Εκτύπωση του άρθρου


Υπάρχει Τρέλα στην Ποίηση, υπάρχει Ποίηση στην Τρέλα;  

Συνέντευξη : Μάρω Παπαδημητρίου

                                                       

                  Κάπως λοξός, ουχ ήττον όμως και δεινός στοχαστής
                 -έτσι σε εκλαμβάνουν οι σημερινοί αγιογράφοι-
                  Κλειστός άνθρωπος ο Άμλετ.  Πνευματικά ασταθής,
                  Μιλάει για να ζει και ζει μόνο για να γράφει.  
                                                         Μάριος Μαρκίδης 

                         [«Παράπονο του τρελού», Βαποράκια 1999]

 

Ενυπάρχει η τρέλα στον ψυχισμό του ποιητή; Εντοπίζεται  ποίηση στον λόγο του τρελού; Υπάρχουν κοινά σημεία στον εσωτερικό κόσμο του ποιητή και αυτόν του «λοξού» συνανθρώπου, στους παράλληλους βίους της  μοναχικής υπαρξιακής αγωνίας τους, στην επώδυνη προσπάθεια τους να μετασχηματίσουν με λέξεις τη  ρήξη τους με τη εξωτερική πραγματικότητα; Υπάρχουν όρια ανάμεσα στο λογικό και το παράλογο των δύο καταστάσεων;  Πώς ορίζεται  το φυσιολογικό  και το μη-φυσιολογικό;  .

Με πολλά ακόμη ερωτήματα  και αφορμή το θέμα και τα δρώμενα της Εκδήλωσης «Τέχνη & Τρέλα» στο κέντρο της Αθήνας  μήνα Οκτώβρη, ζητήσαμε απαντήσεις από τον Φώτη Καγγελάρη,  τον Μανόλη Πρατικάκη και τον Γιάννη Ζέρβα,   με δεδομένα τη συμμετοχή τους στα γεγονότα αυτής της Εκδήλωσης και τη διττή ιδιότητα τους ως ποιητές και επιστήμονες του ψυχικού πόνου.

 Οι απαντήσεις ακολουθούν  τη σειρά των συναντήσεων μας.

 

Φώτης Καγγελάρης 
Διδάκτωρ Ψυχοπαθολογίας  Univ. de Paris  

                                

Ε. Διακρίνετε κοινούς τόπους στην ποίηση και στην τρέλα, εκφάνσεις και οι δύο της απεγνωσμένης ανάγκης συνάφειας του ατόμου με τον κόσμο, της οδυνηρής υπαρξιακής του εμπειρίας, της ανεκπλήρωτης σχέσης του με τον εαυτό και τον Άλλον. Είναι και το παραλήρημα μια παραλλαγή ποιητικού είδους;

Φ.Κ.  Κατ’ αρχάς να επισημάνω ότι ο τρόπος που τίθεται το ερώτημα εμπεριέχει και την απάντησή του, θυμίζοντάς μας τη σκέψη του Πασκάλ: «Δεν θα με έψαχνες αν δεν με είχες ήδη βρει».

 Πράγματι, η ποίηση και η τρέλα αναβλύζουν από τον κοινό τόπο του ασυνειδήτου. Θέλοντας να εκφράσουν η μεν τρέλα εκείνο το οποίο ουδέποτε μπόρεσε να υπεισέλθει στο Νόημα, στο Λόγο, η δε ποίηση εκείνο που δεν μπόρεσε το Νόημα να απορροφήσει – αφομοιώσει. Μιλάμε προφανώς για το χεγκελιανό «πράγμα», για το λακανικό «πραγματικό» για το χαϊντεγκεριανό «πέραν του λόγου».

Στην περίπτωση της τρέλας το άτομο παρότι επιθυμεί την παραμονή του στον τόπο εκείνο που ουδέποτε εισχώρησε η πραγματικότητα, ένα πεδίο α-σημασιακό, επιζητά ωστόσο έναν κόσμο αναφοράς, ένα νόημα. Κι’ επινοεί τον κόσμο αυτό με υλικά που προέρχονται μεν από την πραγματικότητα, αλλά δομημένα μ’ ένα τέτοιο τρόπο ούτως ώστε ο κόσμος αυτός να μην εντάσσεται στον ιστό της κοινής πραγματικότητας παρότι βιώνεται ως πραγματικός. Αυτό ακριβώς είναι η παραληρητική μεταφορά.

Το παραλήρημα είναι η απεγνωσμένη ανάγκη του συγκεκριμένου ατόμου να μην χαθεί μέσα στην εξορία και την ευφορία του δίχως πραγματικότητα τόπου, να μην χαθεί μέσα στον τρόμο που επιφέρει η απώλεια της πραγματικότητας, παρότι εκεί θέλει να κατοικήσει, από εκεί προέρχεται το παραλήρημά του, η «αλήθεια» του, η πίστη του στην ύπαρξη του κόσμου.

Στην περίπτωση του ποιητικού λόγου, η ανάδυση προέρχεται μεν από τον ίδιο χώρο, το χώρο του ασυνειδήτου αλλά με την ουσιώδη διαφορά ότι εδώ εκφράζεται αυτό που δεν άντεξε να σηκώσει η κοινή πραγματικότητα, ο κοινός λόγος, το κοινό νόημα. Η ποίηση είναι ένα περίσσευμα  λόγου που μη μπορώντας να μπει σε σημασία, να απορροφηθεί από το σημαίνον παρακάμπτει τη συνήθη οδό εκφοράς-γραπτή ή προφορική-για να εκφραστεί με άλλη μετρικότητα ως ποίηση.

 Η ποίηση είναι η ψυχική αποσκευή που επωμίζεται το βάρος της ύπαρξης και της «αλήθειας» της, το ψυχικό υποστήριγμα που σηκώνει το βάρος του ερριμένου δίχως νόημα στον κόσμο όντος για να εκφράσει το θρήνο και την αγωνία που επιμερίζονται στη σχέση του  με το θάνατο, στη σχέση του με το χρόνο, στη σχέση με το σώμα του, την απώλεια, τον αποχωρισμό, τη μοναχικότητα μα και ταυτόχρονα μια παρηγοριά όχι τόσο από το τι εκφράζεται αλλά από το ίδιο το γεγονός ότι εκφράζεται η μη δυνάμενη να εκφραστεί αλλιώς, «αλήθεια» του όντος. Ότι, δηλαδή, ο άνθρωπος οχυρωμένος σ’ αυτό που παράγει ο ίδιος, το ποίημα του, δεν είναι έρμαιο πια του «μέσα» του και του «έξω» από αυτόν. Μπορεί ν’ αναστενάξει. Ως ένα βαθμό νοηματοδοτεί τον κόσμο, τον αντέχει, συμμαχεί με τη ζωή και το φως. Θα λέγαμε ότι, ο λόγος δεν δόθηκε στον άνθρωπο για να μιλήσει και να επικοινωνήσει αλλά για να κάνει ποίηση, δηλαδή να θρηνήσει την «αλήθεια» του, να αντισταθεί στην ανεστιότητα του.

Αν ο Σοφοκλής μπόρεσε να αρθρώσει το περίφημο «μη φύναι»- καλύτερα για τον άνθρωπο να μη γεννιέται- το αρθρώνει μέσα στον ποιητικό λόγο, ως ποιητικό λόγο. Η ποίηση εξουδετερώνει την κραυγή του όντος εντάσσοντας το μέσα στο ποιητικό περιβάλλον, σ’ ένα κόσμο, δίνοντας μέτρο στην αγωνία. Είναι η ποίηση που μας κάνει να μην κλείνουμε τ’ αυτιά στην κραυγή του Μουνκ, του Μπέικον, του Ροντέν.

Πράγμα που σημαίνει παράλληλα ότι, παρότι η ποίηση θέλει ν’ αποδώσει το εκτός νοήματος, αυτό που δεν υπεισέρχεται στις λέξεις- η ποίηση είναι μια απόπειρα μορφοποίησης του άρρητου, φέρει εν τη καρδία της το άλεκτον ως προϋπόθεση της δυνατότητας της να υπάρχει- ωστόσο θα καταφύγει στις λέξεις, στα κοινά σημαίνοντα. Παγιδεύεται σαν τον τρελό μέσα σ’ αυτό που θέλει ν’ αποφύγει, την κοινή πραγματικότητα, δηλαδή τις λέξεις  μέσω των οποίων θα υπάρξει.

Της απομένει όμως η σύνταξη. Εκεί ακριβώς που φαίνεται η μεγαλοφυία και ο σπαραγμός του ποιητή. Στο «πως» της διαχείρισης των θεμελιωδών ερωτημάτων του «θέλω», του «φοβάμαι», του «αγαπώ», του «πεθαίνω».

 O συντακτικός άξονας της γλώσσας είναι και ο τόπος του απολαμβάνειν την τέχνη, την ποίηση. Ο τόπος αυτός της απόλαυσης είναι ο ίδιος της απόλαυσης τόπος από όπου αναδύεται η παραληρητική μεταφορά. Αλλά, όπως είπαμε, οι κανόνες εκφοράς διαφοροποιούνται υπακούοντας στην αρχαϊκή προβληματική του ατόμου. Ο παρονομαστής ωστόσο είναι ο ίδιος, γι’ αυτό και θα μπορούσαμε να κατονομάσουμε την παρεκκλίνουσα από την «φυσιολογικότητα» εκβλάστηση της ποίησης ως υγιαίνουσα τρέλα!

Η τρέλα και η ποίηση, ομοούσια αδέλφια, από την ίδια αιμομεικτική κοιτίδα αρδευόμενα και προερχόμενα αλλά με διαφορετικούς δρόμους εκφοράς –παρότι, ενίοτε, συμπίπτουν και ανάλογα με την περίπτωση το αποτέλεσμα μπορεί να είναι εκθαμβωτικό, όπως με τον Χαίλντερλιν- αδράχνουν την ύπαρξη μέσα στην αγωνία της να φτιάξει ένα κόσμο, ένα νόημα που φαίνεται να της διαφεύγει διαρκώς. Ψηλαφούν στο σκοτάδι του κόσμου ίχνη αστροφεγγιάς, σπαράγματα «αλήθειας» υποκειμενικής που όμως κάποιες φορές ακουμπούν την «αλήθεια» του κόσμου.

 Ο Ποιητής και ο Τρελός, έσχατοι όροι της ύπαρξης, αναδεικνύουν την Ετερότητα ως φύση του ανθρώπου και ταυτόχρονα τη «φυσιολογικότητα» ως άμυνα έναντι αυτής της φύσης, κατακρημνίζουν την κοινοτοπία του νοήματος και της τηλεοπτικής εντολής ως δήθεν απάντηση στο ερώτημα του ανθρώπου. Ο Ποιητής και ο Τρελός υποδεικνύουν τη Ρήξη ως προϋπόθεση της αναζήτησης  του αυθεντικού- προσωπικού  νοήματος ακόμα κι αν το νόημα αυτό είναι μάταιο: αν θέλεις να ζήσεις αυθεντικά, ποίησε το δικό σου κόσμο εκτός/εντός αυτού του κόσμου. Η ποίηση διανοίγει την αυθεντικότητα του νοήματος αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα, εξ’ αυτής τούτης της διάνοιξης, το νόημα ως πεπερασμένο.

Θα λέγαμε ότι, ο ποιητής ενσαρκώνει μια απεγνωσμένη προσπάθεια μίμησης του Θεού που όπως εκείνος φτιάχνει ένα κόσμο μιλώντας: « και είπε…» έτσι κι ποιητής φτιάχνει την ποίηση του κόσμου, τον ποιητικό ουρανό και τη γη, ποιεί τον κόσμο με τις δικές του λέξεις, Θεός ο ίδιος μέσα στη δημιουργία του ποιητικού του κόσμου. Διανοίγει το χαϊντεγκεριανό «ξέφωτο» της τέχνης ως το τίκτειν τον κόσμο.

Δεν θα σωθεί. Πώς να σωθεί; Αλλά, κατοικώντας μέσα στο habitus των λέξεων του παύει να είναι ένα ανέστιο ον, πορεύεται ελαφρύτερος κι ας σηκώνει το βάρος της «συστημένης επιστολής της ζωής του προς το θάνατο».     

__________________________________

 

Μανόλης Πρατικάκης
Ποιητής - Ψυχίατρος, Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών, τ.Διευθυντής Ψυχιατρικής Κλινικής  Νοσοκομείου « Ερυθρός  Σταυρός»    

                  

Ε.   Εάν περιορίζαμε τον τίτλο αυτής της συνέντευξης στο ερώτημα: «Υπάρχει τρέλα στη γλώσσα της Ποίησης;  Υπάρχει ποίηση στη γλώσσα της Τρέλας;», θα βρίσκαμε συσχετισμούς; Για παράδειγμα,  η μεταφορά, η αλληγορία, η υποδήλωση, ο συμβολισμός, το ανορθόδοξο, το παράλογο, το φαντασιακό  και άλλα χαρακτηρίζουν την εκφορά του λόγου και των δύο καταστάσεων. Ποια είναι τα όρια μεταξύ τους;

Μ.Π. Εργαλείο πρωταρχικό και για την ποίηση και για την ψυχιατρική είναι η γλώσσα, που ανεβάζει από το ασυνείδητο στο φως της συνείδησης σκοτεινά μορφώματα, παραποιημένα συναισθήματα, ενοχές, απαγορευμένες παρορμήσεις, φόβους και απωθήσεις, για να τα εντάξει στην εναρθρωσύνη,  με διαφορετικό φυσικά τρόπο στις δύο παραπάνω λειτουργίες.  Η ψυχιατρική τα εντάσσει σε μια γνωστική, αναλυτική ερμηνευτική τάξη, για να αποκτήσει ο ασθενής εναισθησία, δηλαδή επίγνωση των αληθινών προβλημάτων που βιώνει, ενώ η ποίηση τα εντάσσει σε μια αισθητική τάξη, για να δημιουργήσει ένα έργο τέχνης. Η ψυχιατρική λοιπόν αναλύει, ερμηνεύει, απομαγεύει, απομυθοποιεί, επιδιορθώνει τους στρεβλούς μηχανισμούς άμυνας του Εγώ, τις απωθήσεις, τις προβολές, τις εκλογικεύσεις κτλ, για να απαλλάξει τον ασθενή από  έναν φανταστικό φόβο, ερμηνεύοντάς του το συμβολισμό που τον προκαλεί, τη φανταστική απειλή που τον δυναστεύει, ή στην παραληρηματική διαταραχή τους φανταστικούς του διώκτες και συνωμότες που συχνά είναι τα εσωτερικά του φαντάσματα. Άρα η ποίηση και η ψυχιατρική δρουν αντιθετικά αλλά και συμπληρωματικά, όταν διακονεί και τις δύο αυτές λειτουργίες ένα και το αυτό άτομο. Δηλαδή όταν ο ποιητής είναι ταυτόχρονα και ψυχίατρος.

Το υλικό των ασυνείδητων περιεχομένων είναι υλικό πρώτης τάξεως για τον ποιητή, έτσι όπως ανεβαίνει από τις σκοτεινές γαλαρίες και μοιάζει παράδοξο, αφύσικο, εξωπραγματικό για τους μη ειδικούς. Ο ποιητής όμως εκεί μέσα συχνά ανιχνεύει ατόφιο χρυσάφι, πρωτότυπους  συμβολισμούς  και συνειρμούς που παίρνουν καμιά φορά κοσμογονικό χαρακτήρα. Συχνά μέσα στις παραισθήσεις και τις παραληρηματικές επεξεργασίες ενός ψυχωτικού, ανιχνεύομε τις παιδικές του φαντασιώσεις, τις αρχέγονες φοβίες, τις ματαιώσεις ή τις αιρετικές του τάσεις. Με άλλα λόγια ο ανορθόδοξος και αιρετικός του λόγος έχει βγει από τα στερεότυπα της ορθοφροσύνης και της θεσμοθετημένης γλωσσικής άρχουσας τάξης, άσχετα αν δεν συγκροτεί έναν πιο  αυθεντικό λόγο, για μια έξοδο του φυλακισμένου μέσα από τα λογικάδικατου πνεύματός μας. Ο ποιητής όμως βρίσκει ψήγματα, θραύσματα από έναν σκορπισμένο μη συνεκτικό κόσμο που του είναι πολύ χρήσιμα στο ποιητικό του εργαστήρι. Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον να ανακαλύπτει ο ψυχίατρος πώς πχ. μια επιθυμία  γίνεται φόβος, ένα συναισθηματικό στρίμωγμα γίνεται κλειστοφοβία στο ασανσέρ και πώς το ασανσέρ συμβολίζει την κάθειρξη. Κάπου γράφω: « Γιατί τα συμπτώματα είναι τα φυσιολογικά – λογικά  γνωρίσματα των ανθρώπων. Τα συμπτώματα είναι μία μεταγλώσσα του σώματος και της ψυχής. Είναι ένα φυσικό ανθρώπινο ράγισμα προς τη συνομωσία της άκαμπτης και αδιάλλακτης πανοπλίας του Εγώ.»

Τα συμπτώματα είναι η κατακραυγή της απονενοημένης μας μέριμνας για εξιδανίκευση. Τα πόδια  πχ. παραλύουν λειτουργικά «για να μην πάμε» εκεί που μας περιμένει μια διάψευση ή μια απογοήτευση. Και στην ψυχική τύφλωση που περιγράφω στο «Σύνδρομο Fregoli», η κοπέλα τυφλώνεται ψυχικά για να μη αντικρύσει την αλήθεια, που συνεπάγεται την απόλυτη καταστροφή του μεγάλου της έρωτα. Τα συμπτώματα είναι η αποκάλυψη της πλαστογραφίας, του ψεύδους και της υποκρισίας του καθενός μας για να μπορέσουμε να χτίσουμε το ψεύτικο, εξιδανικευμένο θλιβερό μας πορτρέτο.

Αυτά τα μικρά ραγίσματα φωτίζει η ψυχιατρική, απομαγεύοντας φαντασμαγορικές και εκστατικές καταστάσεις. Και από το φορτίο τους αυτό παίρνει υλικό η ποίηση. Το όνειρο και στην ψυχιατρική και στην ποίηση είναι ένα χρήσιμο υλικό. Μέσα απ' αυτό φτάνουμε σ' εκείνο που βαθύτερα μας συνέχει και μας συνιστά, γιατί εκεί δεν υπάρχει λογοκρισία από το νου μας, αυτόν τον πανούργο ενδυματολόγο, που ράβει μόνο του καθωσπρεπισμού τα κουστούμια. Κι από την άλλη, το όνειρο στην ποίηση. Μα θαρρώ το όνειρο είναι το τέλειο ποίημα, άχρονο καθώς είναι ή καλλίτερα διαχρονικό, όπου βλέπεις  πχ. να κουβεντιάζουν ζωντανοί με πεθαμένους. Αυτό το μέγα παράδοξο εκεί δεν μας φαίνεται καθόλου παράδοξο, γιατί άραγε; Ενώ αν πεις σε έναν φίλο ότι χτες κουβέντιαζες με τον πεθαμένο πατέρα σου θα σού συστήσει το Δρομοκαΐτειο. Ας θυμηθούμε εδώ λίγους στίχους του φίλου μου μεγάλου ποιητή Τάσου Λειβαδίτη, κάπως έτσι: «Πήγαινα με μια άμαξα στην Αγία Πετρούπολη, στην οδό Νιέφσκι, χιόνιζε, ξάφνου ο αμαξάς γύρισε και με κοίταξε και είδα πως ήταν ο πατέρας μου. Μα πατέρα, του λέω, εσείς είστε χρόνια πεθαμένος-  γιατί τότε δεν ήξερα πως ο θάνατος δεν έχει μόνο μια σημασία».

Το ποίημα λοιπόν είναι φτιαγμένο από υλικά ονείρων, γεμάτο παραδοξότητες και απρόοπτα, γεμάτο αναγωγές και σπινθήρες, προσπαθώντας ν' αποσπάσει πάντα κάτι από το ανέκφραστο και το άρρητο. Έτσι το ποίημα είναι η αστραπή του αποφυλακισμένου μας πνεύματος. Κατά βάθος είναι το αυθεντικότερο, το δραστικότερο πρόσωπό μας, το αιρετικό και ασυμβίβαστο πνεύμα που προσπαθεί να μας πει πως με τη σκέψη του κλειδιού καθένας πιστοποιεί τη φυλακή του μέσα στον θεσμοθετημένο  αντιπνευματικό μας κόσμο.

Η ποίηση παραμένει μαγική, αρχέγονη, ελλειπτική για να γίνει η γόμωση εκεί πέρα στα τελευταία σημεία της δεκτικότητας του αναγνώστη. Είναι πολύσημη, στις καλλίτερες στιγμές της μας χτυπά σαν ωστικό κύμα μιας πνευματικής ανυπακοής σε κάθε γλωσσικό θέσφατο, ή μας αφήνει εμβρόντητους σαν αναπάντεχος αστραποβόλος έρωτας. Κάπου γράφω: «Τίποτα τέλειο δεν φανερώνεται παρά μόνο πλάι στον αφανισμό του. Ό,τι συντελείται ξεπερνάει τα συναισθήματα με ένα είδος συντέλειας των συναισθημάτων».

Η ποιητική λειτουργία και γλώσσα είναι πρωτίστως η αναζήτηση του αδιαιρέτου. Είναι η αρχέγονη παράσταση. Η μυθική ονοματολογία του έρωτα και του θανάτου. Η ποίηση δεν είναι ενεργούμενο κανενός συστήματος. Δεν περιγράφει τον κόσμο. Αποτελεί κόσμον. Ένα δικό της ανεξάρτητο παράπλευρο αισθητικό σύμπαν, πλάι σε τούτο το άθλιο που ζούμε και που όμως από αυτό εκπορεύεται εκείνο που ονειρευόμαστε. Βλέπετε ακόμα και η αθλιότητά μας είναι γόνιμη.

_____________________________________________________________

 

Γιάννης Ζέρβας 
Ποιητής-Ψυχίατρος, Αναπληρωτής Καθηγητής Ιατρικής Σχολής Πανεπιστήμιου Αθηνών

Ε.  «Απόμακρος, εκκεντρικός, αιρετικός, ανυπότακτος, παράξενος, μοναχικός, μελαγχολικός, ανισόρροπος»  είναι κάποιοι από τους χαρακτηρισμούς που αποδίδει το κοινωνικό περιβάλλον στον ποιητή. Υπάρχει άραγε σχέση μεταξύ Ποίησης και Ψυχοπαθολογίας; Μπορεί  η έμπνευση και η δημιουργικότητα του ποιητή να πηγάζουν από μια τέτοια σχέση;

Γ.Ζ.   Ποίηση με κεφαλαίο Π και Τρέλα με κεφαλαίο Τ είναι όροι που ατενίζουν το ζήτημα μέσα από μια αισθητική κοινωνική και όχι μια ψυχολογική  ούτε καν μια επιστημονική προοπτική.  Επιπλέον είναι όροι που μπορούν εύκολα να φανατίσουν και να εκτρέψουν τη λογική από την ουσία. Έτσι χάνουν αυτό που, κατά τη γνώμη μου, έχει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον στον δικό μου τουλάχιστον προβληματισμό, το διπλό κεντρικό ερώτημα: Πώς επιδρά η ψυχοπαθολογία στην ποιητική δημιουργία; Πώς επιδρά η ποιητική δημιουργία στην ψυχοπαθολογία; Θα στρέψω τον φακό στο ψυχολογικό σκέλος γύρω από σχετικά ερωτήματα όπως:  

- Χρειάζεται να έχει ψυχοπαθολογία ο ποιητής για να είναι ποιητής; 
- Το είδος και η ένταση της ψυχοπαθολογίας μπορεί να ενισχύει ή να  υπονομεύει την ποιητική δημιουργία;  
-Υπηρετεί ίδιες ανάγκες η ποιητική δημιουργία σε ποιητές  με και χωρίς σοβαρή ψυχική νόσο;  (μια ερώτηση που αφορά ψυχιάτρους) 
-Πώς επηρεάζεται η ποιητική του ποιητή από το είδος της ψυχοπαθολογίας του;  (μια ερώτηση που αφορά φιλολόγους, ή βιογράφους) 
-Έχει νόημα να κάνουμε τέτοιες ερωτήσεις;  

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι χωρίς συναισθήματα και χωρίς αντιληπτικές εντυπώσεις, καλλιτεχνική δημιουργία δεν προκύπτει. Κατά τον Προυστ, η συναισθηματική βάση της δημιουργίας είναι η οδύνη, αλλά θα πρόσθετα, με όλο το σεβασμό αλλά χωρίς την παραμικρή αμφιβολία, μερικά συναισθήματα ακόμη: τον θαυμασμό, την περιέργεια, τον εντυπωσιασμό, τον έρωτα και την ανία.  Η ανία, θα μπορούσε μέσα από συνιστώσες της, τη στέρηση περιεχομένου, το αίσθημα κενού και την έλλειψη νοήματος να χαρακτηρισθεί κι αυτή ως μια μορφή οδύνης, τα άλλα όμως όχι. Νομίζω θα ήταν λάθος να διανύσουμε μια περίπλοκη συλλογιστική για να αμαυρώσουμε την θετική τους ποιότητα, ακόμη κι αν μερικές φορές αυτά τα θετικά συναισθήματα δεν αποτελούν παρά άμυνες απέναντι σε μια πολύ βαθιά οδύνη. Ποιός θα αρνιόταν ότι ο έρωτας είναι εξίσου υπεύθυνος για την ποιητική δημιουργία όσο και ο θάνατος; Και είμαι βέβαιος ότι ο έρωτας δεν χρειάζεται τον θάνατο για να είναι έντονος και για να έχει την ανάγκη να εκφραστεί και να οδηγήσει σε ποιητική δημιουργία, που μερικές φορές μπορεί να ορισθεί σαν αριστούργημα.

Αν μείνουμε στον ορισμό της δημιουργίας ως μιας βιο-ψυχικής ανάγκης  θα πρέπει να είμαστε και λίγο πιο βιολογικοί στη σκέψη μας: ίσως είναι η εκτροπή του συναισθήματος προς μια κατάσταση ανισορροπίας που είναι απαραίτητη για να βάλει μπροστά τη δημιουργική διαδικασία. Έτσι που να χρειάζεται κάτι να εκτονώσει την ανάγκη αυτή,  σε βιολογικό επίπεδο, και να επαναφέρει μια ισορροπία. Όπως αντιλαμβάνεσθε προτείνω έναν βιολογικά ομοιοστατικό ρόλο για τη δημιουργία, και κατά συνέπεια και για την καλλιτεχνική δημιουργία.

Γιατί λοιπόν νομίζει ο κόσμος ότι οι ποιητές είναι ανισόρροποι; Είναι;  Αυτό είναι το ερώτημα νούμερο ένα. Χρειάζεται να έχει ψυχοπαθολογία ο καλλιτέχνης για να είναι καλλιτέχνης; Η ανάγκη για καλλιτεχνική δημιουργία σού συμβαίνει νωρίς. Δεν την διαλέγεις, αναφύεται. Οι έρευνες στην κληρονομικότητα δείχνουν πως υπάρχουν γονιδιακά και οικογενειακά χαρακτηριστικά που ξεχωρίζουν αυτούς που η φύση έχει προικίσει με το γονίδιο της καλλιτεχνικής ανάγκης. Και στο οικογενειακό τους δέντρο βρίσκει κανείς συχνά άτομα με καλλιτεχνική ενασχόληση. Αντίστοιχα ευρήματα υπάρχουν και για τους ανθρώπους με σοβαρή ψυχοπαθολογία. Φέρει κανείς μέσα του τα σπέρματα της δυνατότητας για ψυχική νόσο, και όσο πιο χαρακτηριστική είναι η ψυχική διαταραχή, τόσο πιο γενετικά καθορισμένη είναι. Και βρίσκεται συχνά και στον οικογενειακό ιστό. Και τα δύο – και η δημιουργικότητα και η τάση για ψυχική διαταραχή είναι φαινόμενα συχνά στον γενικά πληθυσμό, ειδικά αν εντάξουμε στην ψυχοπαθολογία την κατάθλιψη και την κατάχρηση ουσιών, μαζί με το αλκοόλ. Έτσι, και μόνο στατιστικά αν το δούμε, η πιθανότητα να συνυπάρχουν είναι μεγάλη. Η συνύπαρξη τους όμως δεν σημαίνει αιτιολογική συσχέτιση.  Υπάρχουν καλλιτέχνες που έχουν το πάθος της δημιουργίας και δεν είναι «τρελοί» με κανένα τρόπο. Μπορεί να έχουν επίσης κάποια πάθη ή κάποιες  προσωπικές παραξενιές, αλλά αυτά δεν νομιμοποιείται κανείς να τα χαρακτηρίσει τρέλα και είναι βέβαιο πως αντίστοιχα  πάθη και παραξενιές έχουν και πολλοί μη-καλλιτέχνες.

Όταν μελετήσουμε επίσημες ψυχιατρικές παθήσεις, όπως η  σχιζοφρένεια, οι ερευνητικές εργασίες δεν δείχνουν σπουδαίες συσχετίσεις με την καλλιτεχνική δημιουργία. Ένας ασθενής που ζωγραφίζει δεν είναι αναγκαστικά καλλιτέχνης και  ένας καλλιτέχνης που εμφανίζει κάποια στιγμή στη ζωή του σχιζοφρένεια δεν θα περίμενε κανείς να σταματήσει να δημιουργεί, εφόσον η αρρώστια του δεν καταργήσει τελείως την ικανότητα του για δημιουργία. Θα περιμέναμε όμως να αυξηθεί η ανάγκη του να εκτονώσει την ψυχική του πίεση μέσα από την τέχνη του και η μορφή της καλλιτεχνικής του δημιουργίας θα επηρεαζόταν, αφού αυτή η μορφή αναπαριστά την κατάσταση της ψυχής του.  Αυτό είναι ευδιάκριτο στις φάσεις της ζωής του Βαν Γκογκ, όταν ήταν κι όταν δεν ήταν άρρωστος. Αντίθετα με την επίσημη σχιζοφρένεια, η σχιζοειδικότητα, εκείνη η τάση δηλαδή που έχουν κάποιοι άνθρωποι να είναι μοναχικοί εκ πεποιθήσεως, με ιδιαίτερη απομάκρυνση από τις κοινωνικές σχέσεις, παράξενοι και εκκεντρικοί θα έλεγε κανείς, αλλά όχι τρελοί με την κραυγαλέα έννοια, αυτή η «παραξενιά», φαίνεται από έρευνες πως έχει μια σχέση με την δημιουργικότητα, ίσως γιατί, όπως είναι προφανές έχει την ιδιότητα να παράγει καινοφανείς σχηματισμούς και ιδιαίτερες διαμορφώσεις, ψυχικές και καλλιτεχνικές, και λόγω της μοναχικής ζωής δίνει ιδιαίτερο χρόνο στον καλλιτέχνη να τα επεξεργαστεί ανεπηρέαστος, με τον τρόπο του.

Η πιο συχνή όμως ψυχοπαθολογική οντότητα στους καλλιτέχνες είναι η διπολική διαταραχή, η μανιοκατάθλιψη δηλαδή. Και ειδικά στους ποιητές και στους συγγραφείς  η κατάθλιψη και ο αλκοολισμός είναι τα πιο συχνά απ’ όλα. Δεδομένου ότι και ο αλκοολισμός θεωρείται στην ψυχιατρική ισοδύναμο συναισθηματικής διαταραχής, το συναίσθημα είναι ο κεντρικός αγωγός της καλλιτεχνικής δημιουργίας, όχι η τρέλα, με την κοινή τουλάχιστον έννοια. Ο Schumann όταν ήταν σε μανιακή φάση έγραφε εύκολα πολλές συμφωνίες, όταν ήταν σε καταθλιπτική φάση έγραφε ελάχιστες και με δυσκολία.  Σε καλλιτέχνες όπου η πάθηση επηρεάζει τις αντιληπτικές εμπειρίες η ψυχοπαθολογία μπορεί να αποτελεί και  πηγή έμπνευσης: δίνει τον εντυπωσιασμό που απαιτείται, κινεί την περιέργεια, προκαλεί το νόημα, ανατρέπει την τάξη του κόσμου, εισάγει το καινοφανές. Η επιληψία του Ντοστογιέφσκι, οι ημικρανικές αύρες του Ντε Κίρικο οι ψευδαισθήσεις του Σοστακόβιτς,  βρίσκουν τον τρόπο να μπουν στις συγγραφικές εικαστικές και μουσικές εικόνες τους.  Σε περιπτώσεις καλλιτεχνών που υπέφεραν από χρόνιο σωματικό πόνο, όπως η Φρίντα Κάλο, βλέπουμε πόσο συχνές είναι οι προσωπογραφίες και πώς εικονοποιείται η διάσπαση του σώματος από αυτή την διαρκή οδύνη.  “Δεν υπήρξα ποτέ τρελός. Εκτός από περιπτώσεις που κάτι άγγιξε την καρδιά μου !” γράφει ο Έντγκαρ Άλαν Πόε.

Πώς κολλάνε αυτά με την ομοιοστατική μου θεωρία για την καλλιτεχνική δημιουργία, και κατ’ επέκταση την ποιητική; Κατά τη γνώμη μου λένε ότι οι καλλιτέχνες είναι, κατ’ αρχήν, ευαίσθητα αντηχεία από βιολογική κατασκευή και από οικογενειακό περιβάλλον. Στην προσωπικότητά τους τα συναισθήματα βιώνονται έντονα, η αποσταθεροποίηση είναι εύκολη και η ανάγκη τους για μηχανισμούς αποφόρτισης που να τους επιτρέψουν να ανακουφιστούν και να νιώσουν καλά με τον εαυτό τους είναι μεγάλη. Αυτά τα χαρακτηριστικά μπορούν να οδηγήσουν εύκολα στο πάθος, και στα πάθη, πολλές φορές στη δυσκολία του χαρακτήρα, αλλά όχι στην τρέλα, εκτός αν υπάρχει τέτοιο ιδιοσυστασιακό υπόβαθρο εκ παραλλήλου. Εάν υπάρχει κάτι τέτοιο, θα βρει τρόπο να αλληλεπιδράσει με το περιεχόμενο, το ρυθμό παραγωγής, τη μορφή της τέχνης τους κλπ. Και τα δύο θα γίνουν αμάλγαμα μέσα από τον κοινό δρόμο της ψυχής.

Λόγω της ιδιοσυστασιακής τους κλίσης, οι δημιουργοί χρησιμοποιούν την καλλιτεχνική δημιουργία ως εργαστήριο όπου μπορούν να μεταβολίσουν και να αδρανοποιήσουν την ένταση, αλλά και να νιώσουν ότι καταφέρνουν να κυριαρχήσουν- ο τεχνικός όρος είναι mastery- στις δυσκολίες τους με αυτό τον τρόπο, δηλαδή να προστατεύσουν και να αναπτύξουν την αυτοπεποίθησή τους. Με δύο λόγια χρησιμοποιούν την «κλίση» με την οποία τους προίκισε η φύση ως ομοιοστατικό και αναπτυξιακό μηχανισμό ώστε να μπορέσουν να υπάρξουν και να αναπτυχθούν ψυχικά. Τίποτα κακό σε αυτό. Όλοι χρησιμοποιούμε τις κλίσεις και τις ευκολίες μας. Και μετά μας γίνονται συνήθεια, ταυτότητα, νέα ανάγκη. Όσο μου είναι σαφές ότι οι καλλιτέχνες είναι σε μεγάλο βαθμό έρμαια των συναισθηματικών διακυμάνσεων και του κοινωνικού αποκλεισμού τους - δεν ξεχνώ ποτέ ότι και η διασημότητα είναι μια μορφή κοινωνικού αποκλεισμού- σε άλλοτε άλλο βαθμό, εξαιτίας της ευαισθησίας τους και της ψυχοπαθολογίας τους, άλλο τόσο μου είναι σαφές ότι οι περισσότεροι καλλιτέχνες την «πειράζουν» αυτή την ευαισθησία, δηλαδή προσπαθούν με διάφορους τρόπους - ουσίες, καταστάσεις που προκαλούν, ιδιαίτερους τρόπους χαύνωσης, έκθεσης ή απομόνωσης- να κινητοποιήσουν την ευαισθησία τους ώστε να ξαναμπεί μπρός ο κύκλος της καλλιτεχνικής δημιουργίας.

 Η ποιητική δημιουργία ειδικά μπορεί να έχει μορφοποιό δύναμη και συχνά αποτελεί για τους δημιουργούς ένα είδος αυτοθεραπείας. Πολλοί ποιητές το έχουν εκφράσει ρητά αυτό. Ο Τ.Σ. Έλιοτ παρομοιάζει την ψυχή του ποιητή με δοχείο που συλλαμβάνει και αποθηκεύει αμέτρητα συναισθήματα, φράσεις, εικόνες, ώσπου να συγκεντρωθούν όλα τα συστατικά από τα οποία μπορεί να συγκροτηθεί μία νέα σύνθεση, Η Τζόϊς  Κάρολ Όουτς λέει: «Αυτές οι εικόνες, αυτά τα συναισθήματα, τόσο άφατα, πρέπει να μεταφερθούν σε λεκτικές στρατηγικές για να μπορεί κανείς έστω να αρχίσει να τα σκέφτεται».  Και ο επίσης Αμερικανός ποιητής Γουίσλι ΜακΝέρ  δίνει μια πολύτιμη προσωπική μαρτυρία για τη γραφή ως θεραπεία του τραύματος: «Βρήκα μια φράση επαρκώς σκοτεινή και επαρκώς πλήρη για αυτό που είχα ζήσει και σαν αποτέλεσμα μπόρεσα να ξορκίσω λίγο από το σκοτάδι του τραύματός μου».

Εν κατακλείδι, είναι πεποίθησή μου ότι ποίηση και τρέλα είναι δρόμοι παράλληλοι, μερικές φορές τεμνόμενοι, κάποτε αγκαλιασμένοι αλλά ποτέ ταυτισμένοι, ούτε ταυτόσημοι. Προσωπικά πιστεύω ότι αν η ποιητική δημιουργία συμπληρώνεται με κάποιας μορφής ψυχοθεραπεία, μπορεί να δώσει φτερά και στον ποιητή και στην ποίησή του.  Αν δηλαδή στην απελευθέρωση και στον ιδιωτικό χώρο που προσφέρει στον ποιητή η διαδικασία της ποιητικής δημιουργίας δοθεί με την ψυχοθεραπεία μια περαιτέρω δυνατότητα νοητικής επεξεργασίας, αυτό αυξάνει τη δυνατότητα για περαιτέρω δημιουργία και ψυχική ανάπτυξη. Αν κάτι διακινδυνεύει ο ποιητής, κατά τη γνώμη μου, με την ψυχοθεραπεία είναι αλλαγές στην ποιητική τεχνική του, όχι στην ικανότητά του να δημιουργεί. 

Ας δώσω και μια βιαστική απάντηση στην τελευταία μου ερώτηση, αν αυτός ο προβληματισμός έχει κάποιο νόημα. Πιστεύω πως για τους ψυχιάτρους που φροντίζουν ποιητές, και γενικά καλλιτέχνες, έχει πολύ νόημα, γιατί τους δίνει κλινική κατεύθυνση στις θεραπευτικές τους αποφάσεις.   Για τους ποιητές, είμαι σίγουρος πως δεν έχει κανένα.

___________________________________________________________________ 

Μάρω Παπαδημητρίου                                                           Οκτώβριος 2014

Εκτύπωση του άρθρου