Εκτύπωση του άρθρου


© Poeticanet 

 

 

Καθώς επιτάσσει την κομψότητα του τέλους, που κάθε τελετουργία επιτελεί, η επιτέλεση διατηρεί τον αέρα μίας επιτήδευσης, όταν την ελληνική, πλέον, λέξη περφόρμανς αντικαθιστά. Αν form και μορφή συλλαβικά ταυτιστούν κατ’ αντιστροφήν, ενώ το δια πάρει τη θέση του per, σε δια-μόρφωση μετενσαρκώνεται η performance, με έναν αυθόρμητο φορμαλισμό, που χαρακτηρίζει κάθε παράσταση.

Πολλά δεν χρειάζεται να επαναληφθούν σχετικά με την ποίηση, που περικλείει οίηση, ακόμη και όταν ίση θα ήθελε να εμφανιστεί. Πολύ κομψή για την ηλικία της, ως μητέρα του λόγου, η ποίηση δεν αποφεύγει την εκζήτηση, λες και από τρεμάμενο χέρι ξέφυγαν σκιές του μακιγιάζ. Μικρή σημασία έχει σε ποιο μπουντουάρ σύρθηκαν οι γραμμές.

Πέρα από όσα θεωρητικά έχουν διαμειφθεί, η επιτέλεση παραπέμπει σε παράσταση κατασκευασμένου, δηλαδή δημιουργικού, λόγου ή ποίησης. Αυτό ισχύει κατ’ επίτασιν και όχι κατ’ επίφασιν. Η διαρκής επιτελεστικότητα του λόγου απορρέει από δύο γενετικές συνθήκες. Πρώτον, ο λόγος συνεχώς δίνει μία παράσταση. Δεύτερον, κάθε τελετουργία συνιστά εργονομία του τέλους εξ αρχής.

Ο συνειδητά έντεχνος λόγος ταυτίζεται με τη λογοτεχνία. Είναι αποτέλεσμα της δράσης των ποιητών ή (κατα)σκευαστών του λόγου ή (συν)γραφέων γενικότερα, καθώς από την ποίηση διαφοροποιούνται άλλα είδη του λόγου, όπως το θέατρο, που ως «ποίηση εν κινήσει» αρχίζει στη Δυτική παράδοση.

Λόγω των χαρακτηριστικών του, εκ προοιμίου έντεχνος είναι όμως ο λόγος και όταν δεν καλλιεργείται συνειδητά, αλλά απορρέει όπως εκτυλίσσεται. Οι εκ φύσεως αυτές έντεχνες ιδιότητες του λόγου, δηλαδή η φυσική επιτελεστικότητά του, επιβεβαιώνονται από τους κατά τεκμήριο καλλιεργημένους, εφόσον δεν συνειδητοποιούν τα εν λόγω χαρακτηριστικά, όταν με κατάπληξη διαπιστώνουν τον λογοτεχνικό αυθορμητισμό του καθημερινού, λαϊκού, δημοτικού ή όπως αλλιώς αποκληθεί λόγου.

Επιπλέον, ο θαυμασμός των λογίων για την εκφραστικότητα του λόγου, που θεωρείται ναΐφ, αποτελεί και ένα άλλοθι, που τους επιτρέπει να παρακάμπτουν σύγχρονους δημιουργούς και ανταγωνιστές τους, παραπέμποντας σε όσα περιγράφουν ως πηγή. Υποδειγματική παράκαμψη αυτού του τύπου συνιστούν οι επαναλαμβανόμενοι έπαινοι του Σεφέρη για τον Μακρυγιάννη.

Ως φύσει έντεχνος, ο λόγος βρίσκεται διαρκώς σε παράσταση. Ισοδύναμη με συνειδητή καλλιέργεια του λόγου, η ποίηση τελετουργείται ως περφόρμανς. Η διαδικασία αυτή διεκπεραιώνεται μέσω της σχέσης προφορικότητας και γραφής, που εμπερικλείει ο λόγος και κατ’ εξοχήν η ποίηση ως μήτρα κάθε είδους γραφής. Πολλά από τα επιμέρους στοιχεία υπακούουν στην ένταση της αντίθεσης και συμπληρωματικότητας μεταξύ της σημασίας και του ήχου των λέξεων ως δομικών μονάδων του ποιητικού λόγου.

