to burn in the bellies of the neighbors’
cows to make milk and meat
lilies chewed in the furnace
and the Bible a pearl
a silver coin a sheep a lost
child in that green waving
until my hands tingled
with answered prayer.

 

Απόκρυφα

ΜετάφρασηΑθανάσιος Κυρατζής

 

Καλοκαίρι: Μεγάλες μέρες κατά πλάτος των ξύλινων χεριών
της χρονιάς του γυμνασίου – αστραπή
κουλουριασμένη στα δυτικά σύννεφα,
μυρωδιά καλαμποκιού πλαταγίζει ως τις φούντες.
Έτσι τότε τεντωνόμουν και εγώ,
ατημέλητη σαν ιβίσκος πριν
ανοίξει το λουλούδι, το ίδιο κοινή με τις μυριάδες
γκρι σπασμένες πέτρες στην άσφαλτο.
Ξαπλώνω στο χωράφι , στα είκοσι στρέμματα,
έχοντας τη Βίβλο της γιαγιάς μου, που είχε για τις συναντήσεις,
σημαδεύοντας το δρόμο μου μέσα από το ευαγγέλιο του Ιωάννη
μέχρι που μια πεταλούδα πετάρισε μπροστά μου
κι εγώ την ακολούθησα, γυρνώντας, γύρω γύρω και δίχως
να στρώσω μονοπάτι από ψίχουλα μες στα σταροχώραφα
για να με οδηγήσει πίσω εκεί που η Βίβλος
πρέπει να βρίσκεται.
Ω Θεέ μου,
άσε με να το βρω, άσε με να το βρω,
ο ήλιος που δεν βοηθά δύει
προς τους λόφους και οι σκιές
κοχλάζουν βγαίνοντας απ’ τα οργισμένα σύννεφα
μαυρομάτες ρουντμπέκιες ένα τρελό μοτίβο
μαργαρίτες μες στο γρασίδι που μεγαλώνει
για να καεί μες στις κοιλίες των αγελάδων
των γειτόνων για να γίνει γάλα και κρέας
κρίνοι μασημένοι μες στον κλίβανο  
και η Βίβλος ένα μαργαριτάρι
ένα αργυρό νόμισμα ένα πρόβατο ένα χαμένο
παιδί μέσα σε εκείνο το πράσινο χαιρετά
μέχρι που τα χέρια μου μυρμήγκιασαν
απ’ την προσευχή που εισακούσθη.
 

Choice of Words

My father and I
each became single
in the same year.

He is bereft,
robbed of his happiness,
widower, or widowman.

His life has come undone,
and he is adrift
among the wreckage.

The only words worthy
of his loss are Anglo-Saxon
uncensored howls.

*
But I am separated
on the way to divorce,

terms for a civilized
coming apart.

Separated like an egg,
occasionally messy

but with some care
the yolk rests aloft,

while the white goes
cool and sliding into the bowl.
*
In plain words,
it's all butchery,

whatever the parting:
disjointed, sundered, severed.
*
A separation is also,
however, embarkation.

We stand at the rail,
each waving a white handkerchief
at the sinking shore.

 

Επιλογή Λέξεων

Μετάφραση: Κωνσταντίνα Καζικάκου

Ο πατέρας μου κι εγώ
μείναμε και οι δυο μόνοι
μες στην ίδια χρονιά.

Εκείνος είναι χαροκαμένος,
κλεμμένη η ευτυχία του,
ένας  χήρος, ή αλλιώς ένας άνδρας μόνος.

Η ζωή του αναποδογύρισε,
κι εκείνος έρμαιο
μες στο ναυάγιο.

Οι μόνες λέξεις ικανές
γι’ αυτή του την απώλεια είναι γνήσιες 
αγγλοσαξονικές κραυγές.
*
Εγώ όμως είμαι χωρισμένη
το διαζύγιό μου εκκρεμεί,

όροι για έναν πολιτισμένο
χωρισμό.

Χωρισμένη στα δύο όπως ένα αυγό
συχνά ατημέλητη

αλλά με λίγη φροντίδα
ο κρόκος στέκεται ψηλά,

ενώ το ασπράδι κρυώνει
και γλιστρά στο μπολ.
*
Σε απλές λέξεις,
όλο αυτό είναι μια σφαγή,

ό,τι και να ‘ναι ο χωρισμός:
εξάρθρωση, απόσχιση  ή  ακρωτηριασμός.
*
Ένας χωρισμός είναι επίσης,
παρά ταύτα, σημείο επιβίβασης.

Στεκόμαστε στις ράγες,
ο καθένας μας κουνάει ένα λευκό μαντήλι
στην ακτή που βουλιάζει.
 

Father Showed Us the Aurora Borealis

On lawn chairs sunk
to the webbed seats in snow,
we sat bundled in blankets,
faces tilted to the unrolling scroll:
Colors of a hummingbird gorget,
parrot fish, shallow seas,
mandevilla, bougainvillea,
flametree,
tropicalities weaving
in the airless
ineffable between
earth and moon,
glories we couldn’t
yet compass,
our eyes since birth
whetted against sun
on snow, a palette
of twig and bone,
knowing only north.

 

O πατέρας μάς έδειξε το Βόρειο Σέλας

Μετάφραση: Άννα Μιχαηλίδου

Πάνω σε σεζλόνγκ βυθισμένες
σε καρέκλες υφαντές μέσα στο χιόνι,
καθίσαμε τυλιγμένοι με κουβέρτες,
πρόσωπα στραμμένα στον πάπυρο που ξετυλίγεται:
Χρώματα του κολίμπριου λαιμού,
παπαγαλόψαρα, θάλασσες ρηχές,
μανδεβίλα, βουκαμβίλια,
φλογόδεντρο,
τροπικότητες που υφαίνονται
στο κενό του αέρα
ανείπωτες μεταξύ
γης και σελήνης,
δόξες που δεν μας έδειξε
ακόμη η πυξίδα,
τα μάτια μας από την γέννηση
φλογισμένα απέναντι στον ήλιο
πάνω στο χιόνι, μία παλέτα
από κλωνάρι και κόκκαλο,
που ξέρει μόνο τον βορρά.

 

In the Middle of Things

We are fighting as we turn into the parking lot with a view of the lake, the lake going down to red clay with the August heat, the lake turning its back on the green shore against which it has happily spooned for months.

An eagle is lifting away from the backwater behind the marina, white tail flaring and white head, like paper flung from a window, like anything that makes our eyes cut, showing whites.

We are fighting about the usual, those things we fight about, and the eagle is carrying something long and limp, a snake or a water-soaked stick to add to the residence, beating black wings to gain altitude.

And if we were not fighting, I might have said, see, the eagle, and if you were not staring out the opposite window, you would have noticed.

 

Στο Μεταξύ

Μετάφραση: Δήμητρα Χριστοπούλου

Τσακωνόμαστε καθώς στρίβουμε στο παρκινγκ με θέα τη λίμνη· η λίμνη λιώνει, ερυθρόμορφος πηλός στην Αυγουστιάτικη κάψα· αδιαφορεί για την πράσινη ακτή που για μήνες αγκάλιαζε.

Ένας αετός απογειώνεται μακριά από τα έλη πίσω από τη μαρίνα, με λευκή ουρά που ανεμίζει και λευκό κεφάλι, σαν σαΐτα που πετιέται από παράθυρο, σαν καθετί που κάνει τα μάτια μας τυφλά, βουτηγμένα στο λευκό.

Διαπληκτιζόμαστε για τα γνωστά, για όσα συνήθως μαλώνουμε, κι ο αετός κουβαλά κάτι μακρύ και πλαδαρό, ένα φίδι ή ένα μουσκεμένο ξύλο για να προσθέσει στη φωλιά του, χτυπώντας κατάμαυρα φτερά για ν’ ανυψωθεί.

Κι αν δεν τσακωνόμασταν, ίσως να σου έλεγα, δες, ο αετός· κι αν δεν κοίταζες επίτηδες έξω από το απέναντι παράθυρο, θα τον παρατηρούσες.

 

Toute Seule     

My grandmother comes around the corner
of the Dordogne farmhouse, flapping her apron
after the dogs barking vaf vaf vaf at a fox
among the chickens. Instead, she finds
this intruder who has emerged
from the hayfield under the strong sun.
Bonjour … a suspicious ghost, she looks past me
for the army lurking in the forest
that has sent forth this emissary,
sweating and leaning on a peeled stick.
Vous êtes toute seule?

I find some words—Oui, je suis toute seule
but how do I say, comme on dit,
Don’t you recognize me?
Why don’t you shuffle forward
and embrace me as before?
She has the same chin whiskers, wispy white hair,
slumped roundness bound with Grandmother’s
flowered apron. I know the bird-handled scissors
down in that pocket, and scraps of herbs.
Her dogs are barking lower now, jappe jappe.
They are slow and yellow,
their tongues hang out because it is
too hot, too hot
and I am toute seule
without guide or explanation.

“J’ai marché dans les Gorges d’Enfer,”
but dans is not correct. Not in.
Through, along. But I cannot find the word
“J’habite à Les Eyzies de Tayac.”
No. ‘’Je reste à Les Eyzies,’’
which is not so far away, maybe no more than a few
kilometers and an eon or two. I try again,
“Je suive le chemin en la forêt,”
through abandoned hamlets
alike in gray stone and red tile,
but no one to properly appreciate them
or the abandoned bread ovens, or the plateau
with the wheel ruts cat inches deep in the limestone—
that was a road then,
but now, deep in the sighing forest,
signs on the trees pine for repeuplement,
the return of the lost or those who have
found themselves in cities,
to fill the vacant farms
and breed children and chicken.

Ou se trouve le village de Saint Cirq,
là-haut? Ou là-bas?
Là-haut
, and she lifts her hand
toward a nearby hilltop that would not
seem to hide even a small village.
Est-ce q’un bistrot—y’a-til—dans le village?
Mais oui!
She stretches herself to full height,
a foot shorter than this American.
Mais oui, what town would not have a bistro?

But Saint Cirq, where the Sorcerer climbs
the ceiling of his cave like Orion,
would be, in fact, là-bas, down the winding
road and past a leaning stone cross,
and it had no café, not even a ram-headed
village fountain from which I might drink
to bring my heart back from the Gorges of Hell
and my grandmother’s ghost
without a glimmer of recognition
shooing me off with her apron:
You do not belong here, she might have said
if she had possessed all her wits
and I could have followed the words,
your feet are too heavy on this ground.
Instead she disappeared to some hidden perch,
and her dogs, which were just farmhouse dogs,
went muttering waouh, waouh
back to the shade.
 

Toute seule

Μετάφραση: Μυρτώ Κ. Χαρβαλιά

 

Η γιαγιά μου ξεπροβάλει απ’ τη γωνιά
του εξοχικού στη Ντορντόν, τινάζοντας την ποδιά της
στα σκυλιά που γαυγίζουν γαβ γαβ γαβ σε μια αλεπού
που τρύπωσε στο κοτέτσι. Αντί γι’ αυτήν, βρίσκει
αυτόν τον εισβολέα που ξεπρόβαλε
από τα άχυρα κάτω από τον καυτό ήλιο.
Bonjour σαν καχύποπτο φάντασμα, το βλέμμα της με προσπερνά
ψάχνοντας τον στρατό που ενεδρεύει στο δάσος
και που έστειλε αυτόν τον αγγελιαφόρο,
ιδρώνει και γέρνει στο παλιό της μπαστούνι.
Vous êtes toute seule?

Βρίσκω μερικές λέξεις—Oui, je suis toute seule
όμως πώς να πω, comme on dit,
Δεν με αναγνωρίζεις;
Γιατί δεν πλησιάζεις
να μ’ αγκαλιάσεις όπως πριν;
Έχει τα ίδια τριχάκια στο πιγούνι, αραιά λευκά μαλλιά,
η πεσμένη στρογγυλάδα της πάντα
στην λουλουδιασμένη ποδιά της Γιαγιάς μου. Ξέρω τα ψαλίδια σε σχήμα πουλιών
βαθιά σ’ αυτήν την τσέπη, και τα θρύμματα από βότανα.
Τα σκυλιά της γαβγίζουν χαμηλόφωνα τώρα, γουφ γουφ.
είναι αργά και δειλά
με τη γλώσσα έξω να κρέμεται γιατί
κάνει ζέστη, τόση ζέστη
και είμαι toute seule
χωρίς οδηγό, χωρίς εξήγηση.

“J’ai marché dans les Gorges d’Enfer,”
το dans δεν είναι η σωστή λέξη. Όχι μέσα.
Δια μέσου, κατά μήκος. Δεν μπορώ να βρω τη λέξη
“J’habite à Les Eyzies de Tayac.”
Όχι. “Je reste à Les Eyzies,”
που δεν είναι πολύ μακριά, ίσως όχι παραπάνω από μερικά
χιλιόμετρα κι έναν ή δυο αιώνες. Προσπαθώ ξανά,
“Je suive le chemin en la forêt,”
μέσα από ερειπωμένα χωριουδάκια
που μοιάζουν, με τις γκρι τους πέτρες και τα κόκκινα κεραμίδια
κι ούτε ένας για να τα εκτιμήσει καθώς πρέπει
ούτε τους ερημωμένους ξυλόφουρνους, ούτε το πλάτωμα
με τα ίχνη τροχού βαθιά χαραγμένα στην πέτρα—
αυτό ήταν κάποτε δρόμος,
μα τώρα, βαθιά μέσα στον αναστεναγμό του δάσους,
τα σημάδια στα δέντρα θρηνούν για το repeuplement,
τον γυρισμό των χαμένων ή αυτών
που βρέθηκαν στις πόλεις,
για να ξαναζωντανέψουν τις αδειανές φάρμες
και να μεγαλώσουν κλωσσόπουλα και παιδιά.

Ou se trouve le village de Saint Cirq,
là-haut? Ou là-bas?
L
à-haut, και σηκώνει το χέρι της
προς έναν κοντινό λόφο που δεν
μοιάζει να κρύβει ούτε το παραμικρό χωριό.
Est-ce qu’un bistrot—y’a-til—dans le village?
Mais
oui! Λέει τεντώνοντας το κορμί της,
είναι δυο παλάμες κοντύτερη από αυτήν εδώ την Αμερικάνα.
Mais oui, μα και ποια πόλη, έστω μικρή, δεν θα είχε ένα μπιστρό;

Αλλά το Σεν Σιρκ, εκεί όπου ο Μάγος σκαρφαλώνει
στην σπηλιά του, ίδιος ο Ωρίωνας,
θα ήταν, πράγματι, là-bas, στο τέλος του φιδωτού
δρόμου και μετά τον γερμένο πέτρινο σταυρό,
καφενείο εκεί δεν είχε, δεν είχε ούτε μια κρήνη με νερό ν’ αναβλύζει
από το κεφάλι ενός κριαριού, για να πιω ίσως από εκείνο το νερό
και να φέρω πίσω την καρδιά μου από τις Κοιλάδες της Κολάσεως
μακριά από το φάντασμα της γιαγιάς μου
δίχως ίχνος αναγνώρισης το πρόσωπό της
να με διώχνει τινάζοντας την ποδιά της:
Δεν ανήκεις εδώ, θα έλεγε
αν είχε την αλλοτινή σπιρτάδα της
και θα μπορούσα να ακούσω τα λόγια της,
Τα βήματά σου είναι πολύ βαριά σ’ αυτό το χώμα.
Αντί γι’ αυτό εξαφανίστηκε σε κάποια κρυφή φωλιά
και τα σκυλιά της, απλά χωριατόσκυλα όπως ήταν,
ψέλλιζαν τώρα γάουφ γάουφ
ακολουθώντας τη σκιά.
 

Laryngitis

The Fourth of July and I can’t utter a word:
Can’t call the doctor.
Can’t call in to the radio call-in show.
Where’s that freedom of speech now?

The tongue, so willing,
Has been tasked with a beggar’s trick:
Ask, ask, ask.
Before the hyoid bone clicked
Into place in the pre-sapient throat,
Rarefying howl and grunt,
food, drink, sex needed no discussion.
Now we must ask.

I declare freedom from speech,
my lips pure as the curve of Lady Liberty’s.
Mute, I’ll wear no sign,
carry a bell without a clapper,

open my mouth for food, drink, sec,
whatever waits on fork or glass
or lover’s tongue or the unmediated air,
mouth clean as a hound’s.

 

Λαρυγγίτιδα

Μετάφραση: Μαρία Κουρούνη

 

Είναι 4η Ιουλίου και δεν μπορώ να βγάλω μιλιά:
Δεν μπορώ να φωνάξω τον γιατρό.
Ούτε μπορώ να παρέμβω σε ραδιοφωνική εκπομπή.
Πού είναι λοιπόν η ελευθερία του λόγου τώρα;

Η γλώσσα, τόσο πρόθυμη,
αναγκάστηκε να μάθει το κόλπο των ζητιάνων:
Ζήτα, ζήτα, ζήτα.
Πρωτού το υοειδές οστούν
σχηματιστεί στο λαιμό του πρωτόγονου,
αραιώνοντας έτσι τα ουρλιαχτά και τους γρυλλισμούς,
το φαγητό, το ποτό, το σεξ
δεν σήκωναν συζήτηση.
Τώρα όμως πρέπει.

Ανακηρύσσω την απελευθέρωση από τον λόγο,
η καμπύλη των χειλιών μου τόσο αγνή όσο του Αγάλματος της Ελευθερίας.
Άφωνη, δεν θα φορώ καμία ταυτότητα,
θα κρατώ ένα καμπανάκι δίχως γλωσσίδι.

Θα ανοίγω το στόμα μου για φαγητό, ποτό, σεξ,
για ό,τι άλλο περιμένει στο πιρούνι ή στο ποτήρι
ή στην γλώσσα του εραστή
ή στον απροσπέλαστο αέρα,
στόμα καθαρό σαν του λαγωνικού.

 

 

 

              

Εκτύπωση του άρθρου