Πρόσφατες μελέτες τοποθετούν παλαιότερα από ό,τι άλλοτε πίστευαν το πότε οι άνθρωποι άρχισαν να γράφουν και να μιλούν. Νέα πιθανά σημεία έναρξης του προφορικού και γραπτού λόγου προσθέτουν (προ)ιστορικό βάθος στις διαδικασίες ανάπτυξής του, στον βαθμό που ιστορικότητα και γραπτός λόγος συμπίπτουν. Η αυξημένη αρχαιότητα της γραφής προσφέρει χρόνο για την εντύπωση των επιδράσεων της νευροβιολογίας της ανάγνωσης, που επίσης αποτελεί πεδίο σύγχρονης έρευνας.

Στη μακρά διάρκεια, μικρές είναι οι διαφορές μεταξύ συγγραφής και αντιγραφής. Για γραφείς πρόκειται ούτως ή άλλως. Ο συγγραφέας είναι ένας αντιγραφέας, από τον οποίο λείπει κάποιο πρωτότυπο να αντιγράψει, οπότε από το μυαλό του καθελκύει ένα επιπλέον γραπτό, που προσβλέπει ότι θα επιπλέει στον ωκεανό της προφορικότητας.

Η γραφή αποτελεί παρτιτούρα, που ο αναγνώστης καλείται να εκτελέσει για να παραχθεί μουσική. Μετά την επικράτηση του αλφαβητισμού, η παραγωγή συνήθως επιτελείται σε συνθήκες σόλο, στο μυαλό του κάθε ατόμου που διαβάζει δηλαδή. Συνεχίζουν όμως να διοργανώνονται δημόσιες αναγνώσεις, που μιμούνται θεατρικές παραστάσεις, παραπέμποντας σε αρχαίους αοιδούς και τροβαδούρους αναλφάβητων. Η διαρκής επιτελεστικότητα και προφορικότητα του λόγου εξηγεί γιατί μας ενδιαφέρει το πώς διαβάζουν τα ποιήματά τους εκείνοι που τα έχουν γράψει, ακόμη και αν δεν διαθέτουν τη δεξιότητα να το κάνουν με τρόπο απολαυστικό.

Εξ αρχής η ποίηση ανταγωνίζεται την επιγραμματικότητα της διαφήμισης, της αρχαίας διαδικασίας που γνωστοποιεί οτιδήποτε. Σε σχέση με την αφηγηματικότητα, ο ποιητής είναι ένας κονφερασιέ, που επί της σκηνής του λόγου συνδέει τα νούμερα του προγράμματος ενός ψυχικά και σωματικά κερματισμένου κόσμου, που στα παρασκήνια ενδυματολογικά μεταμορφώνονται. Ο κυκλισμός του λόγου αντιστοιχεί στην ανακύκλωση της ύλης.

Η παράσταση του λόγου συνιστά μία τελετουργία του τέλους, αν οριστικό είναι ό,τι έχει ειπωθεί. Η επιτέλεση επιτέλους κουρντίζει τους εν ζωή συγγραφείς, ενώ συγχορδίζονται όσοι έχουν αποχωρήσει. Παρά τις προκλητικά αναγνώσιμες επιτάφιες ρήσεις, οι νεκροί δεν φημίζονται για τη φιλαναγνωσία τους. Κιβωτός ή κάψουλα για αρχαιολόγους του μέλλοντος πάντως μπορεί να αποδειχθεί κάθε αφορισμός, που τους ορισμούς εξορίζει.

Γιώργος Χουλιάρας


Ημ/νία δημοσίευσης: 24 Απριλίου 2